Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Οι κοινωνικοί αγώνες ως υπόβαθρο της λατινοαμερικάνικης ποίησης

του Δημήτρη Καλτσώνη, επ. καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
Ομιλία στην εκδήλωση του συλλόγου «Γιάννης Κορδάτος», 27/1/2013


 Τι είναι αυτό που μας γοητεύει στη Λατ. Αμερική, στη λατινοαμερικάνικη ποίηση; Όσο και αν αναζητήσει κανείς την απάντηση, θα καταλήξει πάντοτε στις ίδιες περίπου απαντήσεις.
Πρώτο, γοητεύει η εξωτική Λ. Αμερική και η ποίησή της. Η Λ. Αμερική αποτέλεσε ένα χωνευτήρι πολιτισμών, ένα αμάλγαμα του ιθαγενούς πολιτισμού, του πολιτισμού των ευρωπαίων αποίκων, του πολιτισμού των μαύρων σκλάβων που ήρθαν από την Αφρική, των Ασιατών μεταναστών. Το συνολικό αποτέλεσμα είναι αυτό το τόσο οικείο αλλά και παράλληλα τόσο εξωτικό μίγμα που συγκινεί.
Δεύτερο, γοητεύει η βασανισμένη Λ. Αμερική και η ποίησή της. Οι λαοί της Λ. Αμερικής είναι ζυμωμένοι με τη μακρόχρονη ισπανική αποικιοκρατία, με την ιμπεριαλιστική επικυριαρχία. Η αγριότητα της εκμετάλλευσης, της κοινωνικής αδικίας είναι θεμελιώδη συστατικά της ζωής των λαών αυτών. Στη Λ. Αμερική υπάρχει η πλέον ανισότιμη κατανομή εισοδήματος και κοινωνικού πλούτου, η κοινωνική αδικία είναι κραυγαλέα. Όλα αυτά βρίσκουν την αντανάκλασή τους και στην ποίηση. 

Ο Σιμόν Μπολιβάρ σε γκραφίτι δρόμου στο Καράκας
Τρίτο, αυτό που κυρίως γοητεύει στη Λ. Αμερική και στην ποίησή της είναι ότι είναι ανυπότακτη. Η ζωή και η ποίηση των λαών της περιοχής σηματοδοτούνται από τους κοινωνικούς αγώνες: από τους αγώνες των ιθαγενών ενάντια στην αποικιοκρατία και τον θρυλικό Τουπάκ Αμάρου μέχρι τους σύγχρονους αγώνες ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του νερού στη Βολιβία που κόστισαν τόσους και τόσους νεκρούς και από τους αγώνες για την εθνική ανεξαρτησία του 19ου αιώνα μέχρι τη μεξικάνικη επανάσταση, τον Αιμιλιάνο Ζαπάτα και τους σύγχρονους Ζαπατίστας.

Οι αρχές του 20ού αιώνα εισήγαγαν τη Λ. Αμερική στις σύγχρονες κοινωνικές αντιθέσεις. Το 1906 ο Λουίς Εμίλιο Ρεκαμπάρεν, πρωτοπόρος του εργατικού κινήματος στη Χιλή και γενικότερα στη Λ. Αμερική, ιδρυτής του Κομμουνιστικού Κόμματος Χιλής, εκλέχτηκε βουλευτής στο Κοινοβούλιο. Αυτό συνέβη παρά το γεγονός ότι οι εφημερίδες της εποχής είχαν κυριολεκτικά δαιμονοποιήσει τον πρωτοπόρο αγωνιστή τον οποίο παρουσίαζαν σας τέρας που θα απειλούσε με τη φυσική του παρουσία τους άλλους βουλευτές.
Να πώς επέδρασε η προσωπικότητα του Ρεκαμπάρεν στο μεγάλο ποιητή Πάβλο Νερούδα: «Εγώ τότε ήμουνα 16 ή 17 χρονών, ένα πολύ αδύνατο αγόρι, κι έβλεπα τον Ρεκαβάρρεν με πουκάμισο και τους αντίχειρες χωμένους στου γιλέκου τα μανίκια να ξεκουράζεται λίγο απ’ τη δουλειά του. Ήταν τυπογράφος εκεί. Από τον καιρό εκείνο ο Ρεκαββάρεν μου είχε κινήσει την προσοχή»[1].

Αιμιλιάνο Ζαπάτα (χαρακτικό)
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1932, μετά από ένα λαϊκό ξεσηκωμό που ανέτρεψε τη δικτατορία του Ιμπάνιες, ανακηρύχθηκε η Χιλή σοσιαλιστική δημοκρατία. Αυτή η σοσιαλιστική δημοκρατία που διάρκεσε μόλις 100 ημέρες έλαβε μια σειρά μέτρα κοινωνικής πολιτικής και ανόρθωσης του βιοτικού επιπέδου του λαού τα οποία ήταν πρωτόγνωρα για τη Λ. Αμερική. Στην κυβέρνηση αυτή υπουργός Υγείας ήταν ο νεαρός γιατρός Σαλβαδόρ Αλλιέντε, μετέπειτα πρόεδρος της χώρας, συναγωνιστής και φίλος του ποιητή Νερούδα.
Το γεγονός εκείνο που σημάδεψε καθοριστικά τη ζωή, τους αγώνες και την ποίηση των λαών της Λ. Αμερικής στον 20ό αιώνα ήταν η νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση στην Κούβα. Προηγήθηκαν αλλά και ακολούθησαν σημαντικοί λαϊκοί αγώνες, άλλοτε επιτυχείς, άλλοτε όχι. Όλοι τους, όπως ήταν φυσικό, άσκησαν τεράστια επίδραση στην ποίηση, στη λογοτεχνία.
Μνημονεύουμε μερικούς: το 1954 ανατράπηκε από τους μισθοφόρους της CIA η προοδευτική κυβέρνηση Άρμπενς στη Γουατεμάλα η οποία είχε επιχειρήσει να πραγματοποιήσει αγροτική μεταρρύθμιση και για το λόγο αυτό βρέθηκε σε τροχιά σύγκρουσης με τα συμφέροντα της United Fruit Co. Το 1966 στην Κολομβία δολοφονήθηκε ο αντάρτης ιερέας Καμίλο Τόρες. Το 1967 βρήκε το θάνατο στη Βολιβία ο Τσε. 

  Farabundo Martí National Liberation Front (Σαν Σαλβαδόρ)
Το 1979, μετά από δεκαετίες σκληρών αγώνων, οι αντάρτες Σαντινίστας ανέτρεψαν το μακρόχρονο, αιμοσταγές δικτατορικό καθεστώς. Το 1989, όταν στην Ευρώπη προσπαθούσαν να μας πείσουν για το «τέλος της ιστορίας», στο Σαλβαδόρ οι αντάρτες συνέχιζαν τον τιτάνιο αγώνα τους ενάντια στη δικτατορία η οποία δεν δίσταζε να βομβαρδίζει τις φτωχογειτονιές της πρωτεύουσας. Την ίδια χρονιά το Φεβρουάριο ο λαός της Βενεζουέλας ξεσηκωνόταν ενάντια στα απάνθρωπα μέτρα λιτότητας που είχε επιβάλλει το ΔΝΤ και η κυβέρνηση της χώρας. Η εξέγερση αντιμετωπίστηκε από το στρατό με πάνω από 3000 νεκρούς.
Μια ξεχωριστή στιγμή των λαϊκών αγώνων που επέδρασε ιδιαίτερα στο έργο του ποιητή Πάβλο Νερούδα και όχι μόνο, υπήρξε βέβαια η τρίχρονη κυβέρνηση της «Λαϊκής Ενότητας» στη Χιλή, 1970-1973. Η κυβέρνηση αυτή, υπό τον πρόεδρο Σαλβαδόρ Αλλιέντε τόλμησε να έρθει αντιμέτωπη με τα πολυεθνικά μονοπώλια. Τόλμησε να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα εθνικοποιήσεων των στρατηγικών τομέων της οικονομίας της χώρας και, στη βάση αυτών, να αρχίσει την αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου σε όφελος των φτωχών και των αδικημένων. Εθνικοποίησε τη βασική πλουτοπαραγωγική πηγή της χώρας, το χαλκό, που τον λυμαίνονταν οι πολυεθνικές των ΗΠΑ. Η λαϊκή κυβέρνηση Αλλιέντε δίστασε δυστυχώς να εξοπλίσει την εργατική και λαϊκή πολιτοφυλακή και έτσι βρέθηκε άοπλη και αδύναμη μπροστά στην τρομοκρατία της αντίδρασης, μπροστά στο στρατιωτικό πραξικόπημα που πραγματοποίησε η ολιγαρχία του πλούτου με τη βοήθεια και καθοδήγηση των ΗΠΑ.

Φιντέλ - Αλιέντε
Στον αγώνα αυτό ο ποιητής Νερούδα ήταν παρών. «Μια φορά ακόμα σκέφτηκα πως έπρεπε να τους υπερασπιστώ. Υπερασπιστώ… Υπερασπιστώ… Τι παράξενη λέξη! Να υπερασπιστώ τον άνθρωπο, το λαό, τον αριθμό της φυλής, το κύτταρο της πατρίδας, να το υπερασπιστώ από άλλους ανθρώπους. Σ’ άλλα χώματα πρέπει να τον υπερασπιστείς από τον πόλεμο, από τα άγρια θηρία. Εδώ πρέπει να τον υπερασπιστούμε απ’ τη θανάσιμη μιζέρια, την πείνα, την αρρώστεια, την εγκατάλειψη. Πρέπει να τον υπερασπιστούμε από κείνους που τον εκμεταλλεύονται και του επιτίθενται, από κείνους που όταν δεν μπόρεσαν να τον μεταβάλουνε σε δούλο, γεμάτοι λύσσα και μίσος, ψάχνουνε για συνενόχους που προδίνουνε και διαιρούν»[2].
Το 1969 μιλώντας σε συνέντευξη τύπου ο ποιητής και συνάμα γερουσιαστής του Κομμουνιστικού Κόμματος Χιλής Νερούδα υπογράμμιζε: «Θα υποστηρίζουμε πάντα το πρόγραμμα κάθε κόμματος που θα έχει ένα επαναστατικό και ρεαλιστικό περιεχόμενο. Όσο για τη βιομηχανία, εμείς είμαστε ενάντια στα μονοπώλια, είμαστε ενάντια στις τοποθετήσεις στον τόπο μας των ξένων κεφαλαίων που έκαναν να βαρύνει μια κεφαλαιοκρατική πολιτική στη χώρα μας… Εμείς υποστηρίζουμε την εκβιομηχανοποίηση της χώρας μας, χωρίς να αποδεχτούμε, φυσικά, όπως είπα χτες, την εκμετάλλευση του προλεταριάτου μας»[3].

 Οι Σαντινίστας στον αγώνα ενάντια στους Αμερικάνους Ιμπεριαλιστές
Στις σημερινές, δύσκολες στιγμές που περνά η χώρα μας και ο λαός, ας κρατήσουμε τη συμβολή του ποιητή. Ας μην ξεχνάμε τη διδαχή της ιστορίας και της ποίησης. Το καλύτερο αύριο δεν θα έρθει με την υποβολή διαπιστευτηρίων στην Ουάσιγκτον και στο Βερολίνο. Το καλύτερο αύριο μπορεί να έρθει μόνο με τον ενωμένο, ανυποχώρητο λαϊκό αγώνα. Οι καλύτερες μέρες μπορούν να έρθουν αν προσπαθήσουμε κοπιαστικά για να συγκροτηθεί ένα λαϊκό μέτωπο, ένα δημοκρατικό, πατριωτικό μέτωπο το οποίο θα τα βάλει με τους κάθε λογής δυνάστες, όποιοι κι αν είναι αυτοί: είτε είναι η εγχώρια ολιγαρχία, είτε το ΔΝΤ, η τρόικα, η ΕΕ, το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ.
Επειδή θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι το έργο αυτό φαντάζει σήμερα πολύ δύσκολο, ίσως και ακατόρθωτο, ας θυμηθούμε το Νερούδα που απευθυνόμενος στους αμερικανοστήρικτους δικτάτορες της Λ. Αμερικής έγραφε: «τι μπορείς εσύ καταραμένε, ενάντια στον αγέρα;». Για να συμπληρώσει σε άλλη ευκαιρία με ειρωνικό τρόπο: «η ποίηση είναι πολύ επικίνδυνη για τις καλές κυβερνήσεις».
Ας αντλήσουμε λοιπόν επαναστατική αισιοδοξία από τη λατινοαμερικάνικη ποίηση. Ας αντλήσουμε αισιοδοξία από την αγάπη για τη ζωή, για τη βροχή, τον ήλιο, για τη μυρωδιά του χώματος, το χρώμα του χαλκού, το «κρασί της πατρίδας», από την αγάπη για τον άνθρωπο.


Απεικόνιση του ηρωικού θανάτου του ήρωα Τουπάκ Αμάρου
 



[1] Βλ. Π. Νερούδα, Άπαντα, τ. 1, Αθήνα, εκδ. Άλμπατρος, χ.χρ., σελ. 211.
[2] Βλ. Π. Νερούδα, Άπαντα, τ. 1, Αθήνα, εκδ. Άλμπατρος, χ.χρ., σελ. 171.
[3] Βλ. Π. Νερούδα, Άπαντα, τ. 1, Αθήνα, εκδ. Άλμπατρος, χ.χρ., σελ. 185.