Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2019

Ρατσισμός στην ελληνική κοινωνία ή γιατί η Χρυσή Αυγή είναι ακόμη εδώ


του Βασίλη Λιόση


Το προσφυγικό/μεταναστευτικό είναι ένα πρόβλημα που έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις. Τα ερωτήματα που αναφύονται είναι κρίσιμα: α) Γιατί υπάρχει όξυνση του φαινομένου; β) Ποιοι τροφοδοτούν τον ρατσιστικό παροξυσμό; γ) Τι μας διδάσκει το παρελθόν; 


ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ

Κανένας άνθρωπος δεν θέλει να αφήσει πίσω την οικογένειά του, τους φίλους του, την πατρίδα του και να μπαίνει σε σάπιες βάρκες προκειμένου να βρεθεί σε μία άλλη άγνωστη χώρα ρισκάροντας τη ζωή του. Δυο βασικές ανάγκες ωθούν τους ανθρώπους να φύγουν από τη χώρα τους: η ανάγκη να μείνουν ζωντανοί από τους πολέμους και η ανάγκη να ξεφύγουν από τη φτώχια και την εξαθλίωση. Στη Συρία υπάρχουν πόλεις όπου σχεδόν το σύνολο των κτιρίων αποτελούν σωρό ερειπίων από τους βομβαρδισμούς. Το Αφγανιστάν για το οποίο κάποιοι διατείνονται πως δεν βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση κλείνει φέτος τα 41 χρόνια συγκρούσεων και τα 18 χρόνια από τότε που εισέβαλαν οι Αμερικανοί. Μόνο πέρσι σκοτώθηκαν 1.000 παιδιά. Μέσα στο 2018 έγιναν 173 βομβαρδισμοί από τις φιλοκυβερνητικές δυνάμεις. ΑΥΤΟ ΓΙΑ ΟΠΟΙΟΝ ΔΕΝ ΤΟ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΛΕΓΕΤΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ
Κανείς από τους πολιτικούς ταγούς, όλους αυτούς που καταφέρονται κατά των μεταναστών, δεν μας λέει πως με βάση τα στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ ο αριθμός των προσφύγων και μεταναστών είναι ο υψηλότερος των τελευταίων 70 ετών. Μέσα στο 2018 ο αριθμός των εκτοπισμένων έφτασε τα 71 εκατομμύρια. Κανένας από αυτούς δεν κάνει τουρισμό. Αφήνει τις ρίζες του και ταξιδεύει αναζητώντας ένα άδηλο μέλλον. Το τίμημα είναι συχνά βαρύ. Η Μεσόγειος έχει μετατραπεί σε έναν υγρό τάφο με 900 πνιγμένους ανθρώπους τη χρονιά που πέρασε. Ανθρώπους που μπορεί να τους αναζητάνε εναγωνίως οι δικοί τους, αλλά κανείς δεν θα τους βρει. Ανάμεσά  τους και πολλά παιδιά. Το πιο θλιβερό από όλα είναι πως υπάρχουν άνθρωποι που μένουν ασυγκίνητοι ακόμη και μπροστά στο συγκλονιστικό θέαμα πτωμάτων μικρών παιδιών που ξεβράζονται στις παραλίες. ΑΥΤΟ ΛΕΓΕΤΑΙ ΑΝΤΙΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ.
Σήμερα σε ένα άθλιο πόκερ των μεγάλων δυνάμεων ο διαγκωνισμός για τον έλεγχο εδαφών, ενεργειακών πηγών και στρατηγικών σημείων συνεχίζεται αμείωτος. ΑΥΤΟ ΛΕΓΕΤΑΙ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ και στη μέση βρίσκονται αυτοί που πληρώνουν βαρύ φόρο αίματος, δηλαδή οι λαοί. 


Ο ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τα περιστατικά που λαμβάνουν χώρα σήμερα στην Ελλάδα είναι θλιβερά. Πρόσφατα μαχαιρώθηκε 12χρονος  αλλοδαπός μαθητής στη Θεσσαλονίκη. Κάτοικοι σε διάφορες περιοχές όχι απλώς διαμαρτύρονται για την παρουσία μεταναστών και προσφύγων, αλλά έφτασαν στο σημείο να λιθοβολούν τα πούλμαν μέσα στα οποία βρίσκονταν και μικρά παιδιά. Η γελοιότητα έφτασε στο απόγειό της όταν ορισμένοι από τους συγκεντρωμένους ντύθηκαν με αρχαιοελληνικές στολές κρατώντας ασπίδες και ακόντια! Αυτοί οι ίδιοι μπορεί την Κυριακή να πηγαίνουν στην εκκλησία και να σταυροκοπιούνται. Άλλωστε ανάμεσα στο μαινόμενο πλήθος βρισκόταν και ένας ιερωμένος που πρωτοστατούσε στην αγελαία συμπεριφορά των συγκεντρωμένων. Είναι αυτοί που πουλάνε εθνικισμό (που καμία σχέση δεν έχει με τον πατριωτισμό) αλλά ξεχνάνε τι σημαίνει ελληνική φιλοξενία και την παράδοση του Ξένιου Δία (κατά τα άλλα είναι αρχαιολάτρες). 

Είναι αυτοί που ξεχνάνε ότι οι Έλληνες υπήρξαν και αυτοί μετανάστες και έγιναν δέκτες σκληρού ρατσισμού με πογκρόμ, με πρωτοσέλιδα εφημερίδων που τους «κρέμαγαν στα μανταλάκια» και τους «στόλιζαν» με χαρακτηρισμούς όπως «γουρούνια». Οι Έλληνες της Αμερικής και της Γερμανίας ένιωσαν καλά στο πετσί τους τι σημαίνει ρατσισμός. Είναι αυτοί που δεν γνωρίζουν ή κάνουν ότι δεν γνωρίζουν πως όταν ήρθαν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες Μικρασιάτες, οι γυναίκες αποκαλούνταν παστρικές και δημιουργούνταν «υγειονομικές ζώνες» πολύ χειρότερες από τη Μόρια προκειμένου να «υποδεχτεί» το ελληνικό κράτος τους πρόσφυγες. Ένα ελληνικό κράτος και μία πολιτική ηγεσία που ευθυνόταν για τη μικρασιατική καταστροφή πουλώντας μεγαλοϊδεατισμούς και υπηρετώντας αλλότριους σχεδιασμούς. ΑΥΤΟ ΛΕΓΕΤΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΓΝΟΙΑ


ΠΩΣ ΕΡΜΗΝΕΥΟΝΤΑΙ ΤΕΤΟΙΕΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ;

Κανένα κοινωνικό φαινόμενο δεν είναι κεραυνός εν αιθρία, ακόμη κι αν φαίνεται πως δημιουργείται ξαφνικά. Όλα τα προηγούμενα χρόνια υπήρξε ένα κοκτέιλ αιτιών. Σταχυολογώντας θα μπορούσε κάποιος να εντοπίσει ορισμένα γεγονότα κομβικής σημασίας:

  • Παλιότερα ήταν το κόμμα του ΛΑΟΣ που έκανε κηρύγματα μίσους για τους μετανάστες και πρόσφυγες. Ας θυμηθούμε πως ο Καρατζαφέρης από το τηλεοπτικό κανάλι του πρότεινε τον εκτοπισμό των μεταναστών και προσφύγων σε ξερονήσια όπου «θα παρήγαγαν τσολιαδάκια προκειμένου να ωφελήσουν την ελληνική οικονομία». 
  • Η Χρυσή Αυγή παίρνοντας τη σκυτάλη από το ΛΑΟΣ δηλητηρίασε την Ελλάδα με τις ναζιστικές ιδέες και δολοφόνησε δυστυχείς μετανάστες. Η τηλεόραση νομιμοποίησε τη δράση της δείχνοντας τα τάγματα εφόδου της να διαλύουν τους πάγκους μικροπωλητών μεταναστών. 
  • Τουλάχιστον ένα μέρος της κυβερνώσας παράταξης που διαθέτει στους κόλπους της ένα μπλοκ ακροδεξιών δυνάμεων χαϊδεύει τα αυτιά του πιο καθυστερημένου πολιτικά πλήθους και έχει επιλέξει την τακτική του Όρμπαν. 
  • Φασιστικοί πυρήνες έδρασαν μέσα στα γήπεδα αξιοποιώντας το «μακεδονικό», μίλαγαν για γυφτοσκοπιανούς και αναρτούσαν τα σύμβολα του ναζισμού. 
  • Ο νέος εν Ελλάδι αστέρας της ακροδεξιάς και του νεοφασισμού, ο έμπορος των επιστολών του Χριστού και μαντζουνιών, Βελόπουλος, με κηρύγματα μίσους από τις εκπομπές του δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τους λόγους του Χίτλερ, του Χίμλερ και του Γκέμπελς.   
  • Ευθύνες, άλλης τάξης, έχει και η προηγούμενη κυβέρνηση με την κατασκευή άθλιων hot spot και με την αποδοχή της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει δημιουργήσει σε μεγάλο βαθμό όλο αυτό το μεταναστευτικό κύμα. 

Έτσι, φτάσαμε σε συμπεριφορές βαρβαρότητας όπως για παράδειγμα με εκείνον τον Δημοτικό Σύμβουλο στη Χίο που μίλαγε για «γκαστρωμένες ξένες που τριγυρνάνε» και για «σχέδια που απεργάζονται κάποιοι για την αλλοίωση του πληθυσμού». 

Αυτό το πολιτικό κλίμα και αυτή η ελεεινή προπαγάνδα, όταν «πάτησαν» στα υπαρκτά προβλήματα της ανεργίας και της φτώχιας του ελληνικού λαού παρήγαγαν συνειδήσεις που οδήγησαν και οδηγούν ανθρώπους στην ανθρωποφαγία. ΟΛΗ ΑΥΤΗ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΜΕΘΟΔΕΥΜΕΝΟΣ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ. 

*  *  *  *

Τα φαινόμενα είναι ανησυχητικά. Ο ρατσισμός στο παρελθόν χρησιμοποιήθηκε για την άνοδο του ναζισμού. Τότε ο ρατσισμός αφορούσε τους Τσιγγάνους, τους Εβραίους, τους ομοφυλόφιλους. Παλιότερα στην Ελλάδα ο ρατσισμός εστίασε στους Αλβανούς. Τώρα το πρόβλημα εντοπίζεται στους Σύριους, τους Αφγανούς και άλλους. Άνθρωποι ημιμαθείς ή ιδεολογικά πωρωμένοι υπονοούν ή διατείνονται την ανωτερότητα της ελληνικής φυλής. Ωστόσο, καμία αιματική καθαρότητα δεν υπάρχει σε κανέναν λαό. Καμία ανωτερότητα δεν αποδεικνύεται για κανέναν. Οι επιστήμες της βιολογίας, της ιστορίας, της κοινωνιολογίας δεν αφήνουν καμία αμφιβολία: δεν υπάρχουν άνθρωποι, υπάνθρωποι και υπεράνθρωποι. Όποιος υποστηρίζει κάτι τέτοιο είτε εξαπατά συνειδητά είτε υιοθετεί αφελώς φαντασιακούς ιδεότυπους.  

Ωστόσο, υπάρχει και η άλλη πλευρά. Η πλευρά με τις γιαγιάδες της Λέσβου που περιέθαλπαν πρόσφυγες και από το υστέρημά τους τάιζαν τα μικρά προσφυγόπουλα. Η πλευρά του ηρωικού λιμενάρχη Κυριάκου Παπαδόπουλου που έσωσε 5.000 ζωές. Η πλευρά χιλιάδων Ελλήνων αφανών ηρώων  που με όποιον τρόπο μπόρεσαν βοήθησαν τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, χωρίς να τους νοιάζει το χρώμα και το θρήσκευμα του άλλου. Σε αυτή την πλευρά βρίσκεται η ελπίδα όπως και στις κοινωνικές διεργασίες που αποκαλύπτουν τα αίτια του προβλήματος και μάχονται για την παύση των ιμπεριαλιστικών πολέμων. Όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από την πολιτική τους τοποθέτηση, που αντιλαμβάνονται πως στην Ελλάδα βρίσκεται σε εξέλιξη μία σοβαρή κοινωνική παθογένεια οφείλουν να αποτελέσουν μια ασπίδα προστασίας ανθρώπων, ιδεών και αξιακών συστημάτων. Και όπως λέει ο ποιητής:

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος 
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες — μα ούτε βήμα πίσω.      

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2019

Έχει δίκιο η Κεραμέως! (Περί της ανακοίνωσης του υπουργείου παιδείας για την 28η Οκτωβρίου)


του Βασίλη Λιόση

Μεγάλος σάλος προκλήθηκε από την ανακοίνωση της υπουργού παιδείας σχετικά με την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου. Διάφορα απομεινάρια κομμουνιστοσυμμοριτών, αναρχοάπλυτων και δογματικών ιδεολόγων, έσπευσαν με κακόβουλο τρόπο να στηλιτεύσουν το μήνυμα της ανακοίνωσης κατηγορώντας την ηγεσία του υπουργείου παιδείας για ιστορική άγνοια και ιδεολογική στρέβλωση. Κακώς! 

Η ανακοίνωση λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Σωστά κάνει λόγο για «δυνάμεις της βίας και του μίσους» γενικά και αόριστα. Έτσι κι αλλιώς καταδικάζουμε τη βία από όπου κι αν προέρχεται. Το να κάνουμε ευθεία αναφορά στον ναζισμό και τον φασισμό είναι εξόχως προβληματικό, αφού θα πρέπει στη συνέχεια να εξηγήσουμε πως το επίδικο ζήτημα είναι ο ολοκληρωτισμός και όπου υπάρχει ολοκληρωτισμός θα πρέπει να αναφέρουμε και τον κομμουνισμό. Έτσι, με αυτό τον ευφυή τρόπο η ανακοίνωση αποφεύγει να γίνει εμπαθής, αφού κάνει τη χάρη στους κομμουνιστικούς δεινόσαυρους να μην τους θίξει και αυτό είναι ένα θαυμάσιο δείγμα μεγαλοψυχίας, πολιτικού μεγαλείου και εθνικής ομοψυχίας. 

Σωστά, επίσης, κάνει λόγο για τις δυνάμεις του λαϊκισμού. Πρόκειται για μία πληγή του 21ου αιώνα της οποίας οι ρίζες βρίσκονται στον 20ό. Τώρα αν ο λαϊκισμός αφορά ένα συγκεκριμένο στυλ και όχι το περιεχόμενο της πολιτικής, αν σε αυτή την έννοια συμπεριλαμβάνουμε και τον Τσάβες και τον Σαλβίνι, αν πρόκειται για μία έννοια κατασκευασμένη από συγκεκριμένους φορείς με συγκεκριμένες στοχεύσεις, όλα αυτά είναι λεπτομέρειες που μόνο φανατικοί τις λαμβάνουν υπόψη τους. Επικροτούμε, λοιπόν, με άφατο ενθουσιασμό την ανακοίνωση του υπουργείου παιδείας και καταδικάζουμε όλους εκείνους τους στενόμυαλους που επιμένουν να μας λένε ότι η υπουργός παιδείας εξυπηρετεί ιδεολογικές κατασκευές που προέρχονται από την ελληνική ολιγαρχία και εδράζονται σε ιδεολογικά κατασκευάσματα του ελληνικού μετεμφυλιακού κράτους, γνωστού για τις δημοκρατικές του παραδόσεις. 

Φτάνει πια με την ξύλινη γλώσσα και τις αγκυλώσεις. Ας δούμε τα πράγματα ανοικτόμυαλα και δίχως τις παρωπίδες που μας οδηγούν στην αναπαραγωγή νεκρών σχημάτων.  Τώρα, αν κάποιος μας αντιτείνει πως η ανακοίνωση παραλείπει ορισμένα σημαντικά ιστορικά γεγονότα, δεν θα συμφωνήσουμε μαζί του. Θεωρούμε πως ο ρόλος της εθνικής αντίστασης στην Ελλάδα την περίοδο της κατοχής, η δράση του ΕΑΜ με το 1,5 εκατομμύρια μέλη, τα αίσχη του ναζιστικού στρατού και τα δεκάδες μικρά ή μεγάλα ολοκαυτώματα, η ήττα του χιτλερικού στρατεύματος στη Σοβιετική Ένωση είναι μόνο αμελητέα ιστορικά γεγονότα.

Έτσι κι αλλιώς όπως μας πληροφορεί ο Μπογδάνος πρέπει να επανεκτιμήσουμε τον ρόλο της κυβέρνησης Τσολάκογλου, πρέπει να ξαναδιαβάσουμε την ελληνική ιστορία όπως μας προτείνουν οι Μαραντζίδης και Καλύβας, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως οι ναζί ηττήθηκαν στη Νορμανδία ανεξάρτητα από το αν υπήρξαν 25 εκατομμύρια νεκροί στη Σοβιετική Ένωση και να ξεμπερδεύουμε με την ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς, όπως μας λένε συχνά πυκνά οι εξαίρετοι πολιτικοί και διανοούμενοι Βορίδης και Γεωργιάδης. Και θα τελειώσουμε αυτές τις σκέψεις αναφωνώντας διαπνεόμενοι από ιστορική αντικειμενικότητα «Ζήτω το έθνος!», «Ζήτω ο ΕΔΕΣ!», «Ζήτω οι γερμανονοτσολιάδες, οι δοσιλογικές κυβερνήσεις και τα τάγματα ασφαλείας!». Ζήτω!

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2019

Ο Σκάι και ο Ολοκληρωτισμός




του Βασίλη Λιόση


Ο ΣΚΑΪ είναι γνωστό ότι ειδικεύεται με ιδιαίτερο ζήλο στον αντικομμουνισμό και σε ό,τι πιο οπισθοδρομικό. Στο πλαίσιο αυτού του «ευγενούς» αγώνα του άνοιξε συζήτηση (στον ραδιοφωνικό σταθμό) με θέμα τον «ολοκληρωτισμό του 20ου αιώνα». Συντονιστής των συζητήσεων, ποιος άλλος, ο Πορτοσάλτε γνωστός για την αλλεργία του σε ό,τι παραπέμπει στις κομμουνιστικές ιδέες. Αναλυτές του φαινομένου του «ολοκληρωτισμού» οι Θάνος Βερέμης, Θανάσης Διαμαντόπουλος, Νίκος Μαραντζίδης, Χαράλαμπος Παπασωτηρίου και Ευάνθης Χατζηβασιλείου, οι περισσότεροι αν όχι όλοι συχνοί θαμώνες του σταθμού.

Οι αναλυτές με πολύ μεγάλη προχειρότητα σκέψης απεφάνθησαν:

  • Τα δημοψηφίσματα είναι επικίνδυνα για τη δημοκρατία γιατί εισάγουν το δίπολο του ΝΑΙ-ΟΧΙ (Διαμαντόπουλος).
  • Για την άνοδο του ναζισμού ούτε λίγο ούτε πολύ υπαίτιος ήταν ο γερμανικός λαός που τον ψήφισε (Διαμαντόπουλος).
  • Ο Χίτλερ εκμηδένισε την ανεργία (Διαμαντόπουλος).
  • Η ιδεολογική μήτρα του ναζισμού και του λενινισμού βρίσκεται στη βία των ανθρώπων (Διαμαντόπουλος).
  • Τα δύο καθεστώτα του κομμουνισμού και του φασισμού είχαν εκπληκτικά καλή σχέση με το ψέμα (Διαμαντόπουλος).
  • Είναι μύθος ότι οι ναζί στηρίχθηκαν από το μεγάλο κεφάλαιο (Χατζηβασιλείου).
  • Κομμουνισμός και φασισμός παρουσίασαν μεγάλες ομοιότητες στην οικονομία (Μαραντζίδης).


Η απάντηση τέτοιων αιτιάσεων όπως οι παραπάνω απαιτεί παράθεση πολλών στοιχείων. Ωστόσο, θα σταθούμε σε ορισμένα, κατά τη γνώμη μας, κομβικά σημεία έστω και κωδικοποιημένα.


Ας ξεκινήσουμε με το ερώτημα «ποιος βοήθησε τον Χίτλερ»;

  • Κατά τη διάρκεια της επαναστατικής περιόδου 1918-1923 το Γενικό Επιτελείο Στρατού θεωρούσε πως οι ναζί και όσοι βρίσκονταν πέριξ τους, αποτελούσαν μία χρήσιμη και αντίρροπη δύναμη απέναντι στο εργατικό κίνημα. Συγχρόνως η σκέψη για πραξικόπημα ήταν πάντα ζωντανή.
  • Οι βιομήχανοι παράλληλα επισήμαιναν την ανάγκη επιβολής δικτατορίας. Προμήνυμα για τι θα ακολουθούσε αποτέλεσε η κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης από την κυβέρνηση της Βαυαρίας.
  • Στη Γερμανία των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του 1920 εμφανίστηκαν και αναπτύχθηκαν ακροδεξιές οργανώσεις, οι οποίες χρηματοδοτήθηκαν από το κεφάλαιο.
  • Στο συλλαλητήριο του ναζιστικού κόμματος το 1929, στη Νυρεμβέργη μεταξύ άλλων συμμετείχε και ο μεγαλοβιομήχανος Ρουρ Έμιλ Κίρντορφ, αφεντικό του μεγάλου κονσόρτσιουμ της μεταλλουργίας Gelsenkirchen.
  • Στις 27 Ιανουαρίου του 1932, όπως και το 1929 σε συνάντηση που έλαβε χώρα στο Ντύσελντορφ, ο Χίτλερ ανέπτυξε το πρόγραμμά του σε τριακόσιους εκπροσώπους του μεγάλου χρηματιστικού-βιομηχανικού κεφαλαίου, υποσχόμενος να ξεριζώσει τον μαρξισμό από τη Γερμανία.
  • Το 1932 ο Χίτλερ διορίστηκε στη θέση του καγκελάριου το 1932, ενώ δεν είχε κερδίσει τις εκλογές.
  • Τον Φεβρουάριο του 1933 ο Χίτλερ εγκαινίασε μία έκθεση αυτοκινήτων στο Βερολίνο όπου εξήγγειλε ένα πρόγραμμα κατασκευής αυτοκινητόδρομων και μείωσης φόρων προκειμένου να βοηθηθούν οι αυτοκινητοβιομηχανίες. Ο Χίτλερ «έκλεινε το μάτι» στο μεγάλο κεφάλαιο, δηλώνοντάς τους πως «εγώ είμαι ο άνθρωπός σας». Το μεγάλο κεφάλαιο ανταποκρίθηκε στο «κλείσιμο του ματιού» με την πλουσιοπάροχη στήριξή του.
  • Τις πρώτες ημέρες του Ιανουαρίου του 1933 στην Κολωνία στο σπίτι του τραπεζίτη Σρέντερ, πραγματοποιείται συνάντηση όπου πρωτοκλασάτοι Γερμανοί αστοί (Φέγκλερ, Κίρντορφ, Τίσεν, Σρέντερ) συνομίλησαν με τον Πάπεν, τον Χούγκεμπεργκ και τον Χίτλερ. Το πρόβλημα της παράδοσης της εξουσίας λύθηκε με την απόφαση αυτή να δοθεί στους ναζί.

Όλα αυτά πριν την αναρρίχηση των ναζί στην εξουσία. Κατόπιν της αναρρίχησής τους οι μπίζνες ανάμεσα στον ναζισμό και στο μεγάλο κεφάλαιο ήταν τεραστίων διαστάσεων.


Ας συνεχίσουμε με το ερώτημα «Ο Χίτλερ μηδένισε την ανεργία;»

Τα στοιχεία που υπάρχουν δείχνουν πως τα στατιστικά στοιχεία στη ναζιστική Γερμανία μαγειρεύονταν ποικιλοτρόπως και αυτό που είχε δημιουργηθεί ήταν μία ψευδής εικόνα. Συγκεκριμένα: πρώτο, μέσω της χορήγησης δανείων γάμου σε ζευγάρια που επρόκειτο να παντρευτούν, οι γυναίκες υποχρεώνονταν να αποσυρθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα από την αγορά εργασίας, με αποτέλεσμα να μην υπολογίζονται στη λίστα των ανέργων. Δεύτερο, μέσω των πιέσεων για εγγραφή των εργαζομένων στην «Υπηρεσία Εθελοντικής Εργασίας». Συχνά άνεργοι εργάτες υποχρεώνονταν να επιλέξουν αγροτικές δουλειές, διαφορετικά έχαναν τα επιδόματα που λάμβαναν μέχρι εκείνη τη στιγμή. Σε πολλές περιπτώσεις οι αμοιβές αυτών των εργατών ήταν χαμηλότερες από τα επιδόματα. Τρίτο, μέσω της διασταλτικής έννοιας της εργασίας, αφού ως εργαζόμενοι λογίζονταν άνθρωποι που ως μέλη της οικογένειας βοηθούσαν χωρίς αμοιβή στις αγροτικές εργασίες. Επιπλέον, η «εθελοντική» εργασία ήταν άμισθη εργασία συνδεδεμένη με την Πρόνοια και βρισκόταν εκτός του νομικού πλαισίου που όριζε τις εργασιακές σχέσεις. Τέταρτο, με την καθιέρωση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας τον Μάιο του 1935.

Με βάση όλα αυτά υπολογίζεται πως στη Γερμανία εκείνης της εποχής υπήρχαν τουλάχιστον 1,5 εκατομμύριο «αόρατοι» άνεργοι με αποτέλεσμα τα λιγότερα από δύο εκατομμύρια ανέργων που υπολόγιζαν οι στατιστικές των ναζί, έφταναν στην πραγματικότητα κοντά στα τέσσερα εκατομμύρια. Οι ναζί ισχυρίζονταν πως σε διάστημα δύο ετών είχαν απορροφήσει 8 εκατομμύρια ανέργους. Όμως, το 70% περίπου των θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν από το καθεστώς ήταν στο πλαίσιο των δημόσιων έργων και το εργατικό δυναμικό που απασχολείτο σε αυτό ήταν στη βάση της «εθελοντικής» εργασίας. Μάλιστα, οι συνθήκες εργασίας στους αυτοκινητόδρομους ήταν τόσο σκληρές, οι μερίδες του συσσιτίου τόσο μικρές, οι ώρες απασχόλησης τόσο πολλές, που συχνά σημειώνονταν στασιασμοί και απεργίες. Οι πιο «ανήσυχοι» στάλθηκαν στο Νταχάου για «επανεκπαίδευση», προκειμένου να παραδειγματιστούν όσοι έμεναν πίσω.

Η κοινωνική πρόνοια των ναζί όχι μόνο ήταν κίβδηλη αλλά επιτελούσε ένα πολιτικό και ιδεολογικό ρόλο. Μέσω των γραφείων Πρόνοιας συλλέγονταν πληροφορίες για εκατομμύρια πολίτες, οι οποίοι στη συνέχεια κατηγοριοποιούνταν. Έτσι, δημιουργείτο η κατηγορία των αντικοινωνικών μέσω μιας φυλετικής και κοινωνικής διύλισης. Οι ναζί αποκαλούσαν αυτή την κοινωνική κατηγορία ως απόβλητα και η κατάληξη των αποβλήτων ήταν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και η φυσική εξόντωση. Εν τέλει, υπήρξε μία μείωση της ανεργίας, αφού υπολογίζεται πως στη Γερμανία του 1933 υπήρχαν 6 εκατομμύρια άνεργοι, αλλά σε κάθε περίπτωση η μείωση απείχε πολύ από τα χαλκευμένα στοιχεία που παρουσίαζε το ναζιστικό καθεστώς.


Τρίτο ερώτημα: υπήρχαν ομοιότητες στην οικονομία ανάμεσα σε κομμουνισμό και φασισμό;

Το απόφθεγμα περί ομοιοτήτων αποτελεί μία μεγάλη ιδεολογική και πολιτική απάτη και μάλιστα συνειδητή. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που μας λένε βλακωδώς ότι η Ελλάδα είναι η τελευταία σοβιετική δημοκρατία. Η διαπίστωση περί πολλών μεγάλων ομοιοτήτων στην οικονομία ανάμεσα στον κομμουνισμό και στον φασισμό εμπεριέχει μεθοδολογικά και επιστημονικά λάθη και ταυτόχρονα μπόλικη πώρωση (αυτό το τελευταίο το λέμε και ταξικό μίσος).

Στην περίπτωση του επιστημονικού και μεθοδολογικού λάθους οι βαθυστόχαστοι αναλυτές δεν απαντάνε σε μερικά βασικά ερωτήματα και ούτε και τους τα θέτει κάποιος στις στημένες συζητήσεις τους:

α) Από πού τεκμαίρεται η υπεροχή του κρατικού τομέα στην οικονομία την περίοδο της ναζιστικής εξουσίας;

β) Η μεγάλη συμμετοχή του κρατικού τομέα συνιστά σοσιαλισμό; Αν ναι, θα πρέπει να καταλήξουμε στο απίθανο συμπέρασμα πως η Ευρώπη μεταπολεμικά ήταν καθολικά σοσιαλιστική, αφού είχε επικρατήσει το διαχειριστικό μοντέλο του κεϋνσιανισμού και των κρατικοποιήσεων. Ανάμεσα στις σοσιαλιστικές χώρες θα πρέπει να συμπεριλάβουμε την Ιταλία, τη Γερμανία, τη Σουηδία κ.ά.

γ) Το κυριότερο, όμως, που δεν μας λένε και επιμελώς το ξεχνάνε είναι τούτο: υπήρχε ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες; Από την άλλη στη ναζιστική Γερμανία η οικονομία ήταν ή όχι καπιταλιστική;


*  *  *  *


Η θεωρία του ολοκληρωτισμού, οικοδομημένη στα πιο αντιδραστικά think tank δεν είναι απόρροια κάποιων δημοκρατικών ευαισθησιών. Δεν στοχεύει στο πλάτεμα της δημοκρατίας και σε μία αντικειμενική ιστορική ανάλυση. Δεν υπάρχει καμία αντικειμενικότητα όταν τα ιστορικά στοιχεία κατακρεουργούνται για να μην πούμε ότι αποκρύπτονται επιμελώς. Η θεωρία του ολοκληρωτισμού δεν είναι αντιφασιστική. Άλλωστε ο καθηγητής Διαμαντόπουλος δεν θέλει τα δημοψηφίσματα που τα θεωρεί στοιχείο του ολοκληρωτισμού. Είναι θεωρία αντικομμουνιστική. Θεωρία που εξισώνει τις δυο ιδεολογίες και τα δύο συστήματα δεν λαμβάνει υπόψη τα αίτια γέννησής τους, το γεγονός ότι διαφοροποιούνται δραματικά στην κοινωνική τους στόχευση, στο ότι ο σοσιαλισμός προκύπτει ως προϊόν κοινωνικής επανάστασης, στο ότι ο κομμουνισμός δεν είναι εθνικιστικός, ρατσιστικός και μισάνθρωπος σε αντίθεση με τον ναζισμό, στο ότι ο ναζισμός γεννήθηκε στο έδαφος του καπιταλισμού, στο ότι οι νεοναζί σε όλο τον κόσμο προκύπτουν από τη σαπίλα του καπιταλισμού και με πολιτική και οικονομική στήριξη του κεφαλαίου. Και βεβαίως βεβαίως δεν λαμβάνει υπόψη το πώς νικήθηκε ο ναζισμός. Αν δεν υπήρχε Σοβιετική Ένωση, κύριοι ανιστόρητοι και άθλιοι αντικομμουνιστές, το πιθανότερο είναι η Ευρώπη να ήταν υπό ναζιστική κατοχή στο σύνολό της. Ας μην ξεχνάμε πως η Γαλλία παραδόθηκε στη Γερμανία σε μία εβδομάδα. Η ταύτιση κομμουνισμού φασισμού είναι ύβρις απέναντι στα 25 εκατομμύρια νεκρών σοβιετικών πολιτών. Οι Έλληνες απολογητές διανοούμενοι, αν υποθέσουμε ότι είναι  τέτοιοι (αναφερόμαστε στο διανοούμενοι και όχι στο απολογητές), δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να αναμασάνε τη Χάνα Άρεντ, τον Άρθουρ Κέστλερ και άλλους πατενταρισμένους αντικομμουνιστές με πολλούς εξ αυτών να είναι επαγγελματίες αντικομμουνιστές με την πραγματική έννοια του όρου. Επομένως, δεν έχουν και καμία πρωτοτυπία στη σκέψη τους. Απλώς μηρυκάζουν τα έτοιμα. Πάντως, σε περίπτωση που δεν είναι εις γνώση τους, τους γνωστοποιούμε την «περίφημη» ρήση ενός κορυφαίου αντικομμουνιστή, του Ερνστ Νόλτε με βάση την οποία «Η ιστορικογενετική εκδοχή της θεωρίας του ολοκληρωτισμού είναι συνεπώς ένα ανεξάρτητο Παράδειγμα, και είναι ξεκάθαρο, ότι αυτή προσεγγίζει τόσο τον κομμουνισμό όσο και τον εθνικοσοσιαλισμό περισσότερο βαθιά απ’ ό,τι η στρουκτουροαναλυτική εκδοχή, αφού λαμβάνει υπόψη αυτό που είναι κοινό και των δυο κινημάτων και καθεστώτων, δηλαδή την αυτοαντίληψή τους ως “δράση” και ως “αντίδραση”. Τίποτα δεν προκύπτει απ’ αυτή επιτακτικότερα από τη θέση, ότι το “Γκουλάγκ” ήταν πρωταρχικότερο από το “Άουσβιτς”». Με άλλα λόγια κατά τους θεωρητικούς του ολοκληρωτισμού ο κομμουνισμός ήταν ο προθάλαμος του φασισμού. Και εις ανώτερα…


Υ.Γ.1: Οι κύριοι καθηγητές που με τόσο στόμφο, ένταση και ζήλο καταφέρονται ενάντια στον κρατισμό, είναι αυτοί που πληρώνονται από το κράτος για να χύνουν στα φοιτητικά αμφιθέατρα και στα Μέσα Ενημέρωσης ανενόχλητοι το αντικομμουνιστικό τους δηλητήριο. Δηλαδή, τους πληρώνουμε όλοι εμείς για να επιδοθούν στο «θεάρεστο» έργο τους. Έτσι για να μην ξεχνιόμαστε.


Υ.Γ.2: Θα προτείναμε στον ΣΚΑΪ στην επόμενη συζήτηση να προσκαλέσει και την άλλη άποψη. Διαφορετικά αν όλοι ομονοούν μπορεί ο σταθμός και ο Πορτοσάλτε να κατηγορηθούν για ολοκληρωτισμό…

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Η εθνική ανεξαρτησία στην εποχή των μνημονίων

Την Κυριακή στις 16 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε  η εκδήλωση του Συλλογου Διάδοσης της Μαρξιστικής Σκέψης "Γιάννης Κορδάτος" με εισηγητές τους Μιχάλη Χονδροκούκη, Δημήτρη Καλτσώνη και Νίκο Καραβέλο. Ακολουθεί η εισήγηση του Δημήτρη Καλτσώνη.

Η εξάρτηση της Ελλάδας και η διαπλοκή και σύμπλεξη της εγχώριας πλουτοκρατίας με το ξένο κεφάλαιο είναι διαχρονική. Ξεκινά από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Υπάρχουν ποικίλα στοιχεία και αποτυπώματα αυτής της σχέσης και σε θεσμικό, συνταγματικό επίπεδο. Απόδειξη αποτελεί ο ίδιος ο θεσμός της βασιλείας που επιβλήθηκε στη χώρα παρά τις δημοκρατικές αναζητήσεις των επαναστατημένων Ελλήνων με τα τρία δημοκρατικά, και σε ένα βαθμό πρωτοποριακά για την εποχή τους, Συντάγματα της περιόδου της επανάστασης του 1821.

Αλλά και αργότερα, στην αυγή του 20ού αιώνα, στα γεγονότα στο Γουδί το 1909, μην ξεχνάμε ότι μοίρα του αγγλικού στόλου κατέπλευσε στο Φάληρο προκειμένου να υπογραμμίσει ότι η Βρετανία δεν θα ανεχόταν ριζοσπαστικές αλλαγές και κυρίως δεν θα ανεχόταν την εκδίωξη του τοποτηρητή της, του βασιλιά. Ακόμη και η επιλογή του Ελευθερίου Βενιζέλου από το Στρατιωτικό Σύνδεσμο είχε τη σφραγίδα της Βρετανίας. Το πρόσωπο του μελλοντικού αναμορφωτή πρωθυπουργού είχε την έγκριση του βρετανού προξένου στα Χανιά καθώς ο Ελ. Βενιζέλος είχε τοποθετηθεί νωρίτερα υπέρ της παραχώρησης της Σούδας στους Βρετανούς για στρατιωτική βάση.

Αργότερα ήρθε, για παράδειγμα η επέμβαση του Δεκέμβρη του 1944, στη συνέχεια η παρέμβαση των ΗΠΑ κλπ. Μετά τον εμφύλιο, η εξάρτηση της χώρας εκφράστηκε και συνταγματικά καθώς το άρθρο 112 του Συντάγματος του 1952 κατοχύρωνε τα σκανδαλώδη προνόμια του ξένου και του εφοπλιστικού κεφαλαίου. Το περιεχόμενο του άρθρου μακροημέρευσε. Υπάρχει και σήμερα στο άρθρο 107 του ισχύοντος Συντάγματος.

Μην ξεχνάμε άλλωστε την αμερικανόπνευστη χούντα 1967-1974 αλλά και την προδοσία της Κύπρου από τις ΗΠΑ και τους ΝΑΤΟϊκούς «συμμάχους». Όλα αποτελούν πλευρές της σχέσης εξάρτησης της χώρας από τις ισχυρές δυνάμεις και το ξένο κεφάλαιο. Ακόμη και σήμερα, το άρθρο 27 παρ.2 συνιστά τη συνταγματική βάση της παρουσίας ξένων στρατιωτικών βάσεων στο έδαφός μας, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα η Βενεζουέλα, η οποία απαγορεύει ρητά με το άρθρο 13  του Συντάγματός της την παρουσία ξένων στρατιωτικών βάσεων στο έδαφός της.

Η είσοδος στην ΕΟΚ
Η ένταξη της χώρα μας στην ΕΟΚ (μετέπειτα ΕΕ) είναι μια ιδιαίτερη πλευρά της εξάρτησης και της σύνδεσης ξένου και εγχώριου μεγάλου κεφαλαίου. Από τις θριαμβολογίες για την είσοδο στην ΕΟΚ περάσαμε στην παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας μέσω του άρθρου 28 του Συντάγματος του 1975. Βέβαια, να σημειωθεί ότι σύσσωμη η τότε αντιπολίτευση αντιτάχθηκε σε αυτό, άσχετα αν στη συνέχεια μια σειρά πολιτικές δυνάμεις μετέβαλαν άρδην τις θέσεις τους. Στη συνέχεια ήρθε η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη του 1985 και λίγο μετά, ως συνέπειά της, επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ και με υπουργό Οικονομικών τον Κ. Σημίτη, η απαγόρευση αύξησης των ημερομισθίων με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου η οποία, μάλιστα, τιμωρούσε ως ποινικό αδίκημα τις αυξήσεις.

Λίγο αργότερα, το 1992 ήρθε η Συνθήκη του Μάαστριχτ και έκτοτε η συστηματική αποδυνάμωση των δικαιωμάτων και των κατακτήσεων των εργαζομένων, η βαθμιαία ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων. Το 2001, η επιλογή εισόδου στο ευρώ έφερε ένα βήμα παραπέρα που εγγράφηκε και στο Σύνταγμα. Στη λεγόμενη συναινετική αναθεώρηση του 2001, τα δύο τότε πανίσχυρα κόμματα του δικομματισμού, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, ψήφισαν από κοινού, ανάμεσα σε άλλα, την προσθήκη στο άρθρο 28 του Συντάγματος ερμηνευτικής δήλωσης που καθιστούσε τη χώρα όμηρο των όποιων εξελίξεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς δυνατότητες αντίδρασης. Υποτάχθηκε στην πραγματικότητα ακόμη και το Σύνταγμα στους μηχανισμούς των Βρυξελλών. Την πικρή συνέχεια τη γνωρίζουμε πολύ καλά. Με το ξέσπασμα της κρίσης, ήρθε η επιτροπεία, η τρόικα, η μανιώδης λεηλασία του μόχθου και του πλούτου του λαού και της χώρας, η κατεδάφιση όλων των κατακτήσεων και δικαιωμάτων.


Το χρέος
Ένας σημαντικός μηχανισμός, αλλά σίγουρα όχι ο μόνος, αφαίμαξης του λαού μας είναι το χρέος. Από την εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού του 2014 προκύπτει ότι κατά την περίοδο 1992-2013, δηλαδή τα τελευταία 21 χρόνια, οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους της κεντρικής διοίκησης ανήλθαν σε 563 δις ευρώ! Στο ποσό δεν περιλαμβάνονται άλλα 288 δις που καταβλήθηκαν για εξόφληση βραχυπρόθεσμών τίτλων. Τόσα έχει πληρώσει ήδη ο ελληνικός λαός, χωρίς να υπολογίσουμε όλες τις προηγούμενες δεκαετίες, από τα πρώτα δάνεια της ανεξαρτησίας που έχουν χρυσοπληρωθεί στους δανειστές – τοκογλύφους. Και παρόλα αυτά, οι δανειστές – τοκογλύφοι και οι εγχώριοι συνεταίροι τους ισχυρίζονται πως το 2014 η Ελλάδα θα εξακολουθεί να τους χρωστά 320 δις ευρώ.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Την απάντηση μας τη δίνει ευθαρσώς ο πρόεδρος του EUROGROUP, Ζαν Κλωντ Γιουνκέρ. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Κέρδος στις 9/10/2010 παραδέχτηκε πως το χρέος οφείλεται στο γεγονός πως «η Γαλλία και η Γερμανία κέρδιζαν τεράστια ποσά από τις εξαγωγές τους στην Ελλάδα». Δηλαδή ο ελληνικός λαός χρεωνόταν για να εξάγει και να θησαυρίζει η γερμανική, γαλλική, αμερικανική, βρετανική βιομηχανία και, μαζί με αυτούς, οι εγχώριοι εταίροι τους.

Τούτο φαίνεται πολύ καθαρά και από τα σχετικά στοιχεία με τις εμπορικές συναλλαγές. Ενδεικτικά αναφέρω ότι το 2009 το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας ήταν 12,1 δις ευρώ με την Ισπανία, 11,2 δις με την Ιταλία, 2,6 δις με την Πορτογαλία, 4,7 δις με την Ελλάδα.


Και αυτά που πήραμε;
Αυτή την ερώτηση θέτουν πολλοί. Μόνο δηλαδή ζημιωθήκαμε από την ένταξη της χώρας στην ΕΕ. Δεν πήραμε τόσα ώστε τα οφέλη να είναι περισσότερα;

Για να δούμε λίγο τα συγκεκριμένα στοιχεία. Πρώτα απ’ όλα, ο κοινοτικός προϋπολογισμός μέσω του οποίου γίνεται η διανομή των κονδυλίων είναι λιλιπούτειος. Άρα μιλάμε εξαρχής για πολύ μικρά μεγέθη. Ο κοινοτικός προϋπολογισμός φτάνει μόνο στο 0,88% του Ακαθάριστου Κοινοτικού Προϊόντος, τη στιγμή που οι εθνικοί προϋπολογισμοί υπερβαίνουν το 50% του εθνικού ΑΕΠ.

Επιπλέον, η συνεισφορά κάθε χώρας στον κοινοτικό προϋπολογισμό δεν είναι απολύτως ανάλογη του ΑΕΠ. Έτσι, η Γερμανία κατέχοντας το 19,93% του κοινοτικού ΑΕΠ, καταβάλλει στον προϋπολογισμό της ΕΕ το 19,95%. Η Ελλάδα, με το 1,94% του κοινοτικού ΑΕΠ, καταβάλλει το 2,20%. Μικρή θα έλεγε κανείς η διαφορά, πλην όμως αξιοσημείωτη.

Και πόσα είναι τελικά τα ποσά που πήρε η Ελλάδα από τα περιβόητα και πολυδιαφημισμένα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης (ΚΠΣ); Από το Γ ΚΠΣ για την περίοδο 2000-2006 (συνολικά 212,5 δις) η Ελλάδα πήρε 27,2 δις και από το Δ ΚΠΣ-ΕΣΠΑ για την περίοδο 2007-2013 πήρε 20,1 δις.

Που πήγαν κατά κανόνα οι χρηματοδοτήσεις της ΕΕ; Πήγαν στην αποσάρθρωση της παραγωγικής βάσης της χώρας, στην συρρίκνωση έως και καταστροφή της βιομηχανικής βάσης και της αγροτικής της οικονομίας. Πήγαν στα ταμεία της εγχώριας ολιγαρχίας. Ένα μικρότερο κομμάτι πήγε για την εξαγορά και τη διαφθορά τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας. Αυτός ήταν ένας απαραίτητος όρος για να εξασφαλίσει η άρχουσα τάξη τις κοινωνικές της συμμαχίες, για να εξαγοράσει τη συναίνεση.


Πώς θα αντιστραφεί η κατάσταση;
1.Απαιτείται η διαγραφή του χρέους. Τίποτα λιγότερο από αυτό. Ούτε διαγραφή του 5% (όπως λένε οι ιθύνοντες της αξιωματικής αντιπολίτευσης) ή άλλου ποσοστού, ούτε ο,τιδήποτε άλλο. Το χρέος είναι της ολιγαρχίας και είναι χιλιοπληρωμένο από τον ιδρώτα και το αίμα του ελληνικού λαού, από τα λεγόμενα «δάνεια της ανεξαρτησίας» του 1821 μέχρι σήμερα. Εξάλλου, και μόνο η απειλή της διαγραφής του χρέους θα κλονίσει συθέμελα τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που φοβούνται αυτό το ενδεχόμενο και θα μας δώσει ένα ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο.

Υπάρχουν εξάλλου και ιστορικά προηγούμενα διαγραφής χρέους. Από τη Σοβιετική Ένωση μέχρι χώρες του τρίτου κόσμου που διέγραψαν το χρέος τους μετά τους νικηφόρους αγώνες των δεκαετιών 1960. Στη σύγχρονη περίοδο, η Νορβηγία έχει διαγράψει χρέη τριτοκοσμικών χωρών προς την ίδια, η Ρωσία διέγραψε μέρος του χρέους της, η Αργεντινή, το Εκουαδόρ. Πρόσφατα η Κούβα διέγραψε σημαντικό μέρος του χρέους της προς τη Ρωσία και προς το Μεξικό. Δεν είναι λοιπόν και τόσο αδύνατη και φοβερή η διαγραφή χρέους όπως προπαγανδίζουν διάφοροι, έμμισθοι συνήθως, των δανειστών.

2.Χρειάζεται παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας με ατμομηχανή ένα εθνικοποιημένο τραπεζικό σύστημα και το δημόσιο τομέα. Ο δημόσιος τομέας δεν είναι εξ ορισμού αντιπαραγωγικός. Είναι αντιπαραγωγικός όταν χρησιμοποιείται ως ιμάντας μεταβίβασης πλούτου προς το μεγάλο κεφάλαιο και όταν δουλεύει γραφειοκρατικά προκειμένου να εξυπηρετήσει τις πελατειακές σχέσεις και να αναπαράγει το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα. Ένας εκδημοκρατισμένος δημόσιος τομέας που θα υπόκειται στον αυστηρό λαϊκό και εργατικό έλεγχο, που θα έχει απογαλακτιστεί από την πλουτοκρατία και τους πολιτικούς της πάτρωνες μπορεί να οδηγήσει σε μια φιλολαϊκή αναπτυξιακή πορεία με αναστήλωση των εργασιακών δικαιωμάτων.

3.Σε μια χώρα όπου υπάρχει μικροϊδιοκτησία είναι αναγκαία η κρατική στήριξη προς τους αυτοαπασχολούμενους και τους μικρομεσαίους έτσι ώστε να αντέξουν την πίεση των μεγάλων συμφερόντων και να ενθαρρυνθούν σε συλλογικές, δημοκρατικές μορφές οργάνωσης και παραγωγής.

4.Τα παραπάνω όμως απαιτούν οπωσδήποτε ανυπακοή και απειθαρχία προς τις πολιτικές της ΕΕ. Δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική αναπτυξιακή πορεία αν δεν ακυρωθούν οι κατευθύνσεις όχι μόνο της τρόικας αλλά και της ΕΕ. Δεν μπορούν να καταργηθούν στην ουσία τους τα μνημόνια, αν δεν υπάρξει ρήξη με την ΕΕ. Η ίδια η πραγματικότητα μας οδηγεί τελικά στην έξοδο από αυτήν. Αυτά που λέγονται ότι θα καταργηθούν τα μνημόνια με ένα νόμο και ότι παράλληλα θα παραμείνουμε στην ΕΕ είναι αστειότητες ή υποκρισία.

5.Η χώρα μας μπορεί και πρέπει να αναπτύξει πολύπλευρες σχέσεις ισότιμης συνεργασίας. Μπορεί να συνεργαστεί και με χώρες της ΕΕ αλλά σε ισότιμη πλέον βάση. Έτσι, για παράδειγμα, έκανε η Βενεζουέλα όταν εθνικοποίησε το πετρέλαιο, έδιωξε τις πολυεθνικές των ΗΠΑ και στη συνέχεια συνεργάστηκε με ξένες εταιρείες σε ισότιμη βάση: ρωσικές, κινεζικές αλλά και αμερικανικές.

6.Για όλα αυτά βέβαια χρειάζεται εθνικός, δημοκρατικός παλλαϊκός σχεδιασμός που θα βασίζεται στην επιστημονική συζήτηση και σε επιστημονικά δεδομένα και θα έχει άμεσους και μακροπρόθεσμους στόχους. Απαιτείται, στο πλαίσιο αυτό, ανάπτυξη, αναδιοργάνωση και γενναία κρατική χρηματοδότηση της παιδείας και της έρευνας που μπορεί και πρέπει να γίνει κινητήριος μοχλός για την παραγωγική φιλολαϊκή ανασυγκρότηση. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει μακρόπνοος σχεδιασμός για την ανάπτυξη.


Αναπόφευκτη η σύγκρουση;
Πολλοί είναι αυτοί που θέτουν το ερώτημα: μα είναι υποχρεωτικό να έρθουμε σε ρήξη με την ΕΕ; Μήπως μπορεί να αλλάξει η ΕΕ, να υπάρξει ένα κύμα προοδευτικών και αριστερών κυβερνήσεων σε όλη την ΕΕ;

Δυστυχώς η πραγματικότητα είναι συγκεκριμένη. Οι ιδρυτικές συνθήκες της ΕΟΚ και οι μετέπειτα της ΕΕ, ειδικά από το Μάαστριχτ και μετά δεν αφήνουν κανένα απολύτως περιθώριο. Δημιούργησαν μια σειρά μηχανισμούς που είναι βαθιά συνυφασμένοι με τις πολυεθνικές. Δημιούργησαν ένα μηχανισμό που αυξάνει την απόσταση ανάμεσα στις πλούσιες και στις φτωχές χώρες αλλά και την απόσταση ανάμεσα στους πλούσιους και στους φτωχούς στο εσωτερικό των των κρατών, τόσο των ισχυρών όσο και των μη ισχυρών. Τα στοιχεία και η πραγματικότητα βοούν.

Πίσω από την τυπική ισοτιμία των κρατών στα όργανα της ΕΕ υπήρχε πάντοτε η πραγματική ανισοτιμία και η επιβολή της θέλησης των ισχυρών. Ακόμη και η τυπική ισοτιμία δεν υπάρχει πλέον. Μετά τη συνθήκη της Νίκαιας και τις επόμενες μεταρρυθμίσεις έχει καμφθεί σε όφελος μιας θεσμικής ανισοτιμίας.

Μήπως όμως παρόλα αυτά υπάρξει ένα ντόμινο φιλολαϊκών εξελίξεων; Τα πορίσματα της κοινωνιολογίας, της πολιτικής και οικονομικής επιστήμης δεν συνηγορούν σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Λειτουργεί ο νόμος της ανισόμετρης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης έτσι ώστε αποκλείεται να συμβούν φιλολαϊκές αλλαγές ταυτόχρονα ή σχεδόν ταυτόχρονα σε όλη την ΕΕ. Μια πρόχειρη ματιά στην πρόσφατη και παλαιότερη ιστορία των κινημάτων των διαφόρων χωρών αρκεί για να πειστεί κανείς.

Αλλά και αν υποθέσουμε ότι θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, πάλι δεν θα μπορούσε παρά να έρθει η ρήξη με την ΕΕ και τους αντιλαϊκούς μηχανισμούς της. Εξάλλου, η αλλαγή των συνθηκών απαιτεί ομοφωνία. Μια έστω κυβέρνηση να μην συμφωνήσει και δεν αλλάζουν. Είναι επομένως ουτοπικό και επικίνδυνο θα έλεγα να αναβάλλει κανείς τη ρήξη με την ΕΕ, να συνεχίσει να υποτάσσεται σε αυτήν με την προοπτική μιας αλλαγής της. Η ΕΕ είναι αντιδραστική, μηχανισμός των μονοπωλίων.


Λαϊκή ενότητα
Τι χρειαζόμαστε περισσότερο από καθετί άλλο στις μέρες μας; Λαϊκή ενότητα. Χρειαζόμαστε τη λαϊκή ενότητα για να αγωνιστούμε για την εθνική ανεξαρτησία, για να διώξουμε την τρόικα, για να αντιπαλέψουμε την εξάρτηση και την υποταγή στην ΕΕ και στις ΗΠΑ.

Το κίνημα ενάντια στην ΕΕ μπορεί και πρέπει να συμβάλλει στο άνοιγμα του δρόμου για ευρύτερες, πιο ριζοσπαστικές κοινωνικές αλλαγές. Όμως η συμφωνία σε τέτοιες αλλαγές δεν μπορεί να είναι προϋπόθεση για τη συμμετοχή στον αγώνα αυτό, ούτε ο αγώνας αυτός μπορεί να αναβάλλεται μέχρι να γίνει κάποια επαναστατική αλλαγή, η οποία, εξάλλου δεν μπορεί ποτέ να έρθει χωρίς την προετοιμασία του λαού μέσα από τους άμεσους οικονομικούς και πολιτικούς αγώνες. Διαφορετικά, ματαιώνεται και βαλτώνει κάθε προσπάθεια.



Ανακατατάξεις
Είναι αναγκαία η συσπείρωση κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων γύρω από τους άξονες που προδιαγράφηκαν:
1.διαγραφή του χρέους
2.αντίθεση στην πολιτική κυβέρνησης, τρόικας, ΕΕ, έξοδος τελικά από την ΕΕ
3.φιλολαϊκό αναπτυξιακό πρόγραμμα με βασικό μοχλό το δημόσιο τομέα
4.ενίσχυση μικρομεσαίων
5.ριζικός εκδημοκρατισμός του κρατικού μηχανισμού.


Δεν αρκεί δηλαδή απλώς μια αντιμνημονιακή ρητορεία όπως του ΣΥΡΙΖΑ ή οποιουδήποτε άλλου.


Σήμερα βέβαια δεν έχουν ωριμάσει ακόμη οι συνθήκες για τη δημιουργία ενός τέτοιου μετώπου. Αύριο θα έχουμε σίγουρα ανακατατάξεις. Ζούμε μια μεταβατική περίοδο. Διαπιστώνουμε όλοι την έλλειψη και την ανάγκη του μετώπου. Έχουμε επομένως κάνει το μισό βήμα. Μένει να κάνουμε το υπόλοιπο.

Απαιτείται, με λίγα λόγια, ένα σύγχρονο ΕΑΜ. Βέβαια, τότε, το 1941, υπήρξε μια πολιτική πρωτοπορία, το ΚΚΕ, που ανέλαβε αυτή την πρωτοβουλία. Σήμερα δυστυχώς, δεν υπάρχει κάτι ανάλογο. Η ηγεσία του ΚΚΕ, όχι μόνο δεν λαμβάνει τέτοιες πρωτοβουλίες αλλά αντίθετα, παρεμποδίζει συγκλίσεις, θέτει ως προϋπόθεση τη γενική συμφωνία.

Η ζωή και οι λαϊκές ανάγκες θα φέρουν ανακατατάξεις. Όποτε στην ιστορία η πολιτική πρωτοπορία δεν ανταποκρίθηκε στο ρόλο της, δημιουργήθηκε άλλη.

Δημήτρης Καλτσώνης

Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

Η κοινωνική σημασία της επαναστάσεως του 1821 - Η συμβολή του Γ. Κορδάτου


 Την Κυριακή στις 16 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε  η εκδήλωση του Συλλογου Διάδοσης της Μαρξιστικής Σκέψης "Γιάννης Κορδάτος" με εισηγητές τους Μιχάλη Χονδροκούκη, Δημήτρη Καλτσώνη και Νίκο Καραβέλο. Ακολουθεί η εισήγηση της Μιχάλη Χονδροκούκη.


Το 1924 κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το έργο του Γιάνη Κορδάτου Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επαναστάσεως του 1821. Το κράτος και η Ιερά Σύνοδος το καταδίκασαν άμεσα, κατασκεύασαν «μελέτες» που να αντικρούουν τα συμπεράσματά του και εκφόβιζαν τη νεολαία, ώστε να μη διαβάσουν τα νέα παιδιά το συγκεκριμένο έργο. Κατά τον ίδιο τον Κορδάτο, ο λόγος της δίωξής του ήταν ότι «πήρε ένα θέμα από τα σπουδαιότερα της Νεοελληνικής μας Ιστορίας και το εξήτασε με τη μέθοδο του ιστορικού υλισμού.» Πράγματι, το έργο αυτό αποτελεί σταθμό για την ελληνική ιστοριογραφία, διότι εισάγει τον ιστορικό υλισμό ως μέθοδο στη μελέτη, ανάλυση και ερμηνεία της ελληνικής ιστορίας και μάλιστα σε ένα κομμάτι της που ήταν πολύ σημαντικό και κρίσιμο για την τότε, αλλά και τη σημερινή εξουσία. Από την αστική ανάγνωση της ελληνικής επανάστασης και του χαρακτήρα της αντλούν οι αντιδραστικές δυνάμεις, από τότε έως και σήμερα, ιδεολογικά εφόδια για να κρύβουν το ρόλο τους και να θολώνουν την κρίση του λαού. Ο Κορδάτος απεκάλυψε τον αντιδραστικό ρόλο των ανώτερων κληρικών, των κοτζαμπάσηδων και των Φαναριωτών, οι οποίοι εμφανίστηκαν μετεπαναστατικά να διεκδικούν το ρόλο του εθνοσωτήρα και κατέδειξε ότι η «απελευθερωμένη» Ελλάδα έγινε «συγκεκαλυμένον προτεκτοράτον της Αγγλίας» και πως ο ελληνικός λαός δεν μπορούσε «να ασκεί τα κυριαρχικά του δικαιώματα».

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή και ας θέσουμε ορισμένα ερωτήματα σχετικά με το ιστορικό γεγονός της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Ο ίδιος ο τρόπος που τίθενται τα ερωτήματα, το τί είναι αυτό που ζητεί να βρει ο κάθε μελετητής, προλαμβάνει σε ένα βαθμό και τον τύπο των συμπερασμάτων που θα προκύψουν στο τέλος. Για παράδειγμα, εάν υιοθετήσουμε ερωτήματα του τύπου «Ποιος είναι ο σπουδαιότερος Έλληνας επαναστάτης;» (βλ. εκπομπές του ΣΚΑΪ ), τότε οι απαντήσεις που θα βρούμε δε θα μας χρησιμεύσουν στην κατανόηση ούτε του ιστορικού γεγονότος της Επανάστασης ούτε του ρόλου και της συμβολής του όποιου ιστορικού προσώπου σε αυτήν. Εάν, όμως, θέσουμε το ερώτημα «Ποιος είναι ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επανάστασης; Εθνικοαπελευθερωτικός; Ταξικός; Και τα δύο;», τότε η έρευνα αποκτά τη δυνατότητα να μας οδηγήσει στη βαθύτερη κατανόηση της Επανάστασης και της ουσίας της και στη διαμόρφωση του απαραίτητου κριτηρίου, ώστε να εκτιμήσουμε σωστά  το ρόλο και τη συμβολή του κάθε ιστορικού προσώπου.

Ο Κορδάτος, λοιπόν, καταπιάνεται με τη μελέτη της Επανάστασης, προσπαθώντας να κατανοήσει όσο γίνεται καλύτερα τα γεγονότα και εφαρμόζοντας τη μέθοδο του ιστορικού υλισμού, θέτει κάποια ερωτήματα. Τα ερωτήματα αυτά δε διατυπώνονται ρητά στο έργο του, αλλά η παρουσία τους είναι προφανής δια της ρητής διατύπωσης των απαντήσεών τους.

1. Ποιος είναι ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επανάστασης;
2. Ποιες είναι οι κινητήριες δυνάμεις της Επανάστασης και ποιοι οι στόχοι τους;
3. Γιατί η Επανάσταση ξέσπασε στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή; Γιατί μετά από τετρακόσια χρόνια και όχι νωρίτερα;
4. Ποιοι παράγοντες καθόρισαν την πορεία και την έκβαση της Επανάστασης;
5. Ποιοι από τους στόχους των επαναστατών επιτεύχθηκαν και ποιοι όχι;
6. Είναι οι Έλληνες απελευθερωμένοι μετά τη σύσταση του νεοαναδυθέντος νεοελληνικού κράτους;
7. Πώς παρουσιάζεται η Επανάσταση από την επίσημη εκδοχή της εξουσίας;
8. Ποια στοιχεία αποσιωπούνται και σβήνονται εσκεμμένα;
9. Ποια στοιχεία αποτελούν παραχάραξη της ιστορίας και τί εξυπηρετούν;

Όπως καταλαβαίνετε, οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα είναι απαραίτητες για όποιον θέλει να αποκτήσει ουσιαστική γνώση της ελληνικής ιστορίας και ο Γ. Κορδάτος μέσα στο εν λόγω έργο του δίνει τις δικές του απαντήσεις. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί στην ουσία περίληψη των κεφαλαίων του βιβλίου, με ελάχιστες παρεμβάσεις του γράφοντος.


Προπαρασκευαστικά ζητήματα

Στην Εισαγωγή του βιβλίου ο Κορδάτος ξεκαθαρίζει ορισμένα ζητήματα προπαρασκευαστικά και φροντίζει να αντιπαρατεθεί με τους αστούς ιστορικούς καταδεικνύοντας τις αντιεπιστημονικές και αντιδραστικές τους θέσεις:

1. Ποιες είναι οι ρίζες της νεοελληνικής εθνότητας και πώς σχηματίστηκε;

Αστική άποψη:
Η νεοελληνική εθνότητα αποτελεί συνέχεια από την αρχαιότητα και το Βυζάντιο έως σήμερα.

Κορδάτος:
α) Στην αρχαιότητα δεν υπήρχε ένα ελληνικό έθνος-κράτος, αλλά πόλεις-κράτη.
β) Δεν υπάρχει καθαρόαιμη ελληνική εθνότητα, αλλά με το πέρασμα των αιώνων αναμειγνύεται με διάφορους λαούς.
γ) Η διάδοση της ελληνικής γλώσσας μετά τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου δε σημαίνει ότι και όσοι τη μιλούν ήταν είναι και Έλληνες.
δ) Υπό τις επιθέσεις του χριστιανισμού ο όρος «Έλλην» πήρε τη σημασία «ειδωλολάτρης» και αργότερα έγινε συνώνυμο του «μη χριστιανός», χωρίς να παίζει ρόλο η καταγωγή του χαρακτηριζόμενου.  Μετά την πτώση της Πόλης επικρατεί το όνομα «Ρωμαίος» και το «Έλλην» ξεχνιέται.   
ε) Το Βυζάντιο ήταν η συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Ανατολή και αποτελούσε ένα μωσαϊκό λαών.
στ) Η διάδοση της ελληνικής γλώσσας στις διάφορες περιοχές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας οφείλεται στο ότι τη χρησιμοποίησε ο χριστιανισμός για τη δική του διάδοση.

2. Τί εννοούμε λέγοντας «έθνος»;

Αστική άποψη:
Κοινή γλώσσα, κοινή θρησκεία και κοινή φυλετική καταγωγή.

Κορδάτος:
α) Όλοι οι νεώτεροι λαοί είναι μίγματα, δεν υπάρχει καθαρόαιμος. Για τους αρχαίους έθνος σήμαινε σωρός, μάζεμα, μπουλούκι. Το ελληνικό έθνος σχηματίστηκε από Έλληνες, Ρωμαίους, Ανατολίτες, Σλάβους, Βλάχους, Αρβανίτες…
β) Το έθνος-κράτος αποτελεί ιστορική έννοια, ένα κοινωνικό φαινόμενο που κάποια στιγμή προκύπτει και κάποια στιγμή θα εκλείψει.
γ) Τα εθνικά κράτη εμφανίζονται με την ανάπτυξη του καπιταλισμού.
δ) Η αστική τάξη είναι φορέας του εθνικισμού.

3. Πότε τέθηκε για πρώτη φορά το ζήτημα σχηματισμού ελληνικού κράτους και γιατί δεν καρποφόρησε;

Στα χρόνια μετά τη δημιουργία του Δεσποτάτου του Μιστρά (15ος αι.) ο Γεώργιος Γεμιστός (Πλήθων), ένας λόγιος που διακατεχόταν από αρχαιοπληξία, προπαγάνδιζε τη δημιουργία Ελληνικού Κράτους και παράλληλα ζητούσε κατάργηση των φόρων και των αγγαρειών και νέα νομοθεσία για την ανάπτυξη της βιοτεχνίας και του εμπορίου. Όμως, η ανερχόμενη αστική τάξη που εκπροσωπούσε δεν αναπτυσσόταν επαρκώς και δεν ήταν μαχητική. Άρα, το μετασχηματισμό που επιθυμούσε ο Γεμιστός τον εξαρτούσε από τη βούληση του βυζαντινού αυτοκράτορα και των μεγαλογαιοκτημόνων. Φυσικά, οι μεγαλογαιοκτήμονες και η Εκκλησία είχαν αντίθετη γνώμη και έτσι δεν έγινε τίποτε άλλο. Ο Γεμιστός έριξε ένα σπόρο που δε μπορούσε να φυτρώσει.

4. Πώς αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι της Βαλκανικής την προοπτική της Οθωμανικής κατάκτησής τους;

Οι κάτοικοι της Βαλκανικής υπέφεραν από τους Λατίνους και είχαν την ελπίδα ότι μπορεί η οθωμανική κατάκτηση να είναι λιγότερο καταπιεστική. Αυτές οι ελπίδες διαψεύστηκαν γρήγορα και οι λαοί άρχισαν πάλι να λαχταρούν το ξεσκλάβωμά τους. Έτσι, άρχισαν να αναπτύσσεται ο νεοελληνικός εθνισμός, ο οποίος σε πρώτη φάση εκφράζεται με τη μάσκα του χριστιανισμού.

5. Γιατί αρχικά ο νεοελληνικός εθνισμός έχει παθητικό χαρακτήρα και ποιοι παράγοντες τον μετασχηματίζουν σε μαχητικό;

Αρχικά ο νεοελληνικός εθνισμός αιτείται την απελευθέρωσή του από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία). Η αργή ανάπτυξη της ελληνικής αστικής τάξης στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν μπορεί να καλλιεργήσει ένα μαχητικό εθνισμό.
Όμως, με το πέρασμα των χρόνων τα πράγματα αλλάζουν: α) Στο πλαίσιο των ρωσοτουρκικών πολέμων οι Ρώσοι κινητοποιούν τους υπόδουλους λαούς της Βαλκανικής να ξεσηκωθούν ενάντια στους Οθωμανούς, υπογράφονται συνθήκες που προωθούν το εμπόριο και τη ναυτιλία και στις ελληνικές εμπορικές παροικίες αναπτύσσεται η ιδέα της δημιουργίας μιας ασφαλούς εθνικής εστίας. β) Η Γαλλική Επανάσταση και η προέλαση του Ναπολέοντα δίνουν ώθηση στις μάζες στον αγώνα κατά των φεουδαρχών.
Ως αποτέλεσμα, στα τέλη του 18ου αι. οι φεουδαρχικές σχέσεις της Βαλκανικής υφίστανται σοβαρά πλήγματα τόσο ως προς την οικονομία, όσο και προς την ιδεολογία. Ο Ρήγας και ο Κοραής, αντίθετα από την εποχή του Γεμιστού, ως εκπρόσωποι του νεοελληνικού εθνισμού στηρίζονται σε μια πιο αναπτυγμένη εμπορική αστική τάξη, η οποία είναι πιο μαχητική, και σε λαϊκές μάζες που θέλουν να απελευθερωθούν άμεσα.
Στη φάση αυτή η ελληνική αρχαιότητα αναδεικνύεται ως ένδοξο παρελθόν, και στα Βαλκάνια η ελληνική είναι η γλώσσα των μορφωμένων. Το όνομα «Έλλην» δεν είναι πια υβριστικό και παίρνει τιμητική σημασία, διότι παραπέμπει σε μια αρχαία αλλά ένδοξη εποχή των θαυμαστών «προγόνων». Έτσι, η χριστιανική τους συνείδηση συμβιβάζεται με την αντίληψή τους ότι είναι Έλληνες και η παλιά αντίθεση αμβλύνεται και αναιρείται. Ο χριστιανισμός παίρνει πολιτικό περιεχόμενο.


Κοινωνικές τάξεις

Ο Κορδάτος αναλύει την κοινωνική και ταξική σύνθεση των κοινοτήτων στην ελλαδική περιοχή και εντοπίζει τα εξής στοιχεία:
α) Τούρκοι μεγαλογαιοκτήμονες
β) Έλληνες χριστιανοί τσιφλικάδες (προεστοί-κοτζαμπάσηδες)
γ) Πατριαρχείο και ανώτερος κλήρος Εκκλησίας
δ) Φαναριώτες (16ος αιώνας, αριστοκρατία του πλούτου στην Πόλη): πρόκειται για Έλληνες αστούς που κατοικούσαν στην περιοχή του Φαναρίου γύρω από το Πατριαρχείο και σταδιακά κατέλαβαν θέσεις στον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό. Κυρίως εργάζονται ως δραγουμάνοι, δηλαδή ως διερμηνείς και μεταφραστές, που όμως ανέπτυσσαν διπλωματική δραστηριότητα και σταδιακά έπαιζαν σημαντικότατο και καθοριστικό ρόλο στην εξωτερική πολιτική. Η κοινωνική τους θέση τους έδωσε τη δυνατότητα να διαχειρίζονται και εκκλησιαστικά ζητήματα, όχι μόνο του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και άλλων Πατριαρχείων. Επίσης, χρησιμοποιήθηκαν από το Σουλτάνο και ως ηγεμόνες στη Μολδοβλαχία.
ε) Νησιώτες έμποροι-καραβοκύρηδες (18ος αιώνας): ασχολούνται κυρίως με το διαμετακομιστικό εμπόριο και τα συμφέροντά τους τους φέρνουν σε αντιπαράθεση με τους τσιφλικάδες και τους Τούρκους. Μετά το 1789 και υπό την επίδραση της Γαλλικής Επανάστασης οι αστοί γίνονται πιο μαχητικοί και η αντιπαράθεση οξύνεται. Σε ορισμένες περιοχές συμμαχούν με τους φτωχούς αγρότες ενάντια στους τσιφλικάδες. Κατά το 19ο αιώνα η αναπτυσσόμενη αστική τάξη προχωρεί σε ίδρυση σχολείων και εκτύπωση βιβλίων που σχετίζονται με το κίνημα του διαφωτισμού, πράγμα που τη φέρνει σε ρήξη με το Πατριαρχείο. Το Πατριαρχείο απέρριπτε και τις νέες ιδέες και ήθελε να ελέγχει τα σχολεία. Έτσι, προκλήθηκαν μεγάλες ταραχές, οι οποίες οδήγησαν και στη διαμάχη για το γλωσσικό ζήτημα.

στ) Κατώτερος λαός των πόλεων (έως και το 18ο αιώνα): μικροέμποροι και βιοτέχνες (σινάφια), οι οποίοι δεν ήταν πολυπληθείς, δεν είχαν κάποια υπολογίσιμη οικονομική και πολιτική ισχύ και έρχονταν κατά καιρούς σε αντιπαράθεση με τους κοτζαμπάσηδες, όμως, μέχρι τότε, χωρίς κάποια ανατρεπτική προοπτική.
ζ) Κατώτερος λαός της υπαίθρου: αγρότες μικροϊδιοκτήτες (που ήταν υποχρεωμένοι να δίνουν το ένα τρίτο ή και το μισό της σοδειάς τους) και ακτήμονες (κολλήγοι).
– Επίσης, πρέπει να αναφερθεί και άλλη μια κοινωνική ομάδα, η οποία βρίσκεται εκτός ελλαδικού χώρου, αλλά θα παίξει στην πορεία σημαντικό ρόλο:
η) Έλληνες αστοί των παροικιών: έμποροι που μετανάστευσαν σε αστικά κέντρα της δυτικής και ανατολικής Ευρώπης.


Κοινωνική οργάνωση

Στις επαρχίες κυριαρχεί ο θεσμός των κοινοτήτων, ένα αποκεντρωτικό σύστημα. Κάθε μεγάλη περιοχή κυβερνάται από ένα πασά και από αυτόν εξαρτώνται οι μικρότεροι τοπικοί άρχοντες, Τούρκοι μπέηδες και Έλληνες προεστοί (κοτζαμπάσηδες). Οι κοτζαμπάσηδες, όσον αφορά στη θεσμική οργάνωση της κοινότητας, είχαν στα χέρια τους τη φορολογία και τη δικαιοσύνη. Όριζαν για τον κάθε κάτοικο το ποσό που όφειλε να πληρώσει στο επαρχιακό ταμείο και δίκαζαν, ρύθμιζαν διαφορές και επέβαλλαν ποινές. Οι Έλληνες προεστοί και προύχοντες, κατέχοντας ουσιαστικά την πολιτική εξουσία στις περισσότερες επαρχίες και κατέχοντας μεγάλες εκτάσεις γης όπου εργάζονταν με άθλιους όρους οι υπόδουλοι, καταπίεζαν πολύ σκληρά τον ελληνικό αγροτικό πληθυσμό. Αυτό το γεγονός οι Έλληνες ιστορικοί αποφεύγουν να το καταδείξουν, όταν αναφέρονται στα «μαύρα χρόνια της σκλαβιάς», προσπαθώντας να παρουσιάσουν απαλλαγμένους από κάθε ευθύνη τους Έλληνες τσιφλικάδες και να σβήσουν τον αντιδραστικό και προδοτικό τους ρόλο στην υπόθεση της Ελληνικής Επανάστασης. Πρόκειται για συνειδητή παραχάραξη της ιστορίας.
Λίγα λόγια για το ρόλο του Πατριαρχείου και τα προνόμιά του. Ο Μωάμεθ ο Β΄, πέρα από καλός στρατηγός, ήταν και ικανός πολιτικός. Φρόντισε να αναδείξει σε σημαντικές θέσεις εκείνους που τον εξυπηρετούσαν περισσότερο. Διόρισε στη θέση του Πατριάρχη το Γεννάδιο Σχολάριο, διότι ανήκε στους ανθενωτικούς κύκλους της Εκκλησίας. Πριν την πτώση της Πόλης ο Γεννάδιος και οι ανώτεροι κληρικοί που εχθρεύονταν τη Δύση και διαφωνούσαν με την ένωση των Εκκλησιών, δια των κηρυγμάτων τους καλλιεργούσαν τον φιλοτουρκισμό και ήταν εκείνοι που βοήθησαν τους Τούρκους να μπουν στην Πόλη. Για να σταθεροποιήσει τη συμμαχία του, ο Μωάμεθ ο Β΄ παραχώρησε ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στο Πατριαρχείο, τον ανώτερο κλήρο και τα μοναστήρια, επέκτεινε την εξουσία τους και διατήρησε στο ακέραιο τις φεουδαρχικές ιδιοκτησίες τους. Έτσι, ένας μικρός αριθμός ανώτερων κληρικών και καλόγερων αντλούσαν υπέρογκα εισοδήματα από τους χιλιάδες σκλαβωμένους αγρότες που καλλιεργούσαν τα απέραντα κτήματά τους. Ακόμη, η Εκκλησία εισέπραττε από κάθε χριστιανό ραγιά και έναν ειδικό φόρο, τη ζητεία. Επιπλέον, το Πατριαρχείο είχε και δικαστικές αρμοδιότητες που σχετίζονταν με το ιδιωτικό δίκαιο. Έτσι, εντός του τουρκικού κράτους υφίσταται υπό τη μορφή της εκκλησιαστικής οργάνωσης και μία παρακυβέρνηση των ραγιάδων, εκπροσωπούμενη από το Πατριαρχείο.
Όλα αυτά εξηγούν και την προδοτική στάση του Πατριαρχείου και του ανώτερου κλήρου στην Επανάσταση. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, και μάλιστα μετά τα πρώτα χρόνια της ανάπτυξής της, πίεζε πεισματικά για τη μη ανεξαρτησία της ελληνικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο και κυρίως για τη μη κατάργηση των φεουδαρχικών προνομίων (οικονομικών και διοικητικών) του κλήρου.


Οικονομικές συνθήκες προεπαναστατικά

1450-1650: Την περίοδο αυτή υπάρχει παύση του εμπορίου, με αποτέλεσμα η μικρή μάζα των εμπόρων και των βιοτεχνών να έχει και μικρή οικονομική και πολιτική δύναμη. Κατά συνέπεια, οι φεουδαρχικές σχέσεις παραμένουν κραταιές και αδιαμφισβήτητα κυριαρχούν οικονομικά και πολιτικά οι μεγαλογαιοκτήμονες.

1650-1800: Την περίοδο αυτή σημειώνεται ανάπτυξη του εμπορίου και κυρίως της ναυτιλίας, αλλά όχι και της βιοτεχνίας. Πρόκειται κυρίως για διαμετακομιστικό εμπόριο και όχι τόσο για εσωτερική κυκλοφορία ή εξαγωγή ντόπιας παραγωγής. Προς το τέλος αυτής της φάσης, περί το 1770, αυτή η οικονομική ανάπτυξη ανάγκασε τόσο του Τούρκους, όσο και το Πατριαρχείο να αναγνωρίσουν τους εμπόρους και καραβοκύρηδες των νησιών (Ύδρα, Σπέτσες…) ως ιδιαίτερη τάξη με αναβαθμισμένα πολιτικά δικαιώματα.
Όμως, πέρα από αυτό, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι μεγαλογαιοκτήμονες δεν είχαν κανένα λόγο να δημιουργήσουν μεγάλες εσωτερικές αγορές, κατά συνέπεια δεν υπήρχε κανένα κίνητρο από μέρους τους να κατασκευαστεί ένα καλό οδικό δίκτυο, η έλλειψη του οποίου δυσχέραινε με τη σειρά του τις όποιες ασθενείς απόπειρες διεξαγωγής εσωτερικού εμπορίου και το σχηματισμό ενιαίας εσωτερικής αγοράς. Το εμπόριο διεξάγεται κυρίως στα αστικά κέντρα και κυρίως στα εξωελλαδικά. Λίγες περιοχές αναπτύσσουν βιοτεχνική παραγωγή και τελικά το εμπορικό κεφάλαιο δεν μετεξελίσσεται σε βιομηχανικό. Όταν, όμως, η αστική τάξη είναι μόνο εμπορική, και μάλιστα ασθενής, δεν είναι σε θέση να προωθήσει τον αστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αυτό το κάνει μόνο το βιομηχανικό κεφάλαιο. Έτσι, η οικονομική εξέλιξη είναι πολύ αργή και οι φεουδαρχικές σχέσεις συνιστούν τη βασική σχέση ιδιοκτησίας στον ελλαδικό χώρο.
Επίσης, το εμπορικό κεφάλαιο, προκειμένου να αναπτύξει τη δραστηριότητά του, έχει και μια άλλη λύση: μπορεί να μεταφέρει τη δραστηριότητά του σε κάποια άλλη έδρα, όπου υπάρχουν καταλληλότερες συνθήκες. Έτσι, εμφανίζεται το φαινόμενο της μετανάστευσης σε εξωελλαδικά αστικά κέντρα, όπου σταδιακά σχηματίστηκαν ακμάζουσες ελληνικές εμπορικές παροικίες.  

1800- 1821: Την περίοδο αυτή, λόγω της κλιμακούμενης ανάπτυξης του εμπορίου, οι τσιφλικάδες καταπίεζαν ακόμη περισσότερο τους αγρότες, για να αυξήσουν την παραγωγή τους. Έτσι, περί τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα η εκμετάλλευση των αγροτών γίνεται αφόρητη και μαζί με την παραγωγή αυξάνεται και η αγανάκτησή τους. Αυτή η συνθήκη λειτουργεί καταλυτικά για μια προσωρινή, τουλάχιστον, συμμαχία μεταξύ των αστών και των λαϊκών μαζών.

Η θέση των κοινωνικών τάξεων τις παραμονές της Επανάστασης

α) Έλληνες χριστιανοί τσιφλικάδες (προεστοί-κοτζαμπάσηδες): είναι υπέρ των Τούρκων, προκειμένου να διατηρήσουν τα φεουδαρχικά τους δικαιώματα.
β) Πατριαρχείο, ανώτερος κλήρος Εκκλησίας και καλόγεροι μοναστηριών: προκειμένου να διατηρήσουν τα προνόμιά τους υποστηρίζουν ανοιχτά τους Τούρκους και καταδικάζουν κάθε προσπάθεια είτε εθνικοαπελευθερωτικού είτε κοινωνικού αγώνα. Εξαίρεση αποτελούν πολλοί παπάδες των χωριών και των πόλεων που ήταν κι αυτοί φτωχοί, ήταν άνθρωποι του λαού και υπέφεραν την ίδια καταπίεση από τους μεγαλοτσιφλικάδες.
γ) Φαναριώτες: λόγω της θέσης τους είναι όργανα του Σουλτάνου και  τα συμφέροντά τους ταυτίζονται με τα δικά του.
δ) Νησιώτες αστοί (έμποροι-καραβοκύρηδες): στην προσπάθεια να προωθήσουν τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους έρχονται σε αντιπαράθεση με τους κοτζαμπάσηδες και τους Τούρκους. Σε ορισμένες περιπτώσεις συμμαχούν και με τους φτωχούς αγρότες ενάντια στους τσιφλικάδες. (Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Σάμου, όπου η ταξική πάλη οδήγησε στη διαμόρφωση δύο ανταγωνιστικών κομμάτων: το κόμμα των κοτζαμπάσηδων, οι καλικάντζαροι, και το κόμμα των αστών και των αγροτών, οι καρμανιόλοι.)
ε) Αγρότες, μικροϊδιοκτήτες και ακτήμονες (κολλήγοι): καθώς εντείνεται η καταπίεση των αγροτών από τους Έλληνες τσιφλικάδες, τους κοτζαμπάσηδες, την Εκκλησία και τους Τούρκους πασάδες, η αγανάκτηση κορυφώνεται και διαμορφώνεται μια πιο αγωνιστική διάθεση. Όμως, σε λίγες περιοχές πραγματοποιήθηκαν αγροτικά κινήματα, άλλοτε με εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα και άλλοτε ήταν εξεγέρσεις εναντίον των τσιφλικάδων. Εμπόδιο στο μαζικό και οργανωμένο ξεσηκωμό των φτωχών αγροτών στέκεται το γεγονός ότι είναι διασκορπισμένοι και όχι συγκεντρωμένοι, η μακρά συνήθεια της υποταγής, σε συνδυασμό με την αμάθεια και τη θρησκοληψία που καλλιεργούσαν την αντίληψη ότι τα βάσανά τους ήταν θέλημα θεού και παρέπεμπαν τη δικαίωση στη μετά θάνατον ζωή. Επίσης, ένας μαζικός αγώνας χρειάζεται και πολλά όπλα, τα οποία ούτε υπήρχαν ούτε μπορούσαν να τα χειριστούν οι περισσότεροι. Ωστόσο, όσο ο μαζικός ξεσηκωμός δεν πραγματοποιείται, πολλοί ήταν αυτοί που προέβησαν σε ατομική δράση. Έτσι, γέμισαν τα βουνά της Ελλάδας (όπως συνέβαινε και στα υπόλοιπα Βαλκάνια) με κλέφτες. Όπως παρατηρεί ο Κορδάτος:
«Η κλεφτουριά είναι μια ιδιότυπη μορφή της πάλης των τάξεων…».
Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι που παραθέτει από την ανώνυμη λαϊκή Μούσα:
«Βασίλη, κάτσε φρόνημα, να γένεις νοικοκύρης,
για ν’ αποχτήσεις πρόβατα, ζευγάρια κι αγελάδες,
χωριά κι αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν.
– Μάννα μ’, εγώ δεν κάθομαι να γένω νοικοκύρης,
να κάμω αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν
και να ’μαι σκλάβος των Τουρκών, κοπέλι στους γερόντους*.»
* εννοεί τους κοτζαμπάσηδες
Οι κοτζαμπάσηδες αντέδρασαν με όσα μέσα είχαν και πολλές φορές μαζί με τους Τούρκους χτυπούσαν τους κλέφτες. Κάποια στιγμή σκέφτηκαν ότι θα ήταν αποτελεσματικότερο να διασπάσουν εσωτερικά τους κλέφτες. Έτσι, έπεισαν την τουρκική εξουσία να οργανώσουν ένοπλα σώματα από κλέφτες που είχαν συλληφθεί και θα έπαιρναν επί τούτου αμνηστία, στους οποίους θα έδιναν και καλούς μισθούς και θα τους επέτρεπαν κάθε ασυδοσία στα ορεινά μέρη. Αυτοί ήταν οι αρματολοί και πράγματι η δράση τους περιόρισε τη δράση των κλεφτών.
στ) Έλληνες αστοί των παροικιών: η δημιουργία Ελληνικού Κράτους αποτελούσε μια πραγματική ανάγκη της ελληνικής αστικής τάξης των παροικιών, δεδομένου ότι ένα τέτοιο κράτος θα τους προσέφερε έναν προνομιακό χώρο να δραστηριοποιηθούν επιχειρηματικά. Όμως, η ήττα του Ναπολέοντα και η επικράτηση των φεουδαρχικών δυνάμεων αποθάρρυνε τους περισσότερους Έλληνες των παροικιών της δύσης από την οργάνωση της επανάστασης. Από την άλλη, οι Έλληνες των παροικιών της ανατολικής Ευρώπης, παρά την προσχώρηση της Ρωσίας στην Ιερά Συμμαχία –η οποία καταδίκαζε κάθε εθνικό και κοινωνικό κίνημα–, συνεχίζουν να είναι προσηλωμένοι στον αγώνα, με την πεποίθηση ότι τελικά το αντιτουρκικό αίσθημα των Ρώσων θα κυριαρχήσει και θα τους βοηθήσουν. 


Ρήγας και Φιλική Εταιρεία

Η ιδέα της εθνικής παλιγγενεσίας αναπτύσσεται πρώτα στις ελληνικές παροικίες για δύο λόγους: α) εκεί συγκεντρώθηκαν έμποροι και βιοτέχνες που συσσώρευσαν πολύ πλούτο και θα είχαν μεγάλο όφελος από τη δημιουργία ενός ελληνικού κράτους ως ασφαλούς και ευνοϊκής έδρας και β) εκεί ήταν αμεσότερη η επίδραση της Γαλλικής Επανάστασης.
Στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα εμφανίζεται μια μεγάλη προσωπικότητα, ο Ρήγας Βελεστινλής. Ζούσε στο Βουκουρέστι, ήταν καλλιεργημένος άνθρωπος και διέθετε πολιτική διορατικότητα. Αποτελεί έναν από τους πιο ενθουσιώδεις εκφραστές του νεοελληνικού εθνισμού και ανέπτυξε πλούσια επαναστατική δράση. Οργάνωσε μια μυστική εταιρεία, στην οποία δεν έδωσε χαρακτήρα αποκλειστικά ελληνικό. Συνεργάτες του ήταν Ρουμάνοι, Σέρβοι, Αρβανίτες και πιθανώς Βούλγαροι. Κατά το Ρήγα, οι λαοί της Βαλκανικής έπρεπε να ξεσηκωθούν ενωμένοι ενάντια στον κατακτητή τους, και μάλιστα, χωρίς την ανάμειξη των Μεγάλων Δυνάμεων. Η απελευθέρωση της Ελλάδας και των βαλκανικών λαών έπρεπε να γίνει χωρίς την εξάρτηση από διεθνείς κηδεμόνες.
Δυστυχώς, ο Ρήγας και οι συνεργάτες του προδόθηκαν. Ενώ ήταν πολύ προσεκτικοί στη συνωμοτική τους δράση, εξαπατήθηκαν και μύησαν το Δ. Οικονόμου και το δεσπότη του Βελιγραδίου, οι οποίοι ήταν κατάσκοποι του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄. Ο Ρήγας και αρκετοί συνεργάτες του συνελήφθησαν στην Τεργέστη και παραδόθηκαν από τις αυστριακές αρχές στους Τούρκους στο Βελιγράδι. Εκεί, βασανίστηκαν για σαράντα πέντε ημέρες και μετά στραγγαλίστηκαν και τα πτώματά τους ρίχτηκαν στο Δούναβη.
Το απελευθερωτικό κίνημα στο εξωτερικό συνεχίστηκε και αυτή τη φορά η νέα μυστική εταιρεία είχε ως έδρα τη Ρωσία. Πρόκειται για τη Φιλική Εταιρεία που ίδρυσαν ο Σκουφάς, ο Τσακάλωφ και ο Ξάνθος στην Οδησσό. Για επτά χρόνια μάζευαν χρήματα, προπαγάνδιζαν την ιδέα της Επανάστασης και προετοίμαζαν τον ένοπλο αγώνα. Για την τελική πράξη, όμως, επειδή οι ίδιοι δεν είχαν το απαραίτητο κύρος για να κινητοποιήσουν τον ελληνικό λαό, αναζητούσαν έναν αρχηγό που θα ενέπνεε και θα ενθουσίαζε. Πρώτα απευθύνθηκαν στον Καποδίστρια, ο οποίος τότε ήταν υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας και είχε ευρωπαϊκή φήμη. Όμως, ο Καποδίστριας ήταν εχθρός και των δημοκρατικών ιδεών και των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων. Όχι μόνο αρνήθηκε, αλλά καταδίκασε κάθε επαναστατική ιδέα και πρότεινε στον Ξάνθο να διαλύσουν την Εταιρεία.
Η περίοδος αυτή συμπίπτει με την ήττα του Ναπολέοντα, την επικράτηση των φεουδαρχικών-μοναρχικών δυνάμεων και την ίδρυση της Ιεράς Συμμαχίας, της αντιδραστικής ένωσης Ρωσίας, Πρωσίας, Αυστρίας και Αγγλίας με στόχο την κατάπνιξη των εθνικών και των δημοκρατικών κινημάτων. Οι Φιλικοί, όμως, είχαν τροποποιήσει το επαναστατικό πρόγραμμα του Ρήγα και δεν προπαγάνδιζαν συστηματικά το αντιφεουδαρχικό πνεύμα ούτε και πολεμούσαν το Πατριαρχείο. Επεδίωξαν να δώσουν πανεθνικό χαρακτήρα στην επανάσταση και να πετάξουν στην άκρη την πλευρά του κοινωνικού αγώνα ενάντια στις φεουδαρχικές σχέσεις. Έτσι, προσέγγισαν και κάποιους Φαναριώτες και ορισμένους ανώτερους κληρικούς, ήρθαν σε συμβιβασμό, αφήνοντας σιωπηλά απ’ έξω τα συμφέροντα και τους πόθους των λαϊκών μαζών για άρση της κοινωνικής καταπίεσης.
Μετά την άρνηση του Καποδίστρια απευθύνθηκαν στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο οποίος ήταν πρίγκιπας και αξιωματικός του ρωσικού στρατού. Ο Υψηλάντης δέχθηκε, με την προοπτική να γίνει αρχηγός του απελευθερωτικού αγώνα της Ελλάδας, αλλά και των βαλκανικών λαών. Το σχέδιο προέβλεπε ένα ταυτόχρονο ξέσπασμα επαναστατικών εστιών στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και στον ελλαδικό χώρο.


Τα γεγονότα της Επανάστασης

Ο Υψηλάντης εισβάλει με ένοπλες δυνάμεις στη Μολδαβία ως απελευθερωτής και κηρύττει την έναρξη της Επανάστασης. Όμως, η προέλασή του δε θα προχωρήσει πολύ, εξαιτίας του ταξικού προσανατολισμού που πήρε ο αγώνας. Η συμμαχία Φιλικής Εταιρείας και Φαναριωτών είχε ως αποτέλεσμα να απαλειφθούν από το πρόγραμμα της Επανάστασης το αίτημα των κολλήγων για την κατάργηση των τσιφλικάδικων προνομίων. Αυτό δυσαρέστησε και προκάλεσε τις διαμαρτυρίες των Ρουμάνων αγροτών, οι οποίοι και αποχώρησαν. Ο Υψηλάντης διέταξε τότε τη σύλληψη του αρχηγού τους Βλαδιμηρέσκου και τον εκτέλεσε. Έτσι, απογοητεύθηκαν και απομακρύνθηκαν και οι Μολδοβλάχοι και οι Βούλγαροι αγωνιστές. Με λίγες πια δυνάμεις ηττάται στο Δραγατσάνι από τις τουρκικές δυνάμεις και τελικά συλλαμβάνεται από τους Αυστριακούς.
            Παράλληλα, ξεσπά η Επανάσταση και στην Πελοπόννησο. Ο Σουλτάνος νομίζει ότι από πίσω κρύβεται η Ρωσία, αλλά αυτή αμέσως καταδικάζει ανοιχτά το κίνημα. Ταυτόχρονα, ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ σπεύδει να αφορίσει την Επανάσταση και σε εγκύκλιο που διαβαζόταν στις εκκλησίες αποκαλεί τον Υψηλάντη και τους Φιλικούς «τέρατα του διαβόλου».  Το γεγονός ότι ο Γρηγόριος κρεμάστηκε στο πλαίσιο του φανατισμού του τουρκικού όχλου, οφείλεται στο ότι τον κατήγγειλε ως Φιλικό ο μητροπολίτης Πισιδίας Ευγένιος, για να γίνει αυτός Πατριάρχης, όπως και έγινε. Όταν μετά από χρόνια η Επανάσταση νίκησε, ο ανώτερος κλήρος προσπάθησε να διεκδικήσει μέρος της δόξας και έτσι, παραχάραξε την ιστορία και παρουσίασε το Γρηγόριο ως επαναστάτη και εθνομάρτυρα.
          
  Στην Πελοπόννησο υπό την πίεση του λαού πολλοί προύχοντες αναγκάστηκαν να συμμετάσχουν στην Επανάσταση παρά τη θέλησή τους. Σπουδαίος αγωνιστής αναδεικνύεται ο Παπαφλέσσας, ο οποίος χωρίς να υπολογίζει κινδύνους διέτρεχε όλη την Πελοπόννησο και έδινε το σύνθημα του ξεσηκωμού. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, που κατά τους αστούς ιστορικούς και την επίσημή τους ιστορία σήκωσε το λάβαρο της Επανάστασης, στην πραγματικότητα ήταν πολύ διστακτικός, με την πρώτη απειλή των Τούρκων υποχώρησε, προσπάθησε να αποθάρρυνε τους αγωνιστές και σε κάποιες περιπτώσεις δε δίστασε να τους σαμποτάρει και να τους προδώσει. Αυτός ο ίδιος αποκαλούσε τον Παπαφλέσσα «απατεώνα». Ο μπέης της Μάνης Μαυρομιχάλης ήταν επίσης απρόθυμος και ζητούσε διαβεβαιώσεις για την υποστήριξη της Ρωσίας, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να συνεννοηθεί με τους Τούρκους. Με παρόμοιο τρόπο αναπτύσσεται ο αγώνας στις διάφορες περιοχές της Ελλάδας, με συμμαχίες που σχοινοβατούν και πολλές προδοσίες. Στην Πελοπόννησο, στα νησιά που είχαν δύναμη οι καραβοκύρηδες και στη Στερεά η Επανάσταση κέρδιζε έδαφος, ενώ στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία οι τσιφλικάδες με τους Τούρκους κατέπνιξαν τον αγώνα.
            Ένα σημαντικό γεγονός που καθόρισε αργότερα τις εξελίξεις ήταν η κίνηση που έκανε το κόμμα των εμποροναυτικών της Ύδρας και των άλλων Νησιών να παραμερίσουν τους τσιφλικάδες και να συνάψουν δάνεια με την Αγγλία. Αυτό δημιούργησε τότε έναν ενθουσιασμό, διότι δια των δανείων θεωρούσαν ότι υπήρξε μια σχετική αναγνώριση του αγώνα. Όμως, οι συνέπειες αυτού του δανεισμού θα αποδειχθούν ολέθριες.
            Την άνοιξη του 1824 ο Μεχμέτ Πασάς της Αιγύπτου στέλνει το γιο του Ιμπραήμ και καταλαμβάνει την Κρήτη και καταστρέφει την Κάσσο και τα Ψαρά. Το 1825 φτάνει στην Πελοπόννησο, όπου η αντίσταση κλονίζεται. Μόνο ο Παπαφλέσσας με καμιά τριακοσαριά αγωνιστές δίνουν τη μάχη στο Μανιάκι και πέφτουν ηρωικά. Καθώς το πνεύμα ηττοπάθειας κυριαρχεί, ο Κολοκοτρώνης δίνει το σύνθημα του αγώνα και εφαρμόζει επαναστατική τρομοκρατία: «Βάλτε φωτιά και τσεκούρι, στήστε φούρκα και παλούκι… Όποιο χωριό προσκυνήσει να του καίτε τα σπίτια και τ’ αμπέλια». Έδωσε πολλές μάχες και κέρδιζε, αλλά ο Ιμπραήμ έφερνε συνεχώς νέες δυνάμεις. Είχε, όμως, και ένα συνεργάτη που τον βοηθούσε, ένα μεγαλέμπορο της Αιγύπτου, τον Τοσίτσα. Ο Τοσίτσας στάθηκε στο πλευρό του και αξιοποιώντας όσες επαφές και όση επιρροή διέθετε και καλούσε το λαό να προσκυνήσει. Ήταν αρχηγός της επιμελητείας του αιγυπτιακού στρατού και θησαύριζε με το αίμα και το θάνατο του ελληνικού λαού. Ο Κορδάτος σημειώνει:  
«Αυτός ο κατάπτυστος προδότης αργότερα, δίνοντας μερικές χιλιάδες εις το Ελληνικόν Κράτος και κτίζοντας ένα δυο εκπαιδευτικά ιδρύματα αντήλλαξε τον τίτλο του προδότου με τον τίτλο του εθνικού ευεργέτου.»
            Το 1827, όπως οι δυνάμεις στην Πελοπόννησο, έτσι και το ελληνικό ναυτικό βρίσκεται σε πολύ δυσχερή κατάσταση. Στη φάση αυτή καταφθάνουν στα ελληνικά νερά μοίρες του στόλου της Ρωσίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας, διότι απειλούνταν τα συμφέροντά τους από την κυριαρχία του αιγυπτιακού στόλου στη Μεσόγειο. Ο Ρώσος ναύαρχος κατόρθωσε να παρασύρει τον Άγγλο ναύαρχο στα σχέδιά του και τελικά επιτέθηκαν στον Ιμπραήμ συντρίβοντας στη ναυμαχία του Ναβαρίνου τον αιγυπτιακό στόλο.
            Αυτή η νίκη επί των κατακτητών έκανε τους Έλληνες να αναθαρρήσουν και να οργανώσουν ισχυρές αντεπιθέσεις σε πολλές περιοχές. Η τελική, όμως, έκβαση του αγώνα δεν κρίθηκε στις στρατιωτικές μάχες, αλλά, όπως θα δείτε παρακάτω, στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων.

            Παράλληλα με την εξέλιξη των πολεμικών γεγονότων, διεξάγονται και οι προσπάθειες για την πολιτική και διοικητική συγκρότηση των απελευθερωμένων περιοχών. Συγκροτούνται διευθυντήρια, γερουσίες και τελικά πραγματοποιούνται Εθνοσυνελεύσεις. Ενώ, όμως, τίθεται το ζήτημα για νέο πολίτευμα βασισμένο σε δημοκρατικές αρχές, στην ουσία οι περισσότερες δημοκρατικές διακηρύξεις μένουν στα χαρτιά. Για τις εθνικές γαίες προέκυψε μεγάλη σύγκρουση. Οι κοτζαμπάσηδες και οι καπεταναίοι ήθελαν να εκποιηθούν άμεσα, ενώ οι αστοί ήθελαν να χαρακτηριστούν εθνική ακίνητη περιουσία, ώστε να μπορούν να υποθηκευθούν για τη σύναψη δανείων με το εξωτερικό. Τελικά κυριάρχησε η τελευταία άποψη. Σχετικά με τη γη, υπήρξε διαμάχη για το ποιο δίκαιο θα ίσχυε: το βυζαντινό που προστάτευε την τσιφλικάδικη ιδιοκτησία ή το αστικό; Τελικά επικράτησε στην ουσία το βυζαντινό, πράγμα που σήμαινε και την κυριαρχία των τσιφλικάδων επί των αστών.
           
            Πέρα από τα πιο γνωστά γεγονότα της Επανάστασης, τις πιο γνωστές μάχες και πρόσωπα, τις Γερουσίες και τις Εθνοσυνελεύσεις, διαδραματίστηκε και ένας παράλληλος αγώνας, που συνήθως αποσιωπάται, διότι οι αγωνιζόμενοι ηττήθηκαν και την ιστορία τους δεν την είπε κανείς. Πρόκειται για όλους αυτούς τους λαϊκούς αγώνες που έλαβαν χώρα σε κάθε περιοχή της επαναστατημένης Ελλάδας ενάντια στους κοτζαμπάσηδες. Ο φτωχός λαός, πότε σε συμμαχία με αστικά στοιχεία και πότε μόνος του, μαζί με την απόφαση να διώξουν τον κατακτητή, πολέμησαν για να λυτρωθούν και από τους άμεσους καταπιεστές τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Καρατζάς στην Πάτρα, ένας δημοκράτης και τσαγκάρης στο επάγγελμα, ο οποίος ξεσήκωσε το λαό την 21 Μαρτίου και χτυπήθηκε με τους Τούρκους μέσα στην πόλη. Οι πρόκριτοι και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός σύρθηκαν από τις εξελίξεις. Όμως, όταν αργότερα και υπό την πίεση των τουρκικών στρατευμάτων, αυτοί υποχώρησαν ο Καρατζάς συνέχισε τον αγώνα, ώσπου οι πρόκριτοι θεώρησαν ότι δεν τους συνέφερε και οργάνωσαν τη δολοφονία του. Παρόμοια γεγονότα συνέβησαν σε όλη την Ελλάδα. Έτσι, τα κατά τόπους λαϊκά στοιχεία του αγώνα «απαλείφονταν από την εξίσωση» και κυριαρχούσαν τα παλαιά αντιδραστικά στοιχεία. 
            Το λαϊκό κίνημα δεν κατόρθωσε να πάρει πιο στέρεα χαρακτηριστικά και να νικήσει, διότι, σε ένα βαθμό, δεσμευόταν από ένα τοπικιστικό πνεύμα και την έλλειψη προοπτικής. Από τη μία ζητούσε γη, αλλά στρεφόταν αυθόρμητα κατά των τοπικών κάθε φορά αρχόντων-τσιφλικάδων, χωρίς να έχει διαμορφώσει μια συνειδητή πολιτική αντίληψη. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, όμως, ότι όλα αυτά που παρουσιάζονταν ως εμφύλιοι σπαραγμοί ήταν στην ουσία ταξικοί αγώνες.          
            Από την άλλη, αυτοί οι παλαιοί κοτζαμπάσηδες, πρόκριτοι και οι Φαναριώτες, ήταν ανοιχτά ξενόδουλοι ακόμη και κατά τη διάρκεια του αγώνα. Από την πρώτη χρονιά της Επανάστασης ο Μαυρομιχάλης έστειλε μια επιστολή, όπου παρακαλούσε να μεσολαβήσουν διάφοροι παράγοντες για να παραδώσουν τη χώρα στους Άγγλους. Λίγο μετά, το 1823, οι Κουντουριώτες και οι κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου πρότειναν να προωθήσουν αίτημα προς τις Μ. Δυνάμεις να διορίσουν έναν ξένο πρίγκιπα ως βασιλιά. Αλλά η κορύφωση της προδοτικής δράσης των αστών και των τσιφλικάδων έρχεται με τα αγγλικά δάνεια και τους όρους τους. Όταν η Αγγλία για τους δικούς της λόγους αποφάσισε να δώσει δάνεια στους επαναστατημένους Έλληνες, το έκανε με σκανδαλώδη τρόπο. Το 1824 από 800.000 λίρες εκταμιεύθηκαν μόνο 250.000. Την επόμενη χρονιά από ονομαστικής αξίας δάνειο 2.000.000 λιρών η ελληνική πλευρά έλαβε μόνο 230.115 λίρες και το υπόλοιπο καταβροχθίστηκε στο Λονδίνο. Γράφει ο Κορδάτος:
            «Οι Έλληνες αστικοτσιφλικάδες τα κατάφεραν να υποδουλώσουν τον ελληνικό λαό εις το αγγλικόν κεφάλαιον. Αντί να εξοδεύσουν αυτοί δια τας ανάγκας του πολέμου –και είχαν μεγάλες περιουσίες– υποθήκευσαν την εθνική περιουσίαν εις τους Άγγλους και πήραν μερικά ψίχουλα δανείου, τα οποία εμοιράσθηκαν, εννοείται μεταξύ των. Εβόησε τότε όλος ο προοδευτικός κόσμος της Ευρώπης, δια τα ληστρικά αυτά δάνεια. Οι Άγγλοι όμως χρηματοδόται ήξευραν τι έκαμαν: εκτελούντες μυστικάς εντολάς της αγγλικής κυβερνήσεως, ενέγραφον υποθήκην επί των εθνικών γαιών και ητοιμάζοντο, ευκαιρίας δοθείσης, να κάμουν κατοχήν εις την Παελοπόννησον.»
Ενδεικτικό της προδοτικής στάσης και δουλοπρέπειας αυτών των στοιχείων είναι το υπόμνημα του Φαναριώτη Μαυροκορδάτου προς τον υπουργό εξωτερικών της Αγγλίας Κάννινγκ:
            «... Η ανεξαρτησία της Ελλάδος είναι η μόνη διέξοδος, η φέρουσα εις την ίδρυσιν του φραγμού εκείνου, τον οποίον η σωτηρία της Ευρώπης απαιτεί κατά της κολοσσιαίας δυνάμεως της Ρωσσίας. Άλλοτε τον φραγμόν τούτον παρείχεν η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά της Δυνάμεως του Βορρά, ο παρών όμως αγών των Ελλήνων απέδειξε αυτήν ανίκανον να εκτελή του λοιπού το έργον τούτο […] Αποτέλεσμα της συνεννοήσεως ταύτης (δηλαδή Ελλάδος και Τουρκίας) έσται ότι η Αγγλία, Πύλη και Ελλάς θα αποτελέσουν του λοιπού μίαν και μόνην, δια να είπω ούτω, δύναμιν, ήτις θ’ αντιταχθή κατά της Ρωσσίας και τέλος η ένωσις αύτη θ’ αποτελεί μίαν επιπλέον εγγύησιν, ην προσεκτάτο η Αγγλία κατά των αποπειρών της τε Ρωσσίας και πάσης άλλης Ευρωπαϊκής Δυνάμεως εναντίον του αγγλικού εμπορίου των Ινδιών…»
Τα αγγλικά δάνεια ήταν αυτά που οδήγησαν τη Ρωσία σε αλλαγή πολιτικής στάσης, η οποία υιοθέτησε μια πιο επιθετική πολιτική. Προώθησε ως πράκτορα των συμφερόντων της τον Καποδίστρια, στο πλαίσιο ενός σχεδίου για ημιαυτόνομη Ελλάδα και υποτελή στην Τουρκία, αλλά ουσιαστικά υποχείρια της τσαρικής πολιτικής. Τελικά, από τη μία η Ελλάδα είχε εξαρτηθεί οικονομικά από την Αγγλία και από την άλλη, στην πολιτική σκηνή είχε επικρατήσει η Ρωσία τοποθετώντας ως ηγέτη τον Καποδίστρια.

  
          Ο Καποδίστριας ήταν γνωστός αντιδημοκράτης και λειτούργησε συγκεντρωτικά, δημιουργώντας μια αυλή από ανθρώπους του στενού περιβάλλοντός του, γεγονός που προκάλεσε πολλές αντιδράσεις. Ο συνεχιζόμενος ανταγωνισμός των Μ. Δυνάμεων για έλεγχο της πολιτικής σκηνής στην Ελλάδα οδήγησε στο σχηματισμό τριών κομμάτων: το αγγλικό, το γαλλικό και το ρωσικό. Η Αγγλία, αντιπολιτευόμενη τον Καποδίστρια ως πράκτορα των ρωσικών συμφερόντων, επεδίωκε να μην προχωρήσει η απελευθέρωση ούτε καν στο σύνολο της Στερεάς Ελλάδας. Παράλληλα, εξωθούσε τους νησιώτες και τους Μανιάτες σε αντικαποδιστριακές ενέργειες. Τελικά, η οικονομική κρίση και κοινωνικός αναβρασμός που τη συνόδευε, σε συνδυασμό με την πεισματική απόρριψη του Καποδίστρια σε οικονομικές προτάσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας, οδήγησαν τις δύο τελευταίες να οργανώσουν δια των Υδραίων και των Μανιατών τη δολοφονία του Καποδίστρια.
           
             
Διεθνείς παράγοντες και γεωστρατηγική

Η τελική έκβαση του ηρωικού ελληνικού αγώνα παίχτηκε στα παρασκήνια των Μ. Δυνάμεων. Όποιος μελετά την Ελληνική Επανάσταση δεν πρέπει ποτέ να ξεχνά και τη «μεγάλη σκακιέρα». Το ζήτημα της Ελληνικής Επανάστασης αποτελεί μέρος μιας συνολικότερης γεωστρατηγικής και υπάγεται στο Ανατολικό Ζήτημα. Άρα, πρέπει να αναλυθούν και οι παράγοντες που καθορίζουν την έκβαση του Ανατολικού Ζητήματος, δηλαδή οι στρατηγικοί σχεδιασμοί και οι βλέψεις των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής.
            Συνοπτικά, και όπως τα γράφει ο Κορδάτος, συμβαίνει το εξής:
«Η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας κατά το τέλος του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνος, έθεσε και πάλιν επί τάπητος το ανατολικόν ζήτημα. […]
»Αι τρεις Δυνάμεις, Γαλλία, Αγγλία και Ρωσία, καταβάλλουν μεγάλας προσπαθείας δια να προσεταιρισθούν την Τουρκίαν. Η Αγγλία προτιμά την ακεραιότητα της Τουρκίας, δια να εμποδίσει την κάθοδον της Ρωσίας εις το Αιγαίον. Η Γαλλία αντιθέτως αγωνίζεται να προσεταιρισθεί την Τουρκίαν, δια να κτυπήσει την Αγγλίαν εις τας μεσογειακάς της βάσεις και η Ρωσία παίζει διπλούν παιχνίδι, δια να απομακρύνει την Τουρκίαν από την επιρροήν των δύο αυτών δυνάμεων, ώστε να είναι ελευθέρα να πραγματοποιήσει εις πρώτην ευκαιρίαν τα σχέδιά της.
»Έτσι, μαζί με το ανατολικόν ζήτημα ετέθη και το ελληνικόν…»

Η τελική λύση, λοιπόν, ήρθε μετά τη νίκη της Ρωσίας στο ρωσοτουρκικό πόλεμο (1828-1829) και τη συνθήκη της Αδριανούπολης. Η αδιαμφισβήτητα αναβαθμισμένη Ρωσία έκανε την Αγγλία και τη Γαλλία να πάψουν να υπολογίζουν στην Τουρκία ως εμπόδιο στη Ρωσία και στράφηκαν προς τη συγκρότηση μιας τυπικά ανεξάρτητης Ελλάδας, που ουσιαστικά, όμως, θα εξυπηρετούσε τη δική τους εξωτερική πολιτική. Αυτές ήταν οι λεγόμενες Προστάτιδες δυνάμεις και αυτός ήταν ο ρόλος τους. Ο Κορδάτος επισημαίνει ότι:
            «Προστάτιδες δυνάμεις, όπως ξενόδουλοι πολιτικοί και άκριτοι ιστορικοί αποκαλούν την Γαλλίαν, Ρωσίαν και Αγγλίαν, δεν υπήρξαν ποτέ δια την Ελλάδα. Εάν ηγωνίσθησαν, έστω και θυσίας ιδικάς των ακόμη, όπως κατά την εν Ναυαρίνω ναυμαχίαν, αι ανωτέρω δυνάμεις κατά τη διάρκειαν του ελληνοτουρκικού πολέμου υπέρ της Ελληνικής Επαναστάσεως, τούτου, επαναλαμβάνομεν το έκαμαν δια να προστατεύσουν τα συμφέροντά των. Η διπλωματική προστασία του ελληνικού αγώνος του ’21, καθώς και η σκανδαλώδης ανάμιξίς των δυνάμεων τούτων εις τα εσωτερικά της Ελλάδος, αυτήν την έννοιαν έχουν. Πάντοτε, τότε και κατόπιν και σήμερον, αι μεταξύ της Ελλάδος και των ευρωπαϊκών δυνάμεων σχέσεις κανονίζονται από το συμφέρον και μόνον αυτό.»

           
Τελική έκβαση και συμπεράσματα

Η Επανάσταση του 1821, απαντώντας στο αρχικό ερώτημα, είχε και εθνικό και κοινωνικό χαρακτήρα. Κατά την έκβασή της, όμως, η κοινωνική διάσταση της Επανάστασης εξοβελίστηκε, διότι οι αστοί συμμάχησαν με τους κοτζαμπάσηδες και ακρωτηρίασαν το περιεχόμενο του ταξικού αγώνα του φτωχού λαού. Τελειώνοντας, και όσον αφορά στο ερώτημα «Είναι πράγματι απελευθερωμένοι οι Έλληνες μετά την Επανάσταση;», παραθέτω την τελευταία σελίδα του βιβλίου του Κορδάτου, ο οποίος ολοκληρώνει την έκθεση της ιστορικής του μελέτης και συνοψίζει τα συμπεράσματά του με τα εξής λόγια:
            «Αλλ’ εάν κατωρθώθη ο ελληνικός αγών να πάρει ένα τέλος και να ελευθερωθεί μία γωνία της Ελλάδος, ο εσωτερικό αγών έμεινε ημιτελής. Παρ’ όλον το σάρωμα της καποδιστριακής δικτατορίας και την δημοκρατικήν συνείδησιν της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, αι λεγόμεναι προστάτιδες δυνάμεις επέβαλαν εις τον καθημαγμένον ελληνικόν λαόν την μοναρχίαν. Χωρίς καν να ερωτηθεί ο ελληνικός λαός, αι τρεις δυνάμεις, με την πρωτοβουλίαν της Αγγλίας, έστειλαν εις την Ελλάδα τον νεαρόν πρίγκηπα της Βαυαρίας Όθωνα, ο οποίος ήτο γνωστός βλάξ. Και εις την περίστασιν αυτήν, η αγγλική πολιτική έδειξε όλην την αισχρότητά της. ο εν Ελλάδι διπλωματικός της αντιπρόσωπος Ντώκινς ήτο ο ουσιαστικός κυβερνήτης. Έργον του ήτο, όχι μόνον να εξουδετερώσει την ρωσικήν επιρροήν, αλλά και να εγκαινιάσει νέαν περίοδον απολυταρχίας.
            »Ο ελληνικός λαός έπρεπε να μη σηκώσει κεφάλι. Ο λόρδος Πάλμερστον έβαλε τας βάσεις της πολιτικής του Φόρεϊν Όφφις απέναντι της Ελλάδος, που επί εκατό και παραπάνω χρόνια ακολουθείται πιστά από τους διαδόχους του. Η Ελλάς πρέπει να είναι συγκεκαλυμένον προτεκτοράτο της Αγγλίας και ο ελληνικός λαός δεν πρέπει να ασκεί τα κυριαρχικά του δικαιώματα. Πρέπει να ευρίσκεται εις την κατάστασιν του ημιαποίκου. Έτσι, με την ηθικήν και υλικήν βοήθειαν του τσάρου, των Άγγλων πλουτοκρατών και των Γάλλων αντιδραστικών, οι Έλληνες τσιφλικάδες, αστοί και Φαναριώτες, που πήραν την εξουσίαν στα χέρια τους, όταν δημιουργήθηκε το μικρόν ελεύθερον Ελληνικόν Κράτος, όσο κι αν τσακώνονταν και τρώγονταν πάνω στο μοίρασμα της πολιτικής εξουσίας, όλην των την προσοχή και δραστηριότητα την εσυγκέντρωσαν εις το πώς μέσα εις το νέον βασίλειον θα κρατήσουν τας λαϊκάς μάζας υποχειρίους των, δια να μπορούν να τας καταπιέζουν και να τας εκμεταλλεύονται. Έτσι, ως τα σήμερα, εσυνεχίσθη η οικονομική υποδούλωσις και αποστράγγισις του λαού και την θέσιν των Τούρκων μπέηδων, αγάδων και πασάδων, την επήραν  αυτοί, που είχαν γίνει το ίδιο όπως και οι Τούρκοι κατακτηταί, ληστές και γδύστες, μαζί με τους ξένους δανειστές μας. Από το 1823 ως τα τώρα το ξένον κεφάλαιον, έχοντας τοποτηρητάς και εντολοδόχους του εις την χώραν μας τους αστοτσιφλικάδες, εγύμνωσε κάθε ικμάδα του τόπου, ελήστευσε τον λαόν και έκράτησε την χώραν καθυστερημένην, δια να μπορεί να μας μεταχειρίζεται ως αποίκους.
            Όταν κανείς έχει υπ’ όψιν του το τί έγινε κατά το διάστημα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνος από την άρχουσα τάξιν και τί επηκολούθησεν κατόπιν, εξάγει το συμπέρασμα, που το επικυρώνουν τα αδιάψευστα γεγονότα, ότι η Επανάστασις του 1821 επροδόθη, όχι μόνον από τους κοτζαμπάσηδες και Φαναριώτες, αλλά και από τους αστούς. Αυτή είναι η μόνη ιστορική αλήθεια.»


Μιχάλης Χονδροκούκης