Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 24η Μαίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 24η Μαίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

Η παρέμβαση του Σταύρου Μαυρουδέα

Συνεχίζοντας την παρουσίαση των εισηγήσεων που έγιναν στην εκήλωση του Συλλόγου Διάδοσης της Μαρξιστικής Σκέψης, «Γιάννης Κορδάτος» με θέμα «Η ανάγκη του Λαϊκού μετώπου και η διέξοδος από την κρίση» στις 24 Μάη, παρουσιάζουμε τις παρεμβάσεις που έγιναν.


Σήμερα ο τόπος και ο λαός μας βυθίζονται ολοένα και περισσότερο στην καπιταλιστική βαρβαρότητα που επιβάλλει η καπιταλιστική κρίση και η πολιτική των Μνημονίων που έχει συνομολογήσει η ελληνική αστική τάξη με τους ξένους πάτρωνες της. Επιβεβαιώνεται κάθε μέρα και περισσότερο ότι ο μόνος δρόμος για την έξοδο του καπιταλιστικού συστήματος από την κρίση είναι η ραγδαία υποβάθμιση της θέσης της εργατικής τάξης και των ευρύτερων λαϊκών και μικρομεσαίων στρωμάτων σε επίπεδα σχεδόν τριτοκοσμικά και το ξεπούλημα του τόπου σε εγχώρια και ξένα ιδιωτικά καπιταλιστικά συμφέροντα, με τα τελευταία να παίρνουν την μερίδα του λέοντος.

Το εργατικό και λαϊκό κίνημα, παρά τις εξωνημένες συνδικαλιστικές ηγεσίες και με βάση κυρίως την πίεση της λαϊκής βάσης, έχει δώσει σημαντικούς μαζικούς αγώνες, έχει δυσκολέψει τους σχεδιασμούς της ελληνικής αστικής τάξης και των ξένων πατρώνων της αλλά δεν έχει κατορθώσει να τους σταματήσει και να τους ανατρέψει.

Ο βασικός λόγος αυτής της αδυναμίας βρίσκεται στην απουσία μίας ρεαλιστικής και ταυτόχρονα επαναστατικής πολιτικής πρότασης διεξόδου από την κρίση με βάση τα συμφέροντα του κόσμου της εργασίας. Μόνο μία τέτοια πρόταση μπορεί να πείσει και να εμπνεύσει την μεγάλη εργαζόμενη πλειονότητα της χώρας ότι υπάρχει άλλη διέξοδος, ότι είναι στα χέρια της και ότι έχει τη δύναμη να την επιβάλλει και να την διεκπεραιώσει. Αυτή η ρεαλιστική επαναστατική πολιτική πρόταση διεξόδου πράγματι, όπως έχουν δείξει οι κλασσικοί του Μαρξισμού, δεν μπορεί να γεννηθεί αυθόρμητα από τις εργατικές και λαϊκές αντιστάσεις. Χρειάζεται η ύπαρξη ενός επαναστατικού πολιτικού φορέα του κόσμου της εργασίας για να την επεξεργαστεί και να την κάνει κτήμα των λαϊκών μαζών.

Χρειάζεται δηλαδή ένα κομμουνιστικό κόμμα, αντάξιο του ρόλου του στην ουσία και όχι στον τύπο και στα σύμβολα.

Η οδυνηρή απουσία ενός τέτοιου κομμουνιστικού φορέα σήμερα είναι πιο αισθητή παρά ποτέ. Τα ψήγματα του βρίσκονται διάχυτα σε όλα σχεδόν τα ρεύματα της Αριστεράς* φυσικά όχι με την ίδια πυκνότητα καθώς ιδιαίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ εξελίσσεται με ταχύτατους ρυθμούς σε ένα καθαρόαιμα συστημικό πολιτικό χώρο. Από την άλλη η ηγεσία του ΚΚΕ μέσω του «επαναστατικού χιλιασμού» στον οποίο επιδίδεται ουσιαστικά υποβοηθά τα αστικά σχέδια αποδυναμώνοντας το εργατικό και λαϊκό κίνημα. Το χειρότερο από όλα είναι ότι, με τις πολιτικές και τις αχαρακτήριστες θεωρίες της, κακοποιεί και αμαυρώνει το όνομα των κομμουνιστών και του Μαρξισμού κάνοντας μακροπρόθεσμη ζημιά στην κομμουνιστική υπόθεση. Τέλος οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά και οι άλλες δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, παρά τις σημαντικές ορισμένες φορές προσπάθειες και συμβολές τους, δεν έχουν κατορθώσει να καλύψουν αυτό το κενό.

Σήμερα είναι περισσότερο αναγκαία παρά ποτέ αυτή η επαναθεμελίωση του κομμουνιστικού εγχειρήματος. Όχι γιατί είναι ανάγκη των κομμουνιστών αλλά γιατί το απαιτεί επιτακτικά η ιστορία. Το εγχείρημα αυτό είναι ακόμη πιο δύσκολο γιατί πρέπει να συνδυασθεί με την ταυτόχρονη ανάπτυξη της πιο πλατειάς και ταυτόχρονα πιο ασυμβίβαστης εργατικής και λαϊκής ενάντια στην καπιταλιστική βαρβαρότητα. Δηλαδή απαιτεί την συγκρότηση ενός λαϊκού μετώπου που να κατορθώσει να ανατρέψει την αστική κίνηση. Πρόκειται δηλαδή για ένα δισυπόστατο καθήκον:

(α) να επαναθεμελιωθεί το κομμουνιστικό εγχείρημα στα τρία βασικά συστατικά στοιχεία του: την θεωρία, το πρόγραμμα (την ενότητα στρατηγικής και τακτικής) και την μαζική παρέμβαση

και

(β) ταυτόχρονα να συγκροτηθεί ένα αποτελεσματικό λαϊκό μέτωπο με βάση ένα αναγκαίο και ικανό μεταβατικό πρόγραμμα με βασικό άξονα την Αποδέσμευση από την ΕΕ (γιατί αυτό συμπυκνώνει στη συγκεκριμένη κατάσταση την κόκκινη διαχωριστική γραμμή μεταξύ της προλεταριακής και της αστικής κίνησης). Το πρόγραμμα αυτό, από την πλευρά των κομμουνιστών πρέπει ρητά να αναφέρει και να συγκροτεί την σοσιαλιστική προοπτική του χωρίς όμως η τελευταία να προϋποτίθεται σαν σημείο εκ προοιμίου συμφωνίας με ευρύτερες λαϊκές δυνάμεις.

Ιδιαίτερα σήμερα, εμπρός στην επαπειλούμενη καταστροφή για τον κόσμο της εργασίας είναι άμεση η ανάγκη για την συγκρότηση του προγράμματος και του μετώπου αυτού. Αυτό απαιτεί την άμεση πρωτοβουλία συμβολή όλων των πραγματικά κομμουνιστικών δυνάμεων και ταυτόχρονα θα ενισχύσει με την σειρά του το εγχείρημα της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης.

Κανένας κομμουνιστής δεν πρέπει να λείψει από την τιτάνια προσπάθεια για την εκπλήρωση των καθηκόντων αυτών. Κλείνοντας θα ήθελα να χαιρετίσω την σημερινή εκδήλωση έχοντας την πεποίθηση ότι τόσο αυτή όσο και η συνολική δουλειά του συλλόγου «Γ.Κορδάτος» συμβάλλει αποφασιστικά στην προαναφερθείσα κατεύθυνση.


Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Αλέκος Βερναρδάκης - Τα Μέτωπα και η Κομμουνιστική Διεθνής

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ.
ΤΑ ΜΕΤΩΠΑ ΚΑΙ Η ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗΣ 

Σε  όλη τη διάρκεια ύπαρξης του οργανωμένου εργατικού κινήματος μία από τις συζητήσεις που δέσποσε ήταν αυτή περί μετώπων.  Με τα μέτωπα επιδιώκεται είτε να οικοδομηθεί συμμαχία μεταξύ διαφορετικών τάξεων (π.χ. εργατοαγροτική συμμαχία) ή να επιτευχθεί ενότητα μίας τάξης. Πολύ συχνά βέβαια, γίνονται προσπάθειες να παρουσιαστούν με εντυπωσιακό περιτύλιγμα θέσεις ως ριζοσπαστικές και καινοτόμες.  Μία μελέτη της ιστορικής εμπειρίας και του πως αντιμετώπισε, η Κομμουνιστική Διεθνής, το θέμα, θα συνέβαλε στο να  περιοριστεί η σύγχυση γύρω από τα μέτωπα και τις συμμαχίες. Μια μικρή αναφορά.

Με δεδομένο ότι, οι προσδοκίες του Λένιν και των άλλων μπολσεβίκων ηγετών, για γρήγορη επικράτηση της επανάστασης στην Ευρώπη διαψεύστηκαν, κι΄αυτό γιατί, τα κόμματα μέλη της Διεθνούς, απέτυχαν να αποκτήσουν σημαντική επιρροή στο οργανωμένο εργατικό κίνημα,  για να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση, στις περισσότερες χώρες, υιοθετήθηκε η αμυντική τακτική του ενιαίου μετώπου.

Το 4ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς επιχείρησε να επεξεργαστεί τη στρατηγική του ενιαίου μετώπου, η οποία σε συνθήκες που η εργατική τάξη είναι διασπασμένη και ένα σημαντικό μέρος της υποστηρίζει ρεφορμιστικά κόμματα, επιχειρεί να προωθήσει την ενότητα της τάξης και να την αντιπαραβάλλει απέναντι στην αστική τάξη και επιπλέον να αυξήσει την απήχηση των κομμουνιστών στις εργαζόμενες μάζες.

Στην ολομέλεια το Δεκέμβριο του 1921 πρότεινε το ενιαίο εργατικό μέτωπο, μέτωπο  που δεν προϋποθέτει συμφωνία σε ιδεολογικά ζητήματα, ούτε παύση της κριτικής απέναντι στους πρόσκαιρους συμμάχους και δεν συνοδεύονταν από κανενός είδους παραχώρηση στην οργανωτική αυτοτέλεια. Με τις αποφάσεις του 4ου συνεδρίου, προβλεπόταν συνεργασία και με αστικά κόμματα(λαϊκό μέτωπο), με επιδίωξη να κερδηθούν τα μεσαία στρώματα υπέρ του ενιαίου εργατικού μετώπου, να ενισχυθεί η επιρροή των Κ.Κ. στο εσωτερικό του λαϊκού μετώπου  και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε να περάσουν τα μεσαία στρώματα με τη μεριά του προλεταριάτου σε περίοδο επαναστατικής κρίσης (διαπιστώνοντας από την εμπειρία τους ότι τα αιτήματά τους δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν από το καπιταλιστικό σύστημα).

Για να κερδηθούν τα μεσαία στρώματα ή ακόμα και τμήματα της αστικής τάξης, η πλατφόρμα των λαϊκών μετώπων έπρεπε να προσαρμοστεί στο επίπεδο συνείδησης της μεγάλης πλειοψηφίας, να μην υπάρχουν ριζοσπαστικοί στόχοι (π.χ. προλεταριακή επανάσταση) που ίσως να περιόριζαν το εύρος των συμμαχιών. Οι άξονες πάλης που υιοθέτησε το συνέδριο αποτελούταν από οικονομικές διεκδικήσεις, υπεράσπιση των αστικοδημοκρατικών ελευθεριών, καταστολή των φασιστικών οργανώσεων και πάλη για την ειρήνη.

 Και ένα παράδειγμα
Στις 31/5/1934 ο γ.γ. του Κ.Κ.Γαλλίας Τορέζ δήλωσε στη βουλή ότι θα υποστήριζε το σχηματισμό μίας ριζοσπαστικής κυβέρνησης που θα εφάρμοζε το πρόγραμμα του Ριζοσπαστικού κόμματος(συντηρητικό κόμμα0’ Στις 26/4 και 3/5/1936 το Λαϊκό Μέτωπο (Σοσιαλιστές, κομμουνιστές, ριζοσπάστες) θριάμβευσε και στους 2 γύρους των βουλευτικών εκλογών με συνθήματα «ψωμί», «ειρήνη», «ελευθερία». Το Κ.Κ.Γαλλίας υποστήριξε την κυβέρνηση Μπλούμ (4/6/1936- 21/6/1937), στην οποία συμμετείχαν 3 γυναίκες υπουργοί σε μία περίοδο που οι γυναίκες στη Γαλλία δεν είχαν το δικαίωμα του εκλέγειν, αν και δε συμμετείχε σε αυτή.

Η νίκη αυτή πυροδότησε την όξυνση της ταξικής πάλης. Ξέσπασε αυθόρμητο κίνημα απεργιών και καταλήψεων εργοστασίων. Στις 7/6/1936 υπεγράφη σύμφωνο μεταξύ των εργοδοτών, των εργαζομένων και της κυβέρνησης, με σημαντικές θεσμικές αλλαγές υπέρ των εργαζομένων: κατοχύρωση του δικαιώματος στην απεργία, άρση των νομικών περιορισμών στην ίδρυση συνδικάτων, έγκριση της επιθεώρησης εργασίας για απολύσεις εκλεγμένων συνδικαλιστών, μέση αύξηση μισθών 7-12% για όλους [σε περίοδο αποπληθωρισμού λόγω της μεγάλης κρίσης], εργάσιμη εβδομάδα 40 ωρών, πληρωμένες διακοπές 12 ημερών ετησίως, συλλογικές μισθολογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ συνδικάτων και εργοδοτών).

Σ.Σ. (ΣΤΑ ΔΙΚΆ ΜΑΣ τώρα) «Καταστροφολόγοι Αριστεροί και δεξιοί μας τρομάζουν για την χρεοκοπία εκτός ευρώ, δεν μπαίνουν καν στο κόπο να μας εξηγήσουν τι θα σημαίνει για τους εργαζόμενους χρεοκοπία εντός του ευρώ και της ευρωζώνης, κάτι που έτσι και αλλιώς δεν υπάρχει πιθανότητα να το αποφύγουμε. Άλλωστε τι άλλο παρά χρεοκοπία είναι η πολιτική  της υποτίμησης στο εσωτερικό που εφαρμόζει η κυβέρνηση της τρόικας.

Η αφαίμαξη μισθών και συντάξεων, η φοροκαταιγίδα,  η κατάργηση του κοινωνικού κράτους και το σταμάτημα των δημοσίων επενδύσεων, όλα αυτά για την εξυπηρέτηση  των διεθνών τοκογλύφων, τι άλλο παρά ένας αργός θάνατος χρεοκοπίας είναι. Πάνω απ’ όλα η δανειακή σύμβαση των 110 δις με σαφή ρήτρα ενυπόθηκου δανείου, τι άλλο μπορεί να σημαίνει παρά μόνο τη μετατροπή της άχρηστης χαρτούρας σε εμπράγματες αξίες, το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και την χρεοκοπία του κράτους.

Τα νομοσχέδια για δήμευση περιουσιών ιδιωτών που οφείλουν στο δημόσιο, τι άλλο παρά χρεοκοπία και μάλιστα αναγκαστική, του συνόλου της κοινωνίας είναι. Και όλο αυτό το ξεπούλημα δημόσιου και ιδιωτικού πλούτου βορρά στην εξυπηρέτηση του χρέους και μετά τρομοκρατούν τους εργαζομένους για χρεοκοπία εκτός ευρώ και εντός δραχμής.»

Οι στρατευμένοι μαρξιστές κατηγορούνται συχνά ότι κάνουν κατάχρηση λέξεων, όπως «κρίση», «καμπή», «καινούργια κατάσταση» «ανατροπή» κ.τ.λ. H παρατήρηση αυτή δεν είναι αβάσιμη, δεδομένου ότι αναφέρεται σε μια αναπόφευκτη συνέπεια του αναγκαίου βολονταρισμού που εμπεριέχει κάθε πολιτική δράση που προτίθεται να αλλάξει τα πράγματα.  Αυτοί οι όροι, όμως, φαίνονται δόκιμοι για να περιγράψουν την περίοδο που διανύουμε. Τα συστατικά αυτού του οποίου ο Λένιν προσδιόρισε σαν την αδυναμία των κυρίαρχων να κυβερνούν όπως πριν, φαίνονται να συγκεντρώνονται. Εξ ου, άλλωστε, και το γεγονός ότι σήμερα αυτές οι λέξεις όπως κρίση, στροφή, «καινούργια κατάσταση» «ανατροπή»  γίνονται αποδέκτες σχεδόν ομόφωνα.

Με αυτή την έννοια, μια ανατροπή της συγκυρίαs σηματοδοτεί ότι: αυτοί που είναι πάνω δεν μπορούν πια να κυβερνούν όπως πριν, αυτοί που είναι κάτω δεν θέλουν πια να κυβερνώνται όπως πριν. Σημαίνει άραγε, ότι βρισκόμαστε σε μια επαναστατική ή προ-επαναστατική κατάσταση; Όχι βέβαια, και το ξέρουμε καλά, διότι για να δημιουργηθεί μια τέτοια κατάσταση, οι κυριαρχούμενες τάξεις πρέπει να έχουν όχι μόνο την ικανότητα αποτροπής της επιλογής του κυρίαρχου μπλοκ, αλλά και την ικανότητα να διαμορφώνουν και να επιβάλλουν τις δικές τους λύσεις. Και οι αγωνιστές της αριστεράς γνωρίζουμε ότι απέχουμε αρκετά από τη λύση αυτού του προβλήματος.
Φυσικά αυτό το πρόβλημα, έτσι και αλλιώς παραπέμπει σε συλλογική πολιτική διεργασία μέσα στα κόμματα, μεταξύ των κομμάτων και στο σύνολο της κοινωνίας. Έχω την εντύπωση ότι, όλοι μας έχουμε συμμετάσχει μέσα από διάφορες πρωτοβουλίες(όπως εγώ στην πρωτοβουλία των 1000) στις διεργασίες για την επίλυσή του. Στο σημείο θέλω απλά να θέσω μερικά στοιχεία προβληματισμού πάνω σε δύο ζητήματα.
– Ποιοι είναι, σήμερα, οι παράγοντες που πολιτικά καθορίζουν τη συγκυρία ή, για να το πούμε αλλιώς, ποια είναι τα χαρακτηριστικά της ρήξης, που λειτουργούν ως σημεία συμπύκνωσης των αντιφάσεων της σημερινής κατάστασης και της προσδίδουν την ιδιαιτερότητα της; Και τι σημαίνει να μιλάμε για την «αναγκαιότητα του μετώπου» ως ένα χαρακτηριστικό της κατάστασης, με την οποία είμαστε αντιμέτωποι;
– Ποιοι είναι οι κύριοι άξονες στους οποίους πρέπει να εστιάσουμε το προβληματισμό και την επεξεργασία που κάνουμε στους δικούς μας αντίστοιχα χώρους, παρεμβάσεις αρθρογραφίες  περιοδικά, για να συμβάλουμε στην ανάδυση μιας αξιολόγησης αντικαπιταλιστικής προοπτικής;

Από την αρχή της κρίσης άρχισαν να αναδεικνύονται σοβαρά τα πολιτικά ζητήματα: Ζητήματα στρατηγικής, συμμαχιών, προγράμματος, προσανατολισμού και βέβαια ηγεσίας. Καθυστερήσαμε πολύ, πάρα πολύ, H ψευδαίσθηση ενός κινήματος που γίνεται από μόνο του το υποκείμενο του κοινωνικού μετασχηματισμού, χωρίς πολιτικές διαδικασίες συγκρότησης, διαφοροποίησης και παρέμβασης, και παραβλέποντας το ζήτημα της κρατικής εξουσίας, καταλήγει αναπόφευκτα στο να αφεθεί ακέραιο το υπάρχον πλαίσιο των πολιτικών συγκρούσεων και στην υποταγή στην κυρίαρχη πολιτική, την αστική πολιτική.

Ένα δίδαγμα του Λένιν που μπορούμε να το θεωρήσουμε επίκαιρο, ακόμη και αν έχουμε μια απόκλιση στον τρόπο που αξιολογούμε την δική του πολιτική πρόταση, αφορά ειδικά το ζήτημα της μορφής της οργάνωσης: η αντικαπιταλιστική πολιτική δεν έρχεται ποτέ σαν ένα αυθόρμητο αποτέλεσμα των κοινωνικών κινητοποιήσεων, οι οποίες, όμως αποτελούν το έδαφός της και το απαραίτητο οξυγόνο της.
Από τις πολλαπλές κατευθύνσεις για την αναζήτηση λύσεις σ’ αυτό το πεδίο της πολιτικής παρέμβασης,  προτείνω μία, που απορρέει από τα προαναφερθέντα: Ενιαίο εργατικό μέτωπο, και πολιτικό μέτωπο της αριστεράς, στη βάση ενός προγράμματος, που θα συνδέει, τα άμεσα αιτήματα με τη σοσιαλιστική προοπτική. Πρόγραμμα που θα εκπονηθεί από όλους εμάς, αλλά και όσους άλλους έχουν συμμετάσχει στην αναζήτηση λύσεων στην ίδια ή παρόμοια κατεύθυνση, θα απευθύνεται σε όλα τα κοινωνικά και πολιτικά ρεύματα που αγωνίζονται, σε όλες τις δυνάμεις της  Αριστεράς αλλά κυρίως να απευθύνεται με το πρόγραμμα αυτό σε όλες τις εργαζόμενες τάξεις με στόχο τη δημιουργία ενός πολιτικού γεγονότος και του αναγκαίου μπλοκ- μετώπου, κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, ή όπως αλλιώς θέλετε να το ονομάσουμε, για την κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας που θα είναι σε θέση, να επιβάλει την υλοποίηση του.

Η ανάγκη για την ανάληψη μιας πρωτοβουλίας, για την ενοποίηση των πρωτοβουλιών, επιβάλλεται από την ιστορική περίοδο την οποία διανύουμε. Οι διοργανωτές με την εκδήλωση που πραγματοποιούν δίνουν τη δυνατότητα για την ανταλλαγή απόψεων, αν αναλάβουν την πρωτοβουλία, για τη υλοποίηση μιας τέτοιας πρότασης, δίνουν και ελπίδα.

Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

Η παρέμβαση του Διονύση Τσακνή

Συνεχίζοντας την παρουσίαση των εισηγήσεων που έγιναν στην εκήλωση του Συλλόγου Διάδοσης της Μαρξιστικής Σκέψης, «Γιάννης Κορδάτος» με θέμα «Η ανάγκη του Λαϊκού μετώπου και η διέξοδος από την κρίση», παρουσιάζουμε τις παρεμβάσεις που έγιναν.


Δεν χρειάζεται κατά τη γνώμη μου, ιδιαίτερα στο παρόν ακροατήριο, κάποια ενδελεχής επιχειρηματολογία για τις δύο επιλογές που διχάζουν τη σημερινή Αριστερά, απ' τις παρυφές του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι τις πιο προωθημένες τάσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Η επικρατούσα άποψη της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ για διαχείριση (με ό,τι σημαίνει ο όρος) στο πλαίσιο του συστήματος, είναι προφανής και αυταπόδεικτη. Ο επικεφαλής του, ενώ είχε την ευκαιρία να διαβεί το Ρουβίκωνα με τις λεγεώνες του λαϊκού κινήματος, προτίμησε τον αφοπλισμό του, υποκύπτοντας στη νομιμότητα και την ανιστόρητη λογική μιας ουσιαστικής τάχα, διαπραγμάτευσης. Οι πιέσεις των κατευθυνόμενων Μέσων επικοινωνίας σε πλήρη συγχορδία με τις κραυγές του φθαρμένου πολιτικού κατεστημένου, οδήγησαν στην επιλογή – ομολογία : “Θα τους ταράξουμε στη νομιμότητα.”

Αποφεύγοντας γενικεύσεις και πολιτικούς αφορισμούς, τονίζω πως αναφέρομαι στην ηγετική ομάδα και σημειώνω με ενδιαφέρον τις διαφορετικές προσεγγίσεις σημαντικής μερίδας στελεχών του εν λόγω σχηματισμού, (Λαφαζάνης , Τόλιος κλπ) που προφανώς απηχούν απόψεις στην Αριστερή του βάση.

Στον αντίποδα:
Η πρόταση της αντικαπιταλιστικής – αντιιμπεριαλιστικής διεξόδου, διαλύοντας τις αυταπάτες του τύπου “και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ”, φαίνεται ως η μόνη επιλογή, που μπορεί να ανοίξει το δρόμο για τη σοσιαλιστική προοπτική.
Σε τόμους θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν τα αξιόλογα άρθρα συντρόφων σε εφημερίδες και διαδικτυακές σελίδες, που επιχειρηματολογούν υπέρ αυτής της άποψης. Σε ό,τι με αφορά, αφιερώνω αρκετό χρόνο καθημερινά στην ανάγνωση ή πιο σωστά στη μελέτη τους.
Πλάι σ' αυτά, δεν είναι λίγα και τα επίσης αξιόλογα βιβλία που εκδίδονται τα τελευταία χρόνια, (αρκετοί εκ των συγγραφέων παρίστανται) που εμπλουτίζουν το ιδεολογικό μας οπλοστάσιο και παράγουν πολιτική σκέψη.

Όλα κατατείνουν στην αναγκαιότητα δημιουργίας ενός μετώπου στη βάση της λογικής της ρήξης με σαφές αντιιμπεριαλιστικό αντικαπιταλιστικό πρόσημο, ανεξάρτητα από επιμέρους διαφορές. Είναι προφανές ότι η λέξη μέτωπο, υποδηλώνει αυτές τις επί μέρους διαφορές, αλλά είναι καλά γνωστή και πάντα επίκαιρη η Λενινιστική ρήση “μαζί χτυπάμε χώρια βαδίζουμε.”

Θα αρκεστώ σε κάποιες επιγραμματικές κρίσεις πάνω στη σχετική με το περιεχόμενο του Μετώπου, αρθρογραφία:

1. Στο διαλεκτικό δίπολο θεωρία και πράξη, η θεοποίηση του ενός σε βάρος του άλλου, αποτελεί ατόπημα. Έχω την εντύπωση πως καταναλώνονται τόνοι μελάνης για να “ανακαλυφθεί” το λάθος όχι της εκ διαμέτρου, αλλά της παραπλήσιας σε τελευταία ανάλυση άποψης. Απ' τις σελίδες του Ριζοσπάστη, μέχρι αυτές του ΠΡΙΝ ή του Αριστερού βήματος, δεν απουσιάζει δυστυχώς ο κομματικός πατριωτισμός. Και δεν αναφέρομαι καν στην κομματική νομιμότητα που είναι απόλυτα σεβαστή. Εδώ ανοίγω μια παρένθεση για να αναφερθώ και σε κάποιες με όνομα ή ψευδώνυμο, απαντήσεις σε άρθρα συντρόφων, που πέραν του ότι στερούνται τις περισσότερες φορές συντροφικότητας και ήθους, αποδεικνύουν πως οι συντάκτες τους μάλλον θα ήθελαν να διακριθούν στο λογοτεχνικό είδος της λιβελογραφίας και οι οποίοι με το “κομουνιστόμετρο” ανά χείρας, είναι έτοιμοι να κατακεραυνώσουν ό,τι διαφορετικό μπορεί να ακουστεί ή να γραφτεί πέρα από τη δική τους “αλάθητη” άποψη που πάντα συνοδεύεται από κάποιο τσιτάτο των κλασικών. Και κλείνει η παρένθεση.

2. Το κύριο που λείπει απ' την αρθρογραφία, είναι η σαφής εξήγηση του τι σημαίνει η πρόταση του Μετώπου, όσον αφορά στην επόμενη μέρα, σ' αυτό που θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ως καθημερινότητα της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων στρωμάτων. Παραβλέπω για την οικονομία της συζήτησης το γεγονός ότι πολλές φορές μιλάμε εξ ονόματος της εργατικής τάξης τη απουσία αυτής, αλλά ένα κάλεσμα σε αγώνα για Μέτωπο και ανατροπή προϋποθέτει γνώση για το τι συνεπάγεται αυτή η περιπέτεια της ανατροπής. Ας μην αντιγράφουμε τη λογική της “Αριστεράς της διαχείρισης”, μήπως προκαλέσουμε φοβικά αντανακλαστικά. Διότι δεν ξέρω τι έχει να φοβηθεί περισσότερο ενάμιση εκατομμύριο ανέργων και άλλων τόσων εκατομμυρίων ημιαπασχολούμενων ή πρώην μικροαστών, που ζουν κάτω απ' το όριο της φτώχιας.

3. Η καυτή πατάτα όμως, βρίσκεται στο ζήτημα των προσώπων. Ας μιλήσουμε ανοιχτά σύντροφοι, τουλάχιστον, όσοι σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζουμε δημόσια, συναινούμε και στην ανάγκη δημιουργίας ενός Μετώπου και στο ιδεολογικό του περίγραμμα. Εδώ, η αρθρογραφία, ή καταφεύγει στην ασφάλεια της θεωρίας, (οι ηγέτες, αναδεικνύονται μέσα απ' τους εργατικούς αγώνες) ή -και αυτό είναι μάλλον ασύμβατο με τις αρχές μας- “ανακαλύπτει” ιδεολογικές παρεκβάσεις σε δυνάμει συμμάχους, που προβάλουν ανοικτά κάποια πρόσωπα γύρω απ' τα οποία θα μπορούσε να υπάρξει κάποια συζήτηση να ηγηθούν.

Γνωρίζοντας πως η άποψή μου αυτή, πρόχειρα καθώς είναι διατυπωμένη, είναι πολύ ευάλωτη σε κριτική μέχρις απαξιώσεως, εγώ θα επιμείνω. Έχουμε μια δεδομένη πολιτική κουλτούρα (το πώς διαμορφώθηκε είναι άλλο τεράστιο ζήτημα) που δυστυχώς, διατρέχει όλα τα κοινωνικά στρώματα, μηδέ της εργατικής πρωτοπορίας εξαιρουμένης. Η αντικαπιταλιστική Αριστερά, κακά τα ψέματα, οφείλει να υποδείξει ή ακόμα αν δεν υπάρχουν να ανακαλύψει τους αυριανούς ηγέτες της.


Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Η αναγκαιότητα του Λαϊκού Μετώπου


Την Παρασκευή 24 Μαίου πραγματοποιήθηκε η τρίτη κατά σειρά εκδήλωση του Συλλόγου Διάδοσης της Μαρξιστικής Σκέψης, «Γιάννης Κορδάτος» με θέμα «Η ανάγκη του Λαϊκού μετώπου και η διέξοδος από την κρίση». Η κατάμεστη αίθουσα του αμφιθεάτρου της Νομικής Σχολής καταδεικνύει το πόσο σημαντική είναι αυτή η συζήτηση σήμερα και πόσο αναγκαίο είναι να συνεχιστεί.



Ξεκινάμε τις δημοσιεύσεις των παρεμβάσεων με την εισήγηση του Δημήτρη Καλτσώνη η οποία άνοιξε και την συζήτηση.



Η αναγκαιότητα του Λαϊκού Μετώπου


Η οικονομική κρίση και τα δεινά του λαού μας υποχρεώνουν να αναζητήσουμε λύσεις. Σήμερα, περισσότερο από άλλοτε είναι φανερό ότι πρέπει να σπάσουν τα δεσμά της τρόικας, της ΕΕ, του ΔΝΤ και των εγχώριων εταίρων τους. Πρέπει η χώρα και ο λαός να απαλλαγούν από τη θηλιά της εκμετάλλευσης, της καταλήστευσης και της καταπίεσης. 

Απαιτείται επειγόντως αλλαγή πλεύσης.
  1. 1. Αυτή πρέπει οπωσδήποτε να ξεκινά από την ακύρωση των δανειακών συμβάσεων και την άρνηση της πληρωμής του χρέους. Δεν είναι δυνατό να βγει η θηλιά από το λαιμό του λαού αν δεν διαγραφεί το χρέος. 
  2.  Εννοείται ότι μια τέτοια επιλογή, η μόνη φιλολαϊκή επιλογή, θα μας φέρει σε αντίθεση με την ΕΕ. Αυτή είναι εξάλλου συνυπεύθυνη, μαζί με τις ΗΠΑ και την εγχώρια ολιγαρχία για τις σχέσεις εξάρτησης, για το μαράζωμα και την υποβάθμιση των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας μας, για την κλοπή εγκεφάλων – επιστημονικού δυναμικού. Δεν μπορεί να σημειωθεί πραγματική ανάπτυξη, αν δεν υπάρξει αντίθεση και απειθαρχία στα μέτρα και τις κατευθύνσεις της ΕΕ, έξοδος τελικά από την ΕΕ.
  3.  Δεν μπορεί να υπάρξει αντιμετώπιση της κρίσης, δεν μπορεί να επιτευχθεί αναπτυξιακή πορεία, αν δεν πληρώσουν επιτέλους οι έχοντες, αν δεν εθνικοποιηθούν οι τράπεζες και οι στρατηγικής σημασίας μεγάλες επιχειρήσεις, αν δεν φορολογηθεί το μεγάλο κεφάλαιο, αν δεν φορολογηθεί, ακόμη και δημευθεί, η περιουσία των off shore που υπάρχουν στην Ελλάδα, αν δεν εγκαθιδρυθεί εργατικός και λαϊκός έλεγχος, αν δεν ενισχυθούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αν δεν ενθαρρυνθούν να παράγουν συλλογικά, να ενταχθούν σε πολύμορφους συνεταιρισμούς, με βάση ένα πανεθνικό σχέδιο. 
  4.  Δεν μπορούν να υλοποιηθούν όλα τα παραπάνω αν δεν υπάρξει ριζοσπαστικός εκδημοκρατισμός των συνταγματικών θεσμών, του πολιτικού συστήματος, του εκλογικού συστήματος, της Δικαιοσύνης και κυρίως αν δεν υπάρξει ριζοσπαστικός εκδημοκρατισμός των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας, όλων των δημόσιων υπηρεσιών και κρατικών μηχανισμών, με την ενεργό συμμετοχή της εργατικής τάξης και του λαού. Απαιτείται εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από τα φασιστικά στοιχεία και όλα τα όργανα του ιμπεριαλισμού και των μονοπωλίων, ανασυγκρότησή του σε επαναστατική δημοκρατική βάση. Χωρίς αυτό, οποιαδήποτε προσπάθεια εφαρμογής του παραπάνω οικονομικού πλαισίου είναι καταδικασμένη. Μην ξεχνάμε την εμπειρία της κυβέρνησης Αλιέντε.
Οι κοινωνικές δυνάμεις

Ποιες κοινωνικές δυνάμεις έχουν ανάγκη από μια τέτοια διέξοδο; Πρώτα απ’ όλα, έχει ανάγκη η εργατική τάξη, ο βασικός παραγωγός του κοινωνικού πλούτου, οι εργατοϋπάλληλοι και πλάι τους η στρατιά των ανέργων. Έχουν ανάγκη τα μεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού, οι μικρομεσαίοι επαγγελματίες και αγρότες, η εργαζόμενη και άνεργη διανόηση, οι επιστήμονες και οι καλλιτέχνες, η νεολαία, οι γυναίκες, τα κοινωνικά κινήματα για την εθνική ανεξαρτησία, την ειρήνη, για τις δημοκρατικές ελευθερίες, για το περιβάλλον, τα κινήματα αλληλεγγύης.
Κλειδί για την επίτευξη αυτής της λύσης είναι η ενότητα. Αυτά μπορούν να υλοποιηθούν μόνο αν γίνει δυνατή η ενότητα των λαϊκών δυνάμεων, πρώτα απ’ όλα η ενότητα της εργατικής τάξης. Μπορεί να ανοίξει ο δρόμος μόνο αν δημιουργηθεί ένα γιγάντιο λαϊκό μέτωπο, αντίστοιχο εκείνου του ΕΑΜ, στις σύγχρονες βέβαια συνθήκες, με σύγχρονα αιτήματα.
Ένα τέτοιο Λαϊκό μέτωπο θα έχει αντιιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό, περιεχόμενο. Θα είναι μέτωπο δημοκρατικό και πατριωτικό. Αντιιμπεριαλιστικό και πατριωτικό, επειδή θα αντιμάχεται τα δεσμά της εξάρτησης από τις ΗΠΑ και την ΕΕ, θα αγωνίζεται για την εθνική ανεξαρτησία. Αντιμονοπωλιακό, γιατί θα παλεύει ενάντια στο σκληρό πυρήνα της αστικής τάξης, τα ντόπια και ξένα μονοπώλια. Δημοκρατικό, γιατί θα αντιμάχεται τον κρατικό και εργοδοτικό αυταρχισμό, τους κάθε λογής παρακρατικούς μηχανισμούς, θα υπερασπίζεται τις λαϊκές ελευθερίες και θα διεκδικεί την ποσοτική και ποιοτική διεύρυνσή τους έτσι ώστε η λαϊκή κυριαρχία να πάψει είναι προσχηματική.
Το Αντιιμπεριαλιστικό, Αντιμονοπωλιακό, Δημοκρατικό Μέτωπο δεν μπορεί παρά να είναι μια κοινωνική και πολιτική συμμαχία, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στο μαζικό κίνημα, να έχει πρόγραμμα διεκδικήσεων και πάλης, να επιδιώκει το σχηματισμό κυβέρνησης του Μετώπου.
Ό δρόμος αυτός μπορεί και πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να ανοίξει και να οδηγήσει σε μια μεγάλη κοινωνική αλλαγή, σε μια άλλη κοινωνική οργάνωση, σε μια σοσιαλιστική κοινωνία.
Η προσπάθεια για την υλοποίηση των στόχων του Λαϊκού μετώπου απαιτεί σκληρούς, επίμονους λαϊκούς αγώνες. Δεν θα είναι κοινοβουλευτικός περίπατος. Θα έχει να αντιμετωπίσει τη λυσσαλέα, πολύμορφη αντίδραση της πλουτοκρατίας και των ξένων επικυρίαρχων και προστατών της. Όπως μας διδάσκει η εμπειρία του ΕΑΜ, και όχι μόνο, τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο.
Προϋπόθεση για τη συμμετοχή σε μια τέτοια προσπάθεια δεν είναι η ιδεολογικο-πολιτική συμφωνία εφ όλης της ύλης αλλά η συμφωνία σε ένα ελάχιστο πλαίσιο, περίπου σαν αυτό που προαναφέρθηκε.

Ποιες πολιτικές δυνάμεις;

Υπάρχουν σήμερα πολιτικές δυνάμεις που μπορούν να συμμετέχουν σε ένα τέτοιο μέτωπο; Εδώ ακριβώς είναι το πρόβλημα.
Ο λαός, ήδη από τις εκλογές του Μαϊου, έδειξε ότι αποστρέφεται τον κυρίαρχο μέχρι τότε δικομματισμό. Έδειχνε να αναζητά εναλλακτική λύση. Οι απαντήσεις έπρεπε να έρθουν από το χώρο της Αριστεράς αλλά δυστυχώς δεν ήρθαν, τουλάχιστον δεν ήρθαν με πληρότητα. Οι ηγεσίες των βασικών πολιτικών δυνάμεων που αυτοπροσδιορίζονται στο χώρο αυτό είναι εγκλωβισμένες σε αδιέξοδες για το λαό κατευθύνσεις.
Άλλες, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι υποταγμένες στη λογική του ευρώ και της ΕΕ. Είναι υποταγμένες στη λογική των ανοιγμάτων στην κεντροαριστερά και στο κέντρο. Ολισθαίνουν διαρκώς σε διατυπώσεις που αποδυναμώνουν τα λαϊκά αιτήματα: έτσι, από τη διαγραφή του χρέους μετατοπίστηκαν στην επαναδιαπραγμάτευση, από την εθνικοποίηση των τραπεζών στη γενικόλογη φόρμουλα του δημόσιου ελέγχου, από την κατάργηση των δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων στην επαναδιαπραγμάτευση και, πρόσφατα, στο εθνικό σύμφωνο ανάπτυξης με τον ΣΕΒ. Αδυνατούν κατά συνέπεια να διατυπώσουν μια στοιχειωδώς ριζοσπαστική, φιλολαϊκή πρόταση διεξόδου.
Άλλες δυνάμεις, όπως η ηγεσία του ΚΚΕ, είναι εγκλωβισμένες σε μια πολιτική απομονωτισμού, σε μια στείρα επαναστατική φρασεολογία χωρίς διατύπωση άμεσων, μεταβατικών προτάσεων διεξόδου, χωρίς διάθεση συνεργασίας σε κανένα επίπεδο. Στο εσωτερικό των δυνάμεων αυτών υπάρχει όμως ένα αξιόλογο, ριζοσπαστικό δυναμικό.
Υπάρχουν επίσης διάχυτες, μικρότερες δυνάμεις που αναζητούν εναγωνίως τη διέξοδο. Κάποιες από αυτές εμμένουν σε στείρες, δογματικές προσεγγίσεις που τις απομονώνουν από τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Κάποιες άλλες προβληματίζονται ή και πραγματοποιούν γόνιμη στροφή.
Υπάρχει ακόμη η μεγάλη λαϊκή δεξαμενή, η μεγάλη κοινωνικο-πολιτική δύναμη των ανένταχτων αριστερών, προοδευτικών, δημοκρατικά και πατριωτικά σκεπτόμενων ανθρώπων. Υπάρχουν εκείνοι και εκείνες που έχουν μπολιαστεί από το πνεύμα δεκαετιών λαϊκών αγώνων, από το ΕΑΜ και το ΔΣΕ μέχρι την ΕΔΑ, τους Λαμπράκηδες, το Πολυτεχνείο και τους μεταδικτατορικούς αγώνες. Υπάρχει η νέα γενιά που αναζητά μέσα από τους δικούς της δρόμους τα σύγχρονα απελευθερωτικά οράματα.

Πως προχωράμε;

Το κομβικό ζήτημα είναι να βρούμε το δρόμο εκείνο που μπορεί να μας οδηγήσει στην οικοδόμηση του μετώπου. Δεν είναι εύκολο. Είναι όμως αναγκαίο. Κάθε μέρα και πιο πολύ. Γι’ αυτό ας μην περιμένουμε παθητικά τις εξελίξεις. Ας βάλει καθένας το μικρό του λιθαράκι.
Έχω την αίσθηση πως επείγει σήμερα η προώθηση και η ανάπτυξη ενωτικών αγώνων, επιμέρους μετώπων, συσπειρώσεων και συνεργασιών που θα αντιστρατεύονται τις επιλογές της κυρίαρχης πολιτικής. Οι συνεργασίες και συσπειρώσεις γύρω από συγκεκριμένα αντιμονοπωλιακά αντιιμπεριαλιστικά αιτήματα και στόχους δεν αποτελούν κιόλας το λαϊκό μέτωπο. Μπορούν, όμως, να αποτελέσουν πεδία συσπείρωσης και δοκιμασίας, να γίνουν τα ρυάκια και οι χείμαρροι που θα οδηγήσουν σε αυτό.
Στην εργατική τάξη, βάση της ενιαίας δράσης των συνδικάτων πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να είναι ο αγώνας εναντίον των μνημονίων και συνολικά των μέτρων που έχουν ληφθεί για την υποτιθέμενη σωτηρία της χώρας από τη χρεοκοπία, η μαζική αμφισβήτηση και η ανατροπή τους, η διεκδίκηση βελτιώσεων στη ζωή των εργατοϋπαλλήλων και του λαού, με δυο λόγια, διεκδικήσεις σε όλο το εύρος των αναγκών που συνθλίβουν την εργατική τάξη και τα μικρομεσαία στρώματα. Βάση της πρέπει ακόμη να είναι η πλατιά προσέλκυση των εργαζόμενων στη δράση, η οργάνωσή τους στα συνδικάτα και σε μετωπικά σχήματα μέσω της αξιοποίησης όσο το δυνατόν περισσότερο αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών.
Στην ενιαία δράση δε χωρούν a priori αποκλεισμοί. Μπορούν να συμμετέχουν όλα τα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια συνδικάτα, αρκεί φυσικά να αποδέχονται το πλαίσιο των αιτημάτων, την τακτική και τους στόχους του αγώνα. Δεν μπορεί να συμμετέχει η πλειοψηφία των ηγεσιών των τριτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, που έχει αποδείξει ότι δεν είναι διατεθειμένη να λάβει μέρος σε πραγματικό ταξικό αγώνα και ταξικό κίνημα.
Σε κάθε περίπτωση η αγωνιστική ενότητα και συσπείρωση όχι μόνο δεν αναιρούν αλλά υπογραμμίζουν τη δυνατότητα και την ανάγκη ιδεολογικο-πολιτικής διαπάλης ανάμεσα στις διάφορες δυνάμεις που διατηρούν την αυτοτέλειά τους. Καθιστούν γόνιμη αυτή τη διαπάλη καθώς, από τη μια πλευρά, διεξάγεται ενώπιον μαζικού κινήματος, και, από την άλλη, διεξάγεται στη βάση της εμπειρίας του αγωνιζόμενου λαού, όχι με ατέλειωτες θεωρητικολογίες και βερμπαλισμούς.

Ανακατατάξεις

Έχει λοιπόν σημασία να τονωθεί μέσα από τους καθημερινούς, ενωτικούς αγώνες το αίσθημα της συλλογικότητας, της αντιμετώπισης των προβλημάτων όχι σε ατομική βάση, όχι με το συνηθισμένο μέχρι σήμερα τρόπο. Η αίσθηση ότι δημιουργείται κάτι ευρύτερο που αγκαλιάζει όλους τους εργαζόμενους, τους άνεργους, μπορεί να πολλαπλασιάσει τη λαϊκή δυναμική. Μπορεί να δώσει μια τεράστια ώθηση, μια ελπίδα ότι τα πράγματα είναι εφικτό να αντιμετωπιστούν, να αλλάξουν. Μπορεί να αφυπνίσει τη λαϊκή εφευρετικότητα. Να ξυπνήσει την πίστη του λαού στη δύναμή του.
Επιδράσεις θα υπάρξουν και στους πολιτικούς φορείς που με τον ένα ή άλλο τρόπο σχετίζονται με την εργατική τάξη και τα ριζοσπαστικοποιημένα μικροαστικά στρώματα. Οι λαϊκές, αγωνιστικές, ενωτικές δράσεις θα τους ωθήσουν σε πολύμορφες και πολύπλευρες διεργασίες, σε επανατοποθετήσεις και ανακατατάξεις. Σε κάποιους μπορεί να προσδώσει σταθερότητα και πνοή, σε άλλους να εντείνει τις ταλαντεύσεις προς τη μια ή άλλη κατεύθυνση, κάποιους τρίτους να τους οδηγήσει στο περιθώριο ή στον κατακερματισμό. Εξαρτάται από τη θέση που θα λάβει καθένας.
Σε κάθε περίπτωση, η αναζήτηση σε αυτή τη δίσεχτη εποχή θα συνεχιστεί. Έχουμε χρέος, στον εαυτό μας και στις επόμενες γενιές, να συνεχίσουμε: χωρίς φανατισμούς και ιδεοληψίες, με νηφάλιο πνεύμα, με αίσθημα και καθημερινή στάση αγωνιστικής αξιοπρέπειας.

Δημήτρης Καλτσώνης Επίκουρος καθηγητής θεωρίας κράτους και δικαίου, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο