Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΗΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΗΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2019

Άμυνα χωρίς σπατάλη


του Δημήτρη Καλτσώνη
αν. καθηγητή θεωρίας κράτους και δικαίου
Πάντειο Πανεπιστήμιο

εφημ. ΤΑ ΝΕΑ 9/12/2019


Η ένταση με την Τουρκία ανεβαίνει. Η υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας δεν μπορεί όμως να γίνεται με λεονταρισμούς και εθνικιστικές κορώνες (με τον κατευνασμό να είναι η άλλη όψη του νομίσματος). Τέτοιες προσεγγίσεις παραγνωρίζουν κρίσιμες παραμέτρους του προβλήματος. Αντικειμενικά ωθούν τη χώρα μας σε επικίνδυνες ατραπούς: στη σύγκρουση και στο τέλος στη συνδιαχείριση με την Τουρκία. Καλό είναι να μην ξεχνάμε τα ιστορικά μαθήματα, όπως εκείνο του μακρινού 1897. Τότε, κάποιες εθνικιστικές φωνές και προκλήσεις δημιούργησαν τις συνθήκες ώστε να μπει η Ελλάδα σε πόλεμο με την Τουρκία. Το αποτέλεσμα ήταν ολέθριο για τη χώρα μας, καθώς μάλιστα ήταν καθημαγμένη από την οικονομική κρίση και την πτώχευση. 
      Από την άλλη, όπως ανακοινώθηκε, δρομολογούνται νέα πανάκριβα εξοπλιστικά προγράμματα με αιτιολογία την όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Φαίνεται λογικό: αφού οι απειλές από την Τουρκία γίνονται ολοένα και ισχυρότερες, γιατί να μην εκσυγχρονιστεί το οπλοστάσιο της Ελλάδας; Δυστυχώς όμως το φαίνεσθαι δεν ταυτίζεται με το είναι, όχι πάντοτε τουλάχιστον. Η υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων μπορεί να υπηρετηθεί πρωτίστως από τη συγκρότηση διπλωματικού μετώπου σε διεθνές επίπεδο με άξονα το διεθνές δίκαιο και την ειρήνη. Σε αυτή την κατεύθυνση όμως ελάχιστα έχουν γίνει, αν έχει γίνει πράγματι κάτι. Πέρα από την όποια αδύναμη φραστική συμπαράσταση, δεν υπήρξε καμία έμπρακτη καταδίκη της Τουρκίας από τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, εκείνους δηλαδή στους οποίους μόνο απευθύνθηκε η κυβέρνηση. Και όχι μόνο αυτό: η κυβέρνηση συνυπέγραψε το δόγμα του ΝΑΤΟ που θεσμοθετεί ως εχθρούς του τη Ρωσία και την Κίνα, δυο μεγάλες δυνάμεις που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην επίλυση του προβλήματός μας.

Παράλληλα αναρωτιέμαι μήπως τελικά η βαριά δαπάνη στην οποία θα υποβληθεί ο ελληνικός λαός είναι μια σπατάλη που δεν διασφαλίζει την αμυντική θωράκιση. Πώς μπορούμε να εμπιστευθούμε τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ για τα εξοπλιστικά προγράμματα όταν αυτές ουσιαστικά "νίπτουν τας χείρας τους" ωθώντας πιθανά στη συνδιαχείριση; Κι αν σε μια κρίσιμη στιγμή σταματήσει η ροή ανταλλακτικών ή "τυφλωθούν" τα αμυντικά μας συστήματα για να μας ασκηθεί πίεση για υποχωρήσεις; Ας θυμηθούμε την Κύπρο του 1974, τα Ίμια, την εκβιαστική καθυστέρηση της παράδοσης των F-16 τo 1987. 

Μήπως τελικά μια τέτοια επιλογή (που σημαίνει νέα δάνεια και νέες περικοπές κοινωνικών δαπανών) είναι επικίνδυνη για την ασφάλεια της χώρας μας; Μήπως αυτά τα εξοπλιστικά προγράμματα προορίζονται κυρίως για να ικανοποιήσουν την απαίτηση του προέδρου Τραμπ για αύξηση των κονδυλίων του ΝΑΤΟ και να τονώσουν την αμερικανική βιομηχανία που δοκιμάζεται από την κρίση; Μήπως χρειαζόμαστε άλλες επιλογές, πιο αξιόπιστες από τεχνική αλλά και πολιτική άποψη; Εξάλλου ο λαός λέει: μην βάζεις ποτέ όλα τα αβγά στο ίδιο καλάθι.

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2019

Πέντε αρχές



του Δημήτρη Καλτσώνη
αν. καθηγητή θεωρίας κράτους και δικαίου
Πάντειο Πανεπιστήμιο

εφημ.  ΤΑ ΝΕΑ,  5/12/2019



Στους ταραγμένους καιρούς των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ας αξιοποιήσουμε πέντε αρχές. Πρώτο, δεν απεμπολούμε τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας. Αυτά δεν ανήκουν σε κανέναν τρέχοντα διαχειριστή ή κυβέρνηση, σημερινή ή αυριανή. Ανήκουν στον ελληνικό λαό και στο μέλλον του. Δεύτερο, βασιζόμαστε στο διεθνές δίκαιο, καλούμε στη συνεπή εφαρμογή του. Το διεθνές δίκαιο ορίζει ότι έχουμε δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. όπως όλες ανεξαιρέτως οι χώρες. Το διεθνές δίκαιο (η Σύμβαση της Γενεύης για την Υφαλοκρηπίδα, άρθρο 1) ορίζει ότι τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα, άρα τα επιχειρήματα του τουρκικού αντιδραστικού καθεστώτος για το Καστελόριζο δεν έχουν καμία βάση. Το διεθνές δίκαιο (η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας) ορίζει με σαφήνεια τον τρόπο χάραξης της ΑΟΖ και γι' αυτό το Μνημόνιο Τουρκίας και Λιβύης δεν μπορεί να  έχει καμία απολύτως νομική ισχύ.

Τρίτο, συγκροτούμε διπλωματικό μέτωπο. Για να γίνει αυτό πρέπει να θέσουμε το θέμα ενώπιον της διεθνούς κοινότητας και ενώπιον των συγκροτημένων οργάνων της, όπως είναι ο ΟΗΕ και το Συμβούλιο Ασφαλείας. Ο δρόμος δεν είναι εύκολος αλλά είναι ο μοναδικός που μπορεί να οδηγήσει σε διέξοδο. Όσο το πρόβλημα περιορίζεται στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ θα εισπράττουμε τη μια ήττα μετά την άλλη. Είναι ενδεικτική η αφωνία του ΝΑΤΟ μπροστά στη νέα πρόκληση του Ερντογάν, οι συστάσεις της ΕΕ (ούτε καν φραστική καταδίκη) όσο και η ανακοίνωση της Γερμανίας ότι δεν μπορεί να τοποθετηθεί επί του Μνημονίου γιατί δήθεν δεν γνωρίζει τις λεπτομέρειες! 

Αν κάτι μπορεί να προκύψει από τους παραδοσιακούς συμμάχους μας, αυτό θα γίνει μόνο αν τους πιέσουμε πραγματικά, αν αισθανθούν ότι θα τους δημιουργήσουμε εμπόδια, αν μπλοκάρουμε τις αποφάσεις του ΝΑΤΟ και της ΕΕ,  αν ανησυχήσουν ότι θα μας χάσουν από συμμάχους. Θυμίζω ότι η κρίση του 1987 τερματίστηκε με την απόσυρση του τουρκικού ερευνητικού σκάφους, όταν ο τότε πρωθυπουργός απείλησε ότι θα κλείσει την αμερικανική βάση στη Ν. Μάκρη και έστειλε τον υπουργό εξωτερικών εσπευσμένα για συνάντηση στην τότε σοσιαλιστική Βουλγαρία.

Τέταρτο, δεν διακινδυνεύουμε την ειρήνη και την ασφάλειά μας για τα συμφέροντα άλλων. Χωρίς να απεμπολήσουμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων έχει νόημα μόνο αν τα οφέλη τα αποκομίσει κατά βάση ο ελληνικός λαός και όχι οι πολυεθνικές εταιρείες. Διαφορετικά, δεν υπάρχει λόγος να μπούμε σε περιπέτειες, μόνο επειδή οι εταιρείες αυτές και οι μεγάλες δυνάμεις ανταγωνίζονται μεταξύ τους θανάσιμα στις συνθήκες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

Πέμπτο, σηκώνουμε τη σημαία της ειρήνης και της φιλίας με τον λαό της Τουρκίας και όλους τους γείτονες. Έχει μεγάλη σημασία να απονομιμοποιείται η εθνικιστική προπαγάνδα του Ερντογάν (που προσπαθεί να παρουσιάζει την Τουρκία θιγόμενη και αδικημένη) τόσο στη συνείδηση του τουρκικού λαού όσο και στη διεθνή κοινή γνώμη. 

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019

Ένα καλό βήμα πρέπει να έχει συνέχεια



του Δημήτρη Καλτσώνη

Καθώς έχουμε απομακρυνθεί από το 1974, είναι πολύ σημαντικό να επανέλθει το Κυπριακό στην πραγματική του βάση. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία και επειδή, δεδομένης της μεταβολής του διεθνούς περιβάλλοντος, η ουσία του προβλήματος συχνά συγκαλύπτεται. Το ζήτημα είναι ότι το 40% ενός ανεξάρτητου κράτους μέλους του ΟΗΕ βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή. Επομένως, το Κυπριακό δεν επιτρέπεται να εγκλωβίζεται στο τρίγωνο Ελλάδα - Τουρκία - ΝΑΤΟ. 

Η διεθνής κοινότητα είναι η μόνη κατάλληλη να επιληφθεί του θέματος. Βέβαια πρέπει να υπολογίζεται πάντοτε με ρεαλισμό η κατάσταση. Το κύρος του ΟΗΕ έχει υποχωρήσει τις τελευταίες δεκαετίες ενώ πάντοτε, εκ των πραγμάτων, εμφιλοχωρούσαν στις αποφάσεις του σκοπιμότητες.
Η προσφυγή της Κύπρου στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ μπορεί υπό προϋποθέσεις να ανοίξει νέους δρόμους. Η προσφυγή έχει ως βασική επιδίωξη την επαναβεβαίωση των Ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Αυτό θα πρέπει πρωτίστως να σημαίνει απομάκρυνση όλων των ξένων βάσεων και στρατευμάτων, απελευθέρωση και επανένωση στη βάση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. 

Ωστόσο, υπό τη μορφή αυτή δεν είναι δυνατό να προωθείται μια συνομοσπονδία, ένα προτεκτοράτο τύπου Βοσνίας, μια συγκόληση κρατιδίων, που θα είναι αιωνίως ευάλωτα και υποτελή στις ξένες παρεμβάσεις όπως ουσιαστικά προέβλεπε το σχέδιο Ανάν. Ο συσχετισμός, ως γνωστόν, δεν είναι ευνοϊκός. Από την πλευρά των ΗΠΑ δεν αναμένεται κάτι νέο. 

Οι ΗΠΑ δεν διακρίνονται για το σεβασμό τους στο διεθνές δίκαιο. Παράλληλα, δεν έχει ακουστεί ποτέ, ούτε ένα έστω υποκριτικό για τις ευθύνες τους στην κυπριακή τραγωδία. Οι προσφάτες τοποθετήσεις τους ότι οι σχέσεις ΗΠΑ και Κύπρου "βρίσκονται σε ιστορικό υψηλό" δεν πρέπει, κατά την άποψή μου, να λαμβάνονται τοις μετρητοίς. Ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα Τζ. Πάιατ μας το θύμισε εμμέσως με τον τρόπο του, όταν υπογράμμισε προχτές ότι η Τουρκία πρέπει να μείνει στη σφαίρα επιρροής της Δύσης.Στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ συμμετέχουν η Ρωσία και η Κίνα, δυο μεγάλες δυνάμεις που παραδοσιακά, έστω με διακυμάνσεις, στήριξαν την Κύπρο. 

Η βούληση αλλά και οι δυνατότητες των χωρών αυτών προσδιορίζονται από τα δικά τους αυτοτελή συμφέροντα και το συσχετισμό ισχύος. Περιορίζεται επίσης η εμβέλεια και η ευχέρεια των κινήσεών τους από το γεγονός ότι η Κύπρος είναι μέλος της ΕΕ, έχει στο έδαφός της βρετανικές βάσεις και "ανήκει στη Δύση". Δεν είναι εύκολο και συχνά ούτε επιθυμητό να παρεμβαίνει κανείς στα του οίκου των άλλων. Σε κάθε περίπτωση, παρά τις υπαρκτές δυσκολίες, η προσφυγή της Κύπρου στον ΟΗΕ μετά την αποτυχία του Κραν Μοντανά είναι βήμα στη σωστή κατεύθυνση. Αρκεί να μην μείνει μετέωρο. Καλό θα ήταν να ακολουθήσουν τα επόμενα, και κυρίως να βρίσκονται στην ίδια κατεύθυνση.