Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Το έργο του Γιάννη Κορδάτου ως σταθμός και σημείο αναφοράς για την ελληνική μαρξιστική σκέψη


Σήμερα παρουσιάζουμε την εισήγηση του Μιχάλη Χονδροκούκη  στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε πριν λίγες μέρες, με μεγάλη επιτυχία, στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ και που συνδιοργάνωσαν το περιοδικό "Ουτοπία" και ο σύλλογος διάδοσης της μαρξιστικής σκέψης "Γιάννης Κορδάτος".

Μιχάλης Χονδροκούκης

Όταν το 1924 κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το έργο του Γιάνη Κορδάτου Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επαναστάσεως του 1821, οι αντιδράσεις ήταν μεγάλες, άμεσες και εκ διαμέτρου αντίθετες. Υπήρξαν, φυσικά, εκείνοι που με θάρρος και ενθουσιασμό το υποστήριξαν στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο και το πανεπιστήμιο, αλλά αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μας είναι η στάση της εξουσίας.

Τόσο το κράτος, όσο και η Ιερά Σύνοδος έσπευσαν να το καταδικάσουν. Και δεν έμειναν μόνο στην απλή δημόσια καταδίκη. Η Ιερά Σύνοδος ανέθεσε σε ένα θεολόγο να εκπονήσει μια μελέτη που να αντικρούει το συγκεκριμένο έργο του Κορδάτου και να αναιρεί τα συμπεράσματά του. Το κράτος με τη σειρά του, αφού έβαλε κάθε λογής δημοσιογράφους και δημοσιολόγους να καταφέρονται με λίβελους εναντίον του, προσπάθησε να εμποδίσει την ανάγνωσή του από τη νεολαία.

Στο πλαίσιο αυτό, το Υπουργείο Παιδείας εξέδωσε μία Εγκύκλιο δια της οποίας συνιστούσε στους καθηγητές «να παίρνουν τα μέτρα τους ενάντια στους μαθητές που διαβάζουν το βιβλίο του Κορδάτου». Έτσι, εκατοντάδες μαθητές των γυμνασίων της πόλης και της επαρχίας αποβλήθηκαν ή τιμωρήθηκαν με διάφορους τρόπους με την κατηγορία ότι διαβάζουν το έργο του.

«Γιατί όμως όλος αυτός ο θόρυβος;», σημειώνει ο ίδιος ο Κορδάτος στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης. Και συνεχίζει: «Δε διστάζω να διακηρύξω πως το βιβλιαράκι μου αυτό δεν είναι κανένα «σοφό» βιβλίο, ούτε περιέχει καμιά πρωτότυπη ιδέα.

»Η μόνη του αξία είναι πως ο συγγραφέας του πήρε ένα θέμα από τα σπουδαιότερα της Νεοελληνικής μας Ιστορίας και το εξήτασε με τη μέθοδο του ιστορικού υλισμού. Αυτό είναι όλο όλο.»

«Αυτό είναι όλο όλο», είπε ο Κορδάτος και για μας είναι αυτό ακριβώς που έχει και τη μέγιστη αξία. η μέθοδος. Το έργο αυτό αποτελεί σταθμό για την ελληνική ιστοριογραφία, διότι εισάγει τον ιστορικό υλισμό ως μέθοδο στη μελέτη, ανάλυση και ερμηνεία της ελληνικής ιστορίας και μάλιστα σε ένα κομμάτι της που ήταν πολύ σημαντικό και κρίσιμο για την τότε, αλλά και τη σημερινή εξουσία. Από την αστική ανάγνωση της ελληνικής επανάστασης και του χαρακτήρα της αντλούν οι αντιδραστικές δυνάμεις ιδεολογικά εφόδια για να κρύβουν το ρόλο τους και να θολώνουν την κρίση του λαού.

Ο Κορδάτος απεκάλυψε τον αντιδραστικό ρόλο των ανώτερων κληρικών, των κοτζαμπάσηδων και των Φαναριωτών, οι οποίοι εμφανίστηκαν μετεπαναστατικά να διεκδικούν το ρόλο του εθνοσωτήρα και κατέδειξε ότι η «απελευθερωμένη» Ελλάδα έγινε «συγκεκαλυμένον προτεκτοράτον της Αγγλίας», πως ο ελληνικός λαός δεν μπορούσε «να ασκεί τα κυριαρχικά του δικαιώματα» και πως έπρεπε «να ευρίσκεται σε κατάσταση ημιαποίκου».

Σχετικά με τη μετεπαναστατική εξέλιξη του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, όχι μόνο απεκάλυψε τον εξαρτημένο χαρακτήρα της οικονομίας και της πολιτικής του, αλλά τεκμηρίωσε τη θέση του με συνέπεια προς τη μαρξιστική μεθοδολογία αναλύοντας την οικονομική βάση του φαινομένου της εξάρτησης.

Ανέδειξε ότι η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, ως γέφυρα των συγκοινωνιών της Δυτικής Ευρώπης και της Ανατολής, ήταν η αιτία που το ξένο κεφάλαιο, και κυρίως το αγγλικό, προσπαθούσε συνεχώς με δάνεια και πολιτικές επεμβάσεις να εξασφαλίσει την επικυριαρχία του και να ακυρώσει κάθε εθνική ανεξαρτησία.

Ανέλυσε τον εμπορομεσιτικό χαρακτήρα του ελληνικού κεφαλαίου κατά τα προεπαναστατικά και τα μετεπαναστατικά χρόνια και εξήγησε δια αυτού τον εξαρτημένο χαρακτήρα της ελληνικής αστικής τάξης και τελικά την οικονομική και πολιτική εξάρτηση της Ελλάδας.

Ο ίδιος σημειώνει: «Οι Έλληνες έμποροι παντού [εννοεί εντός και εκτός Ελλάδας] κάνανε εξαγωγή από πρώτες ύλες και δημητριακά και φέρνανε στην Τουρκία, Ρωσία, Αίγυπτο, Βαλκανική τα βιομηχανικά είδη της δυτικής Ευρώπης. Αυτός ήταν για πολύ καιρό –κοντά ένας αιώνας– ο ρόλος των Ελλήνων εμπόρων. Από τον τέτοιο ρόλο του ελληνικού εμπορικού κεφαλαίου αναπτύχθηκε και η ελληνική ναυτιλία (εφοπλιστικό κεφάλαιο) […] Κάτω από τις συνθήκες αυτές το ελληνικό κεφάλαιο, όπως και στα προεπαναστατικά χρόνια, έτσι και παραΰστερα, ήταν το παρακλάδι του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Έπαιζε δηλαδή βοηθητικό ρόλο στις ανταλλακτικές σχέσεις Ανατολής και Ευρώπης.Από την αιτία αυτή  ευνοήθηκε πρώτα η ανάπτυξη του εμπορικού κεφαλαίου, παράλληλα του εφοπλιστικού και κατόπι του χρηματιστικού, που εξυπηρετεί τις πιστωτικές ανάγκες του εμπορικού και του εφοπλιστικού κεφαλαίου.»

Μεθοδολογικά, λοιπόν, αναλύει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της ελληνικής αστικής τάξης και παράλληλα συμπληρώνει με τη γενίκευση πως:

 «(…) δεν πρέπει να ξεχνούμε πως παντού όπου κυριάρχησε το εμπορικό κεφάλαιο επικράτησαν κι επιζήσανε οι παλιές ιδέες και τα παλιά κοινωνικά καθεστώτα». Έτσι, συνδέει το συγκεκριμένο με το αφηρημένο και επιστρέφει στο συγκεκριμένο για να βγάλει τα συμπεράσματά του. Καταλήγει ότι: «Γι’ αυτό η αστική τάξη της Ελεύθερης Ελλάδας, με το να είναι εξαρτημένη από το ξένο κεφάλαιο και υποχείρια των Ελλήνων κεφαλαιούχων του έξω Ελληνισμού, δεν έπαιξε κανένα προοδευτικό ρόλο στα μετεπαναστατικά χρόνια. […] Η ελληνική αστική τάξη στάθηκε στο βάθος αντιδραστική και δεν επιδίωξε βαθύτερες μεταβολές.»

Και ακολούθως επανέρχεται στο γενικό και αφηρημένο: 

«Το εμπορικό κεφάλαιο, και μόνο αυτό, δεν είναι αρκετό για να προωθήσει κοινωνικούς μετασχηματισμούς, να διευκολύνει δηλαδή τη μετάβαση από τον έναν τρόπο παραγωγής στον άλλο, γιατί δεν μπορεί να αναπτύξει την παραγωγή. Αυτό γίνεται μόνο με το βιομηχανικό κεφάλαιο.»

Αυτά σχετικά με την ανάλυση του Κορδάτου για την ελληνική επανάσταση και το χαρακτήρα της.

Η ρήξη, όμως, του Κορδάτου με την αστική ιστοριογραφία εκτείνεται πολύ πέρα από μεμονωμένα ιστορικά γεγονότα και περιόδους. Θέτει υπό εξέταση γενικότερες ιστορικές κατηγορίες, όπως το «έθνος», και ασκεί κριτική στον αστικό ορισμό τους. Αντικρούει αντιδραστικές και αντιεπιστημονικές αντιλήψεις, όπως η δήθεν καθαρότητα και η αδιάκοπτη συνέχεια του νεοελληνικού έθνους από την αρχαιότητα έως σήμερα.

«Στα νεώτερα χρόνια κανένας λαός δεν είναι καθαρόαιμος», επισημαίνει και καταδεικνύει ότι «εκείνο που παίζει σπουδαίο ρόλο είναι όχι το αίμα, αλλά η εθνική συνείδηση του κάθε λαού».

Αντιτιθέμενος στην κρατούσα αντιεπιστημονική άποψη, υποστηρίζει ότι το έθνος είναι άγνωστο στην αρχαία εποχή. συνεπής προς τη μαρξιστική αντίληψη το συσχετίζει με την ανάπτυξη του καπιταλισμού και εξηγεί γιατί η αστική τάξη είναι φορέας του εθνικισμού.

Πέρα από αυτά, όμως, η συμβολή του είναι τεράστια, διότι καταπιάστηκε με θέματα που αφορούσαν άμεσα τον εργαζόμενο λαό και τον αγώνα του, είτε στην ύπαιθρο είτε στην πόλη. Τόσο η ιστορία του αγροτικού όσο και του εργατικού κινήματος αποτέλεσαν και αποτελούν μια ανεκτίμητη προσφορά του Κορδάτου στον αγώνα συνειδητοποίησης των αγροτών και των εργατών. Προβάλλοντας τους αγώνες και τις θυσίες τους, βοήθησε στην ευαισθητοποίηση και κινητοποίηση του λαού. Τονίζοντας ότι κατακτήσεις υπήρξαν μόνο στο βαθμό που υπήρχε οργάνωση του αγώνα, έδειξε το δρόμο και έδωσε ελπίδα σε όσους βρίσκονταν σε απόγνωση.

Από την άλλη, καταδεικνύοντας λάθη και αδυναμίες, και ασκώντας αυστηρή κριτική, βοήθησε τους αναγνώστες του να εμβαθύνουν σε πολιτικά προβλήματα που ανέκυπταν από τις διάφορες μικροαστικές ταλαντεύσεις στις γραμμές του κινήματος, είτε προς τα αριστερά είτε προς τα δεξιά.

Πολλές φορές ο Κορδάτος, παρά την υψηλή στελεχική θέση του στο Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα, ήρθε σε αντιπαράθεση με την κρατούσα αντίληψη, έχοντας εμπιστοσύνη στο κριτήριό του και χωρίς να δείχνει σημάδια υποχωρητικότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η θέση του για τη λύση του αγροτικού ζητήματος δια άμεσων απαλλοτριώσεων άνευ αποζημιώσεως, αρχικά δεν έγινε δεκτή από το Κόμμα και μόνο αφού αυτό προσχώρησε στην Τρίτη Διεθνή αναγνωρίστηκε και υιοθετήθηκε η άποψή του ως η σωστή μπολσεβίκικη τακτική. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι πρέπει να έχουμε πάντα υπόψη ότι η αυστηρή κριτική που διαβάζουμε στα έργα του δεν είναι η κριτική ενός ακαδημαϊκού, αλλά ενός ανθρώπου που έβαλε τις ιδέες του σε εφαρμογή και δοκιμάστηκαν από την πράξη στο πεδίο της ταξικής πάλης.

 Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Κορδάτος ποτέ δεν κάνει μια απλή γεγονοτολογία. Όλα τα ιστορικά του έργα είναι εμπλουτισμένα με κριτικά σχόλια που στόχος τους είναι να αναδείξουν τη μαρξιστική αντίληψη για την ιστορική κίνηση, την πολιτική και την πορεία εξέλιξης της συνείδησης.

Σχολιάζοντας τις ομιλίες στο Πρώτο Αγροτικό Συνέδριο το 1912 και ειδικότερα του δικηγόρου Τριανταφυλλίδη που υποστήριξε ότι η απαλλοτρίωση της γης ήταν σύμφωνη με το ρωμαϊκό και βυζαντινό δίκαιο, εξηγεί ότι η στάση αυτή αποτύπωνε την αδυναμία των μικροαστών να ξεπεράσουν την αστική αντίληψη περί ατομικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, σε άλλες περιπτώσεις ασκεί κριτική και προτείνει ποια θα έπρεπε να είναι η σωστή πολιτική στάση. Για παράδειγμα, ασκώντας κριτική στη στάση των σοσιαλιστών υπέρ της ουδετερότητας των γερμανόφιλων στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, τη χαρακτηρίζει ασυγχώρητη και φροντίζει να δηλώσει ότι χρέος τους ήταν να ξεσηκώσουν αντιπολεμικό κίνημα. Αλλού, για το δεύτερο Συνέδριο της ΓΣΕΕ το 1920, στηλιτεύοντας το σύνθημα που προωθούσαν οι τότε εργατοπατέρες και υποχείρια του βενιζελισμού περί αποχής της Συνομοσπονδίας Εργατών από κάθε πολιτική, χτυπά την αντίληψη του οικονομισμού και τονίζει ότι :

«ο συνδικαλισμός χωρίς το σοσιαλισμό δεν μπορεί να πραγματοποιήσει τους απελευθερωτικούς του σκοπούς.»

Όλα αυτά συγκροτούν ένα ανάγνωσμα εξαιρετικά χρήσιμο, διότι, καθώς ο αναγνώστης διαβάζει τα διάφορα γεγονότα της ελληνικής ιστορίας, παράλληλα εμπλουτίζει τις πολιτικές του γνώσεις με στοιχεία και γενικότερα συμπεράσματα της μαρξιστικής πολιτικής σκέψης.


Ιδιαίτερα χρήσιμοι και κατατοπιστικοί είναι οι σύντομοι χαρακτηρισμοί ιστορικών προσώπων Κάποιοι, μάλιστα, δίνουν ένα πολύ άμεσο, ζωντανό και διασκεδαστικό ύφος στο κείμενό του: ο Δαγκλής, τον οποίο ο Βενιζέλος ήθελε να πρωθυπουργοποιήσει, αποκαλείται «μορμολύκειον». Ο Ζαΐμης, «μούμια του παλαιοκομματισμού». Ο Όθωνας, «βλακόμετρο». Ο Γεώργιος, «όχι βλακόμετρο όπως ο Όθωνας» κ.ά. Όμως, για ορισμένα πρόσωπα οι χαρακτηρισμοί του συμπυκνώνουν σε λίγες φράσεις την ουσία του ρόλου τους και της αξίας τους. Για τον Αλέξανδρο Χατζηκυριάκο γράφει:

«Ο Χατζηκυριάκος που έκανε τον υπερδημοκράτη την περίοδο αυτή και φιλοδοξούσε να παίξει το ρόλο Μαρά, Δαντών και Ροβεσπιέρου, ύστερα από το 1933 έγινε μοναρχικός και λακές του Τσαλδάρη. Όταν γύρισε ο βασιλιάς Γεώργιος το 1935 ήταν από τους πρώτους που πήγαν και του φίλησαν το χέρι. Οι τέτοιοι «ιδεολόγοι» έχουν θέση μόνο στην κοπριά της ιστορίας».

Αλλά τη μεγαλύτερη αξία, πιστεύω, την έχουν οι διάφοροι χαρακτηρισμοί του Βενιζέλου. Επειδή ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση διασταυρώνομαι συχνά με το μάθημα της Νεότερης Ιστορίας, πρέπει να πω ότι έχω βαρεθεί να διαβάζω τα λιβανιστήρια των σχολικών βιβλίων για το πόσο σπουδαίος ήταν και να προσπαθώ να εξηγήσω σε συνήθως αδιάφορους μαθητές ότι πρέπει να έχουν ταξικό κριτήριο κατά την αξιολόγηση ενός ιστορικού προσώπου. Δίπλα, λοιπόν, στο κείμενο του σχολικού βιβλίου συχνά αντιπαραθέτω αποσπάσματα από το έργο του Κορδάτου, όπως το ακόλουθο:

«Όλες του αυτές οι ενέργειες έδειχναν πως από τη μια μεριά έδινε εξετάσεις συντηρητικότητας για να πάρει εύσημο ευνοίας από την αγγλική κυβέρνηση και από την άλλη ότι ήθελε να συνθηκολογήσει με τον αντιβενιζελισμό για να τον έχει σύμμαχο στον αγώνα του κατά της δημοκρατικής παράταξης. Ήταν οργανέτο της μεγαλοαστικής τάξης και γι’ αυτό ό,τι έκανε, το έκανε για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των μεγαλοαστών». 


Συνήθως, ένα τέτοιο απόσπασμα αρκεί για να πυροδοτήσει μια καλή συζήτηση στην τάξη, ανάμεσα βέβαια στους λιγοστούς μαθητές που είναι ακόμη σε θέση να έχουν τέτοια ενδιαφέροντα.

Η αλήθεια είναι ότι ο Κορδάτος, όπως και ο ίδιος το επιθυμούσε, είναι πολύτιμος στους εκπαιδευτικούς και ειδικά σε όσους διδάσκουν Ιστορία. Η ιστορία του Μικρασιατικού πολέμου δίνει πάντα τη δυνατότητα να αξιοποιηθεί η ανάλυση του Κορδάτου ως αντίποδας στην αστική προπαγάνδα. Όμως, για να μπορούμε σήμερα να αξιοποιούμε το έργο του Κορδάτου ως ιστορική πηγή, έπρεπε πρώτα ο ίδιος να φέρει εις πέρας ένα τιτάνιο έργο σχετικό με την αναζήτηση, ανεύρεση και αξιοποίηση των ιστορικών πηγών της εποχής του, που συνήθως βρίσκονταν στα αζήτητα.

Σε μια εποχή που τα αρχεία ήταν υποτυπώδη και όπως γράφει και ο ίδιος «[…] –για μας τους κομμουνιστές– δεν είναι εποχή της ήρεμης εργασίας του σπουδαστηρίου», σε μια τέτοια συνθήκη κατάφερε τρομερά πράγματα. Χαρακτηριστικά αναφέρει ο Πορφύρης στην Επιθεώρηση Τέχνης:

«Αβοήθητος από όλους, μέσα σε μιαν εχθρική ατμόσφαιρα, με αφάνταστες θυσίες οικονομικές και καταβολή υπεράνθρωπου μόχθου, αναζήτησε το ιστορικό τεκμήριο όπου μπορούσε να βρεθεί και στην προσπάθειά του αυτή ο Κορδάτος έδειξε ακατάβλητη θέληση και μεγάλο ιστοριοδιφικό ταλέντο: γύρισε μοναστήρια, έσκυψε σε μουχλιασμένα έγγραφα, αντέγραψε με συνεργία αντιγραφέων, που αυτός πλήρωνε, πολύτιμες μαρτυρίες, ανασκάλεψε ιδιωτικές βιβλιοθήκες, μάζωξε λαογραφικό υλικό, ζήτησε προφορικές πληροφορίες […] Η ιστορική του εποπτεία επεκτάθηκε στον ιστορικό χρόνο τριάντα αιώνων, ξεπέρασε τα όρια του ελλαδικού χώρου και επεκτάθηκε στην ιστορία του πολιτισμού.»

Φυσικά, η τεράστια αυτή προσφορά του, η διάσωση και ταξινόμηση ενός ασύνδετου υλικού, δεν έλυνε πάντα όλα τα προβλήματα. Συχνά, λοιπόν, όπου οι μαρτυρίες δεν ήταν επαρκείς, ο Κορδάτος εμπιστευόταν το ιδεολογικό του κριτήριο και διετύπωνε τη δική του ιστορική θεωρία. Όπως είναι λογικό, σε κάποιες υποθέσεις του επιβεβαιώθηκε και σε άλλες διαψεύστηκε από τη μεταγενέστερη έρευνα. Στο βαθμό που καταπιάστηκε με θέματα με μια σχετική χρονική εγγύτητα, η εκτιμήσεις του ήταν συνήθως σωστές.

Όταν, όμως, η χρονική απόσταση μεγάλωνε και η κοινωνική πραγματικότητα την οποία μελετούσε ήταν πολύ μακρινή, τότε τα λάθη ήταν συχνότερα. Για παράδειγμα, σχετικά με τα έργα του Ομηρικά και Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας. Οι εξαιρετικά περιορισμένες πηγές και η πολυπλοκότητα της ερμηνείας τους αποτέλεσαν τους βασικούς λόγους που ο Κορδάτος οδηγήθηκε σε πολλές λανθασμένες ερμηνείες.
Eνώ για τη φιλοσοφία της κλασικής αρχαιότητας η εργασία του είναι πιο εύστοχη, όταν καταπιάνεται με προγενέστερα αντικείμενα, όπως οι Προσωκρατικοί και ακόμη περισσότερο το «ομηρικό ζήτημα», σημειώνει αρκετές αστοχίες.
Κάνει λάθος στην ταξική τοποθέτηση διαφόρων φιλοσόφων, όπως ο Ηράκλειτος και οι Πυθαγόρειοι, και συνεπώς παρερμηνεύεται μερικώς η φιλοσοφία τους. Παρόλ’ αυτά, η κριτική που άσκησε στην αστική ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας που συμπίπτει με την έως και σήμερα επικρατούσα περιοδολόγηση, είναι σωστή και δίνει με σαφήνεια το στίγμα της υλιστικής μεθόδου που εφαρμόζει ο Κορδάτος.

Ωστόσο, πέρα από τις όποιες επιμέρους διαφωνίες που μπορεί να έχει κανείς σήμερα με τα όσα αποτυπώνονται στο εκτενέστατο έργο του Γιάνη Κορδάτου, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι δημιούργησε μια ολόκληρη παράδοση και μέχρι σήμερα αποτελεί σημείο αναφοράς. Και αυτό ακριβώς ήταν και ο δικός του στόχος, τον οποίο και πέτυχε. Η αξία του για μας τους κομμουνιστές είναι ανεκτίμητη. Τελειώνοντας, θα σας διαβάσω ένα τελευταίο απόσπασμα από τον επίλογο της Μεγάλης Ιστορίας της Ελλάδας, όπου σε λίγες γραμμές σημειώνει τα γενικότερα συμπεράσματά του από τη μελέτη της ιστορίας του τόπου μας:

«Από το 1924 που καταπιάστηκα συστηματικά με τη μελέτη της ελληνικής ιστορίας και για να συγκεντρώσω το υλικό θυσίασα τόσα χρόνια μόχθου και κοπιαστικής εργασίας, στις έρευνες και μελέτες μου, βρήκα πάντα την κάθε φορά ηγέτιδα τάξη να περιφρονεί και να μη βρίσκεται στο πλευρό του πολυβασανισμένου λαού μας. Και στην περίοδο της τουρκοκρατίας και κατόπιν στην περίοδο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του ‘21 και παραΰστερα, όχι μόνο διαπράχθηκαν λάθη, αλλά οι λαϊκές μάζες που έχυναν το αίμα τους για την ανεξαρτησία και την εθνική αποκατάσταση δεν είχαν τη συμπαράσταση της πολιτικής ηγεσίας.

Ο εργαζόμενος λαός, αυτός που μοχθεί από τα χαράματα ως τη νύχτα στα χωράφια, στα εργαστήρια στα εργοστάσια και στα μαγαζιά, αυτός που πληρώνει τους φόρους, αυτός που στρατεύεται και χύνει το αίμα του στους πολέμους, ξακολουθεί να είναι ο παρίας.

Στον καιρό της τουρκοκρατίας καταδυναστεύονταν από τους κοτζαμπάσηδες, τους Φαναριώτες και τον ανώτερο κλήρο. Στον καιρό του ’21 οι στρατιωτική και πολιτική ηγεσία δε στάθηκε στο ύψος της. Έξω από λίγες εξαιρέσεις, οι πιο πολλοί τρανοί καπεταναίοι και οι «τρανοί» πολιτικοί πολλές φορές βάλανε πάνω από τα εθνικά τα ατομικά τους συμφέροντα. Όπως είδαμε, από την πρώτη μέρα που ακούστηκε το εγερτήριο σάλπισμα, οι πιο πολλοί κοτζαμπάσηδες, οι ανώτεροι κληρικοί και εκείνοι που πήραν τα ηνία της πολιτικής ηγεσίας δε φέρθηκαν καλά. Από την κακοδιοίκηση και τις επεμβάσεις των κοτζαμπάσηδων και αντιδραστικών ξέσπασαν εμφύλιοι σπαραγμοί και χύθηκε πολύ αίμα.

Και σα να μην έφταναν οι αντιδράσεις των κοτζαμπάσηδων και αντιδραστικών, άρχισαν και οι επεμβάσεις των ξένων που συνεχίστηκαν φανερά μεν ως το 1863, έμμεσα δε ως το 1914. Από τότε όμως ξανάρχισαν οι επεμβάσεις των λεγόμενων μεγάλων δυνάμεων και συνεχίζονται ως σήμερα.»