Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέοφιλελευθερισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέοφιλελευθερισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2019

Οι εξεγέρσεις είναι νομοτελειακές; (Με αφορμή τα γεγονότα στη Χιλή)



του Βασίλη Λιόση


Πολλές γωνιές του πλανήτη βρίσκονται σε κοινωνικό αναβρασμό: Βολιβία, Χονγκ Κονγκ, Αργεντινή, Αϊτή, Γαλλία, Καταλονία, Λίβανος, Χιλή. Είναι συζητήσιμο αν αυτός ο κοινωνικός αναβρασμός μπορεί να χαρακτηριστεί εξέγερση σε κάθε περίπτωση, όπως συζητήσιμο είναι και πώς ορίζεται η εξέγερση. Αυτό που καθίσταται σαφές είναι η μη ταύτιση όλων αυτών των περιπτώσεων. Τα αίτια των εκρήξεων δεν είναι ίδια για την κάθε χώρα. Εφορμώντας από την περίπτωση της Χιλής θα επιχειρήσουμε να διατυπώσουμε κάποιες σκέψεις που έτσι κι αλλιώς σε ένα μικρό κείμενο δεν μπορούν να έχουν την απαιτούμενη αποδεικτική ισχύ. Σκέψεις που έχουν να κάνουν με τα αίτια και τις νομοτέλειες των εξεγέρσεων. 


Γιατί με αφορμή τη Χιλή;  

Η επιλογή της Χιλής δεν είναι τυχαία. Το ιστορικό της φορτίο είναι μεγάλο και αυτό για τέσσερις λόγους: πρώτο, γιατί σε αυτή τη χώρα έχει καταγραφεί ένα αποτυχημένο πολιτικό πείραμα, αυτό της κυβέρνησης Αλιέντε. Δεύτερο, γιατί η Χιλή γνώρισε μία από τις πιο σκληρές δικτατορίες, αυτή του Πινοσέτ. Τρίτο, γιατί στη στενή αυτή λωρίδα της Λατινικής Αμερικής σήμανε η έναρξη του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, μαζί με την Αγγλία και τις ΗΠΑ. Τέταρτο, γιατί τα μονοπώλια και οι ΗΠΑ έχουν ξεζουμίσει αδιαλείπτως επί δεκαετίες τον λαό της Χιλής με τον πιο εντατικό τρόπο. Έτσι, πολιτικές αυταπάτες, ηρωικές αντιστάσεις, βασανιστήρια, δολοφονημένοι, εξαφανίσεις πολιτών, ιδιωτικοποιήσεις, προσφέρουν ένα ιδιαίτερα σύνθετο πολιτικό και κοινωνικό τοπίο. Όλες αυτές οι παράμετροι δεν μπορεί παρά να έχουν «γράψει» στις συνειδήσεις εκατομμυρίων ανθρώπων με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Δεν μπορεί παρά να έχουν παίξει τον ρόλο τους (και αυτές) στις τεράστιες διαδηλώσεις του χιλιάνικου λαού.   


Πώς ορίζεται η κοινωνική εξέγερση; 

Στις κοινωνικές εκρήξεις υπάρχουν διαβαθμίσεις όπως και σε κάθε κοινωνική δραστηριότητα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να διαχωρίσουμε τις έννοιες της κοινωνικής επανάστασης και της εξέγερσης. Η κοινωνική επανάσταση θέλει να επιφέρει ή επιφέρει δομικές αλλαγές. Διαφοροποιεί τη μορφή και το περιεχόμενο της εξουσίας, θέτει άλλους κοινωνικούς και οικονομικούς στόχους από αυτούς που υπήρχαν στην πρότερη κατάσταση και συνήθως παίρνει πανεθνικά χαρακτηριστικά. Όταν τα πράγματα φτάνουν σε οριακές καταστάσεις, τότε το ερώτημα που βγαίνει στην επιφάνεια είναι το ποιος ποιον; Η εξέγερση από την άλλη μπορεί να μετατραπεί σε επανάσταση, αλλά αυτό δεν είναι απαράβατος νόμος. Δεν θέτει ζήτημα εξουσίας (η εξέγερση), αλλά ζητήματα πολιτικών αλλαγών, οικονομικών και δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εξεγέρσεις είναι βελούδινες. Συχνά είναι βίαιες, μαζικές και οι συγκρούσεις είναι καθημερινό φαινόμενο. Επιπλέον, οι εξεγέρσεις δεν είναι απαραίτητο ότι λαμβάνουν πανεθνικά χαρακτηριστικά και αφορούν κυρίως τα αστικά κέντρα. 


Τι συμβαίνει στη Χιλή;

Πριν από λίγο καιρό η κυβέρνηση της Χιλής αποφάσισε την αύξηση του εισιτηρίου του μετρό κατά 30 πέσο. Μετά από αυτή την απόφαση οι μαθητές της Χιλής κατέλαβαν σταθμούς μετρό αρνούμενοι την πληρωμή εισιτηρίων. Αυτό ήταν. Ακολούθησαν τεράστιες λαϊκές διαδηλώσεις που υπερέβησαν σε κάποιες περιπτώσεις το 1.200.000 διαδηλωτών. Η βίαιη αντιμετώπιση των διαδηλώσεων από το καθεστώς θύμισε εποχές Πινοσέτ. Πάνω από είκοσι είναι οι νεκροί μέχρι στιγμής. Ούτε ένας, ούτε δύο. Πάνω από είκοσι νεκροί όχι από δικτατορικό καθεστώς, αλλά από νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση. Και μαζί με τους νεκρούς διαδηλωτές πάνω από 2.000 τραυματίστηκαν και πάνω από 15.000 προσήχθησαν ή συνελήφθησαν. Υπάρχει και μία «λεπτομέρεια» στην οποία δεν έχει δοθεί η απαιτούμενη σημασία. Στις διαδηλώσεις των κίτρινων γιλέκων στη Γαλλία εγκαινιάστηκε μία νέα μέθοδος άσκηση βίας: οι πλαστικές σφαίρες κατευθύνονταν στα κεφάλια των διαδηλωτών με αποτέλεσμα μερικές δεκάδες ανθρώπων να τραυματιστούν στο μάτι και να χάσουν την όρασή τους. Η ίδια τακτική συνεχίστηκε στη Χιλή με αποτέλεσμα διακόσιοι άνθρωποι να χάσουν επίσης την όρασή τους. Προφανώς η αύξηση της τιμής του εισιτηρίου δεν μπορεί να ερμηνεύσει ούτε την έκταση των διαδηλώσεων, ούτε την κρατική βία που ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Τι κρύβεται πίσω από αυτή τη χιλιάνικη εξέγερση; Τι διακυβεύεται ώστε το καθεστώς να μη διστάσει να δολοφονήσει τόσους ανθρώπους;  


Η αφορμή και τα αίτια

Δεν θα πρωτοτυπήσουμε αν πούμε πως πίσω από κάθε ιστορικό γεγονός υπάρχουν αιτίες και αφορμές. Μόνο που οι αφορμές σε κάποιες περιπτώσεις είναι απλώς προσχήματα και σε άλλες είναι η τελική αιτία που ξεχειλίζει το ποτήρι. Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Η δολοφονία του  αρχιδούκα διάδοχου της Αυστρίας Φερδινάνδου και της συζύγου του από τον νεαρό σπουδαστή Γκαβρίλο Πρίντσιπ, υπήρξε αφορμή-πρόσχημα για την έναρξη του Α΄ παγκόσμιου πολέμου. Τα αίτια είχαν να κάνουν με την αναδιανομή των ζωνών επιρροής ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις εκείνης της εποχής. Στην περίπτωση, όμως, της Χιλής η αύξηση του εισιτηρίου δεν ήταν πρόσχημα, αλλά μία αιτία που προστέθηκε σε πολλές άλλες κι έκανε το ηφαίστειο να εκραγεί. Μπορεί να θεωρηθεί ως αφορμή μόνο με την έννοια ότι από μόνο του ένα τέτοιο γεγονός  και χωρίς να υπάρχει από πίσω του ένα ολόκληρο σκηνικό δεν θα μπορούσε να αποτελέσει θρυαλλίδα εξελίξεων.  

Ποιο είναι, λοιπόν, αυτό το σκηνικό που κρύβεται πίσω από την αύξηση του εισιτηρίου; Η Χιλή είναι η χώρα με τις μεγαλύτερες ανισότητες ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ σύμφωνα με τον ίδιο τον ΟΟΣΑ. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι λαμβάνουν μηνιαίως περίπου 400 ευρώ μεικτά τον μήνα και οι συντάξεις είναι πενιχρές. Το 50% του πληθυσμού μοιράζεται μόλις το 2% του πλούτου της χώρας. Τα νοικοκυριά είναι χρεωμένα. Ένας στους τρεις ενήλικες δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει τα χρέη του. Επιπροσθέτως, η ιδιωτικοποίηση έχει σαρώσει όλους τους τομείς της ζωής: παιδεία, υγεία, ενέργεια, νερό, συγκοινωνίες, κοινωνική ασφάλιση. Οι ιδιωτικοποιήσεις πάνε προς τα πίσω σε βάθος χρόνου, δηλαδή εδράζονται στην περίοδο της χούντας έχοντας έτσι δημιουργήσει ένα μακροχρόνιο ασφυκτικό πλαίσιο. 


Ορισμένα συμπεράσματα

1) Η κοινωνική έκρηξη φαίνεται πως προκύπτει ξαφνικά αλλά μόνο φαίνεται έτσι: δεν υπάρχουν εξεγέρσεις εν κενώ. Προηγούνται κοινωνικές διεργασίες και ψυχικές διαφοροποιήσεις στα μυαλά των ανθρώπων. Οι διαθέσεις εκδηλώνονται ανισόμετρα αλλά έρχεται κάποια στιγμή που αυτές συντονίζονται και τότε συνενώνονται σε μία συνισταμένη που μετατρέπεται σε αιχμηρό βέλος και ανοίγει ρήγματα στο κοινωνικό στάτους κβο. Οι κοινωνικές εκρήξεις επιβεβαιώνουν τον νόμο της συσσώρευσης ποσοτικών μεταβολών που επιφέρουν σε κάποια στιγμή μία νέα ποιοτική κατάσταση. Πρόκειται για ένα νόμο διατυπωμένο στο πεδίο της φιλοσοφίας και αφορά την κοινωνία, τη φύση και τη νόηση. Έτσι, όσα φέρνει η στιγμή σε επίπεδο συνειδήσεων και κοινωνικής δράσης δεν τα φέρνει συχνά ολόκληρο χρονικό διάστημα που προηγείται της έκρηξης. Σε αυτό, όμως, το φαινομενικά νεκρό διάστημα γίνονται υπόγειες διεργασίες, άλλοτε φανερές και άλλοτε αθέατες. 

2) Η κοινωνική δυσφορία πηγάζει από ζητήματα που άπτονται της οικονομίας και των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Αυτά τα τελευταία δεν πρέπει να υποτιμούνται. Ακόμη και στη ρωσική επανάσταση  – την κορυφαία αυτή πράξη της ανθρώπινης δραστηριότητας στον 20ο αιώνα–, υπήρχαν και δημοκρατικά αιτήματα όπως για παράδειγμα αυτό της παύσης του πολέμου. Από την άλλη το καθοριστικό είναι η ανέχεια και η οικονομική ανασφάλεια απόρροια των χαμηλών εισοδημάτων. Είναι χαρακτηριστικό πως και στην ελληνική περίπτωση της εξέγερσης του Νοέμβρη το 1973, τα δημοκρατικά αιτήματα ήταν στην προμετωπίδα του αγώνα, αλλά η έκρηξη συνέβη όταν το υποτιθέμενο οικονομικό θαύμα της χούντας είχε αποδειχτεί φούσκα με επιπτώσεις στη ζωή των λαϊκών στρωμάτων. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει ένα κοκτέιλ ιδεών και συνθηκών που συναρθρώνονται και βγάζουν τους πληβείους στο ιστορικό προσκήνιο.       

3) Οι ιστορικές μνήμες παίζουν κι αυτές τον ιδιαίτερο ρόλο τους. Η δικτατορία του Πινοσέτ είναι μία μισητή δικτατορία. Στις αναμνήσεις των ανθρώπων έχουν εγγραφεί φρικτά βασανιστήρια, σκληρή αντιλαϊκή πολιτική, φίμωση των αγωνιστών της δημοκρατίας και των κομμουνιστών, εξαφανίσεις και δολοφονίες. Οι διαδηλωτές ανάμεσα στα άλλα αξιώνουν και την αλλαγή του Συντάγματος που έχει πολλά σημάδια από τη χιλιάνικη χούντα.

4) Δεν περιμέναμε να δούμε τα γεγονότα στη Χιλή προκειμένου να εξάγουμε το επόμενο συμπέρασμα. Η αστική δημοκρατία και οι εκπρόσωποί της διατείνονται ότι είναι οι γνήσιοι φορείς των ελευθεριών και των δικαιωμάτων, του διαλόγου και της σύνεσης. Όταν, όμως, νιώσουν ότι απειλούνται από τον λαό, τότε όλες οι «ευγενείς» διακηρύξεις καταρρέουν αυτοστιγμεί. Η αστική δημοκρατία δεν υπήρξε μία ευγενική προσφορά των αστών στον λαό. Τα δημοκρατικά δικαιώματα εδράζονται πάνω σε σκληρούς κοινωνικούς αγώνες και διαρκώς τελούν υπό αίρεση. Στις κορυφαίες στιγμές του κινήματος η αστική δημοκρατία μετατρέπεται συχνά σε στυγνή δικτατορία και οι μάσκες πέφτουν. Είναι η στιγμή που αυτοί που ασκούν κριτική στην αστική δημοκρατία, εισέρχονται σε μία φαινομενικά αντιφατική διαδικασία: υπερασπίζονται το δικαίωμα του λόγου, των ελευθεριών, όλων των αστικοδημοκρατικών δικαιωμάτων και με βαρύ τίμημα, συνήθως την ίδια τους τη ζωή, υπερασπίζονται αυτό που οι άλλοι (οι αστοί και η γραφειοκρατία τους) έχουν καταργήσει ενώ πριν παρουσιάζονταν ως διαπρύσιοι υπερασπιστές του.   

5) Και πώς μπορεί μία εξέγερση να μετατραπεί σε επανάσταση; Η απάντηση είναι πως αυτό δεν είναι εφικτό πάντα. Για την ακρίβεια δεν είναι εφικτό τις περισσότερες φορές. Η επιτυχής έκβαση μιας εξέγερσης και πολύ περισσότερο η μετατροπή της σε επανάσταση είναι ιδιαίτερα σύνθετο ζήτημα και δεν εξαρτάται από τις υποκειμενικές επιθυμίες πρωτοποριών και τους ενδόμυχους πόθους τους. Απαιτούνται πολλές προϋποθέσεις: ύπαρξη ενός ισχυρού επαναστατικού κόμματος, διάσπαση του μπλοκ των δυνάμεων εξουσίας, συγκρότηση συμμαχιών της εργατικής τάξης με άλλα καταπιεζόμενα στρώματα, ευνοϊκές διεθνείς συνθήκες, σωστή τακτική και διαλεκτική σύνδεσή της με τη στρατηγική από την πλευρά του επαναστατικού υποκειμένου, αξιοποίηση αιτημάτων κρίκων (με άλλα λόγια δυνατότητα να γίνεται αντιληπτός ο παλμός του λαού) κ.λπ.. 

6) Ασφαλώς, δεν χρειαζόμαστε τα γεγονότα της Χιλής για να πούμε πως τα φληναφήματα για το τέλος της ιστορίας (θεωρία του Φουκουγιάμα) είναι ακριβώς αυτό: φληναφήματα. Από τότε που η θεωρία διατυπώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980, υπήρξε μία σωρεία γεγονότων που υπογράμμισαν εμφατικά πως κανένα τέλος για την ιστορία δεν έχει έρθει και πως η ταξική πάλη διεξάγεται ανεξάρτητα από το αν το θέλουμε ή όχι και κυρίως ανεξάρτητα από το αν ορισμένοι διανοούμενοι κατασκευάζουν μεταφυσικά σχήματα στο μυαλό τους (συνήθως με το αζημίωτο). Μάλιστα, αξίζει να αναφέρουμε πως ο ίδιος ο Φουκουγιάμα έχει παραδεχτεί τα τελευταία χρόνια πως έκανε λάθος. 

7) Όλα αυτά έχουν κάποια αξία για την Ελλάδα των μνημονίων; Κλείσαμε ήδη 10 χρόνια μνημονιακών πολιτικών. Ο αριθμός των απεργιών και κάθε είδους διαμαρτυριών έχει πέσει κατακόρυφα. Φρόντισαν για αυτό η καταστολή επί κυβερνήσεων ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΛΑΟΣ, η κυβερνητική θητεία του ΣΥΡΙΖΑ που κατακρεούργησε ελπίδες και η κομμουνιστική αριστερά που κουβαλώντας παθογένειες ετών δεν μπόρεσε να μετουσιώσει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε οργανωμένη πολιτική δράση που θα είχε στόχους και αποτελέσματα. Βεβαίως, είναι εμφανές πως ο καθένας από τους προαναφερόμενους έχει άλλης τάξης ευθύνες. Κάνοντας μία σύγκριση ανάμεσα στις περιπτώσεις Ελλάδας και Χιλής θα μπορούσαμε να διακρίνουμε μία διαφοροποίηση. Η απότομη κινηματική άνοδος μπορεί να προέρχεται είτε από μία συνεχή συσσώρευση αιτιών (Χιλή) είτε από την απότομη κάθοδο του βιοτικού επιπέδου (Ελλάδα). Το ερώτημα πάντως που έρχεται και επανέρχεται βασανιστικά είναι τούτο: πώς θα αλλάξουν τα πράγματα; Πώς ο κόσμος θα ξανακατέβει στους δρόμους; Με ποιο τρόπο θα νιώσει ελπίδα και πάλι; Πώς τα συλλογικά οράματα θα επανέλθουν; Είναι το σημείο που πρέπει σκέψη και δράση να κάνουν άλματα. Διαφορετικά το τέλμα θα τείνει να γίνει μία μόνιμη και βασανιστική κατάσταση.   

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

Οδηγός κατά των ιδιωτικοποιήσεων

Ολοκληρώνουμε τον κύκλο των αναρτήσεων με την θεματική για τις ιδιωτικοποιήσεις με έναν "Οδηγό για τις ιδιωτικοποιήσεις" όπως αυτός μοιράστηκε σε όσους συμμετείχαν στην συζήτηση.Μπορείτε να διαβάσετε τον "Οδηγό" σε μορφή αρχείου pdf απο εδώ.







Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

«Το σκάνδαλο των ιδιωτικοποιήσεων και η φιλολαϊκή διέξοδος από την κρίση» - Βασίλης Λιόσης

 Ερμηνεία της πολιτικής των ιδιωτικοποιήσεων


Το Σάββατο 1η Δεκέμβρη ο σύλλογος διάδοσης της μαρξιστικής σκέψης, "Γ.Κορδάτος" πραγματοποίησε την δεύτερη εκδήλωση του στο Πάντειο Πανεπιστήμιο με θέμα :

«Το σκάνδαλο των ιδιωτικοποιήσεων και η φιλολαϊκή διέξοδος από την κρίση», φιλοδοξώντας να συμβάλλει στον προβληματισμό και τον διάλογο που αναπτύσσεται μέσα στο εργατικό κίνημα  μπροστά στην πρωτόγνωρη αντιλαϊκή επίθεση που ξετυλίγεται τα τελευταία χρόνια μπροστά μας. H εκδήλωση ξεκίνησε με τον χαιρετισμό από τον Κώστα Μπαρδάκη και συνεχίστηκε με τέσσερις εισηγήσεις από τους, Λιόση Βασίλη, Καλτσώνη Δημήτρη, Σουάνη Μαρία και Φασουλά Γιάννη για να ολοκληρωθεί με σειρά παρεμβάσεων από τους παρευρισκόμενους. Στο ιστολόγιο μας παρουσιάζουμε τις τέσσερις αυτές εισηγήσεις συνεχίζοντας με αυτή του Βασίλη Λιόση.


Φίλοι, συναγωνιστές και σύντροφοι, όταν συζητάμε για την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων οφείλουμε να την καταδικάζουμε, να αναφερόμαστε στην εμπειρία που υπάρχει στη χώρα μας και στις υπόλοιπες χώρες, να αντιστεκόμαστε απέναντι σε αυτήν αλλά και να την ερμηνεύουμε. Γιατί η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων είναι τόσο διαδεδομένη; Πότε ξεκίνησε και για ποιους λόγους; Σε αυτά τα ερωτήματα θα επιχειρήσουμε να δώσουμε μια απάντηση, χωρίς βεβαίως να θεωρηθεί ότι αυτή (η απάντηση) «κλείνει» το θέμα. Ωστόσο, για να κατανοήσουμε το γιατί, πρέπει να δούμε μερικά γενικότερα ζητήματα που θα μας βοηθήσουν να εντάξουμε το ειδικό εντός ενός γενικού πλαισίου.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, να δούμε τι είναι ο τρόπος διαχείρισης του καπιταλισμού. Πρόκειται για τη γενική γραμμή άσκησης της οικονομικής πολιτικής, τον τρόπο που παρεμβαίνει το κράτος στην οικονομία, τους νόμους που θεσπίζονται για την εργασία και ό,τι σχετίζεται με αυτήν. Ειδικά στο στάδιο του ιμπεριαλισμού, ο τρόπος διαχείρισης είναι η ρύθμιση των σχέσεων ανάμεσα στο κράτος και τα μονοπώλια. Ο τρόπος διαχείρισης έχει κάθε φορά ως στόχο την επιβίωση του συστήματος, τη μεγιστοποίηση της κερδοφορίας, την εξασφάλιση της κοινωνικής συναίνεσης (είτε με το καρότο είτε με το μαστίγιο).

Σε αυτό το σημείο είναι απαραίτητο να κάνουμε μια σύντομη αναφορά στους τρόπους διαχείρισης που έχουν χρησιμοποιηθεί στον καπιταλισμό ή εν γένει στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής:

[1] Μερκαντιλισμός (εμποροκρατία): Ήταν η πολιτική της περιόδου της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου (15ος-18ος αιώνας) και εξέφραζε τα συμφέροντα του εμπορικού κεφαλαίου. Κύρια χαρακτηριστικά: συσσώρευση χρυσού, απαγόρευση εξαγωγής χρήματος εκτός της χώρας, στόχος οι εξαγωγές να είναι περισσότερες από τις εισαγωγές. Προς τα τέλη του 17ου αιώνα ξεκινάει η αποσύνθεση του μερκαντιλισμού.

[2] Φιλελευθερισμός: Αντικατέστησε την πολιτική του Μερκαντιλισμού κι εξέφραζε την ανερχόμενη αστική τάξη που έπαιρνε τη θέση των φεουδαρχών στο ιστορικό προσκήνιο. Βασικό δόγμα υπήρξε το laissez faire (σε ελεύθερη μετάφραση καταργήστε τους προστατευτισμούς, δηλαδή τον κρατικό παρεμβατισμό). Κατά το Φιλελευθερισμό το προσωπικό συμφέρον είναι η μόνη κινητήρια δύναμη της οικονομίας και ως εκ τούτου τα άτομα πρέπει να αφεθούν ελεύθερα προκειμένου να δράσουν στο επίπεδο της οικονομίας κατά το δοκούν.  Σύμφωνα με τον Άνταμ Σμιθ ο κρατικός παρεμβατισμός είναι επικίνδυνος π.χ. οι δασμοί δε θα έπρεπε να υπάρχουν.

[3] Κεϋνσιανισμός: Η κρίση του 1929 και ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος καθώς και οι γενικότερες πολιτικές εξελίξεις προκαλούν τριγμούς στα θεμέλια του καπιταλισμού. Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της κρίσης ήταν:
  • Η κρίση του 1929-1933, ήταν κρίση υπερπαραγωγής και υπερσυσσώρευσης. Η βιομηχανική παραγωγή περιορίστηκε στο ένα τρίτο και περισσότερο σε σχέση με την προ κρίσης παραγωγή. Οι προηγούμενες κρίσεις θεωρούνταν σοβαρές αν η μείωση της παραγωγής ήταν στο 10 με 15%.
  • Σε διάρκεια η κρίση του ’29 υπερέβη κάθε προηγούμενη, αφού οι προηγούμενες κρίσεις κρατούσαν κατά κανόνα μερικούς μήνες.
  • Η κρίση χτύπησε με τον πιο έντονο τρόπο τις ΗΠΑ και τη Γερμανία.
  • Η αγροτική οικονομία βλήθηκε και αυτή με ιδιαίτερη σφοδρότητα, όπως επίσης και οι υποανάπτυκτες βιομηχανικά χώρες.
  • Η τιμή των προϊόντων μειώθηκε σε πρωτόγνωρα επίπεδα.
  • Οι παγκόσμιες οικονομικές σχέσεις διαταράχθηκαν, αφού το παγκόσμιο εμπόριο έπεσε περίπου στο ένα τρίτο του προηγούμενου όγκου συναλλαγών.
  • Η αξία του νομίσματος έπεσε σε 56 κράτη.
  • Σημειώθηκε τεράστια καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων. Σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες δημιουργήθηκαν απέραντα νεκροταφεία μηχανών, ζώνες νεκρών εργοστασίων, τα χωράφια ξεχερσώνονταν, ενώ δημιουργήθηκαν τεράστιες στρατιές ανέργων. Στις αρχές του 1932 υπήρχαν στις καπιταλιστικές χώρες 26 εκατομμύρια άνεργοι, χωρίς να υπολογίζονται όσοι εργαζόμενοι απασχολούνταν μια-δυο ημέρες την εβδομάδα[1].

Ο Άγγλος οικονομολόγος Κέυνς είναι αυτός που αναλαμβάνει τη σωτηρία του καπιταλιστικού συστήματος. Ο κεϋνσιανός τρόπος διαχείρισης εμφανίζεται ολοκληρωμένα μετά τη λήξη του Β’ παγκόσμιου πολέμου. Βασικά χαρακτηριστικά του ήταν: η παρέμβαση του κράτους στην οικονομία ώστε να ρυθμίζει τις «αρρυθμίες» του συστήματος, η αύξηση του εργατικού εισοδήματος ώστε να τονωθεί η ζήτηση, η δημιουργία διακρατικών οργανισμών (Διεθνής Τράπεζα και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) προκειμένου να υπάρχουν παρεμβάσεις και ρυθμίσεις όχι μόνο σε εθνοκρατικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο, η θέσπιση του λεγόμενου κράτους πρόνοιας. Το δόγμα του Ζαν Μπατίστ Σέι με βάση το οποίο «η προσφορά δημιουργεί τη δική της ζήτηση»[2], βάλλεται από τον Κέυνς που το αντιστρέφει. Κατά τον Κέυνς η ζήτηση πρέπει να τονωθεί με συγκεκριμένες κρατικές παρεμβάσεις.

Έτσι, στην Αμερική της δεκαετίας του 1930 έχουμε τα πρώτα οργανωμένα βήματα στην εφαρμογή του νέου διαχειριστικού μοντέλου που εκφράστηκε επί κυβέρνησης Ρούσβελτ με την πολιτική του New Deal (νέος προσανατολισμός). Το 1933 η Γερουσία υπερψηφίζει νομοσχέδιο που εισηγείται την εργάσιμη εβδομάδα των 30 ωρών σε όλες τις επιχειρήσεις που ασχολούνταν με το διαπολιτειακό και το εξωτερικό εμπόριο. Στη συνέχεια το νομοσχέδιο απορρίπτεται από τη Βουλή, αλλά συγχρόνως σηματοδοτείται μια εποχή που θα έφερνε σοβαρές αλλαγές σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας[3]. Οι πολυάριθμοι νόμοι που ψηφίστηκαν στη συνέχεια στη Βουλή, είχαν ως σκοπό: α) την ανόρθωση του καθημαγμένου τραπεζικού συστήματος, β) τη διάσωση επιχειρήσεων που κινδύνευαν να καταστραφούν, με τη χορήγηση δανείων, γ) την ενθάρρυνση των ιδιωτικών επιχειρήσεων, δ) την άνοδο των πεσμένων τιμών με μέτρα πληθωριστικού χαρακτήρα, ε) την καταπολέμηση της γεωργικής υπερπαραγωγής με τον περιορισμό των καλλιεργούμενων επιφανειών και με την καταστροφή των σοδειών, στ) την προστασία των φάρμερς και των ιδιοκτητών σπιτιών από την αναγκαστική εκτέλεση λόγω ενυπόθηκων δανείων, ζ) τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας με την εκτέλεση δημόσιων έργων, η) τη χορήγηση ενός μίνιμουμ βοήθειας στους ανέργους[4].

Η πολιτική που εφαρμόσθηκε την κεϋνσιανή περίοδο δεν αντιστοιχούσε σε κάποια φιλάνθρωπη πολιτική του κεφαλαίου αλλά ήταν αποτέλεσμα: α) της επιθυμίας του κεφαλαίου να υπερβεί κρίσεις όπως αυτή του 1929, β) να συγκεντρώσει το κράτος κεφάλαια που μετά τον πόλεμο ο ιδιωτικός τομέας δεν είχε τη δυνατότητα να κάνει, γ) να εξασφαλίσει την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης ώστε να υπάρξει άνοδος της παραγωγικότητας, δ) να κερδίσει την κοινωνική συναίνεση φοβούμενη ριζοσπαστικές εξελίξεις και ε) να δώσει απάντηση στο εργατικό κίνημα και στη Σοβιετική Ένωση που ασκούσε εντονότατη ακτινοβολία σε εκατομμύρια ανθρώπων.

Ο ίδιος ο Κέυνς σε μία διάλεξή του στο Κέμπριτζ το 1925 με τίτλο Είμαι ένας φιλελεύθερος; συμπυκνώνει τα παραπάνω συμπεράσματα που σας εξέθεσα. Έλεγε χαρακτηριστικά: «[…] Τα συνδικάτα των εργαζομένων είναι αρκετά ισχυρά για να παρεμβαίνουν στο ελεύθερο παιχνίδι των δυνάμεων της ζήτησης και της προσφοράς, ενώ η κοινή γνώμη, παρόλο που ξεσηκώνει ένα θόρυβο δυσαρέσκειας και τρέφει κάτι παραπάνω από υποψίες σ’ ότι αφορά τον κίνδυνο που αντιπροσωπεύουν τα συνδικάτα, στηρίζει τη βασική τους θέση, θέση σύμφωνα με την οποία οι ανθρακωρύχοι δε θα πρέπει να είναι τα θύματα κάποιων στυγνών οικονομικών δυνάμεων που δεν έχουν ποτέ μετακινηθεί […]

»[…] Η παλιωμένη αντίληψη σύμφωνα με την οποία είναι δυνατόν να διαφοροποιείται η αξία του νομίσματος και στη συνέχεια να αφήνεται στις δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης ο ρόλος του καθορισμού των συνεπακόλουθων διευθετήσεων, ανήκε σε μια εποχή των 50 ή 100 χρόνων πριν, τότε δηλαδή που τα συνδικάτα ήταν ανίσχυρα και η σκοτεινή Θεά Οικονομία μπορούσε να σπέρνει καταστροφές πάνω στη μεγαλόπρεπη οδό της Προόδου δίχως να συναντάει εμπόδια, και μάλιστα κάτω από γενική επιδοκιμασία […]»[5].

Στο πλαίσιο της κεϋνσιανής διαχείρισης ήταν ενταγμένες και διάφορες πολιτικές κλασικών αστικών κομμάτων που με μια πρώτη ματιά μας ξενίζουν. Για παράδειγμα ας θυμηθούμε πως η μεταπολιτευτική κυβέρνηση του Κων/νου Καραμανλή είχε κατηγορηθεί από το ΣΕΒ για σοσιαλμανία (!), αφού επί Καραμανλή κρατικοποιήθηκε η Ολυμπιακή, τα διυλιστήρια στον Ασπρόπυργο, ο όμιλος Ανδρεάδη με όλα τα εμπορικά, ασφαλιστικά και χρηματοπιστωτικά του ιδρύματα κ.ά.

[4] Νεοφιλελευθερισμός: Με την «περίοδο των παχιών αγελάδων» του καπιταλισμού μετά τη λήξη του Β’ παγκόσμιου πολέμου, οι αστοί αναλυτές είχαν πιστέψει βρέθηκε το φάρμακο για τη νόσο των κρίσεων. Όμως ήλθε η δεκαετία του 1970 να τους διαψεύσει. Από το 1973 το ποσοστό κέρδους (η σχέση υπεραξίας προς το μεταβλητό και το σταθερό κεφάλαιο δηλ. ΠΚ= ) σημείωσε πτωτική τάση. Οι καπιταλιστές για να αντιρροπήσουν αυτή την τάση πρόβαλλαν νέα οικονομικά δόγματα. Υποστήριξαν την αποκατάσταση του ελεύθερου ανταγωνισμού, τον περιορισμό του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία και εν γένει στο δημόσιο τομέα, την ιδιωτικοποίηση οικονομικών λειτουργιών και μονάδων που βρίσκονται στην ευθύνη του κράτους, τη μείωση των κοινωνικών παροχών, την κατάργηση των εργατικών δικαιωμάτων, την καταπολέμηση του πληθωρισμού. Γνωστοί θεωρητικοί του νεοφιλελεύθερου διαχειριστικού παραδείγματος υπήρξαν οι Χάγεκ και Φρήντμαν, ενώ η πιο γνωστή δεξαμενή σκέψης του νεοφιλελευθερισμού ήταν η σχολή του Σικάγου. Στο πιο δημοφιλές βιβλίο του Φρήντμαν Capitalism and Freedom κατατίθενται τα βασικά δόγματα του νεοφιλελευθερισμού: α) οι κυβερνήσεις πρέπει να καταργήσουν όλους τους κανόνες και τις ρυθμίσεις που εμποδίζουν τη συσσώρευση κερδών, β) οφείλουν να πουλήσουν τη δημόσια περιουσία σε ιδιωτικές εταιρείες, ώστε να την εκμεταλλευτούν επικερδώς και γ) να προβούν σε δραματικές περικοπές στη χρηματοδότηση των κοινωνικών προγραμμάτων[6].

Το νεοφιλελεύθερο πρόταγμα προπαγανδίστηκε μεθοδικά για πολλά χρόνια. Οι «αξίες» του έγιναν δόγματα που αν κάποιος τα αντέκρουε αυτομάτως μετατρεπόταν σε πολιτικό δεινόσαυρο. Είναι χαρακτηριστική, για παράδειγμα, η αντίληψη του νεοφιλελευθερισμού για την έννοια της ελευθερίας, της κοινωνίας και του ατόμου. Ο Γ. Λούλης, έγραφε χαρακτηριστικά στα τέλη της δεκαετίας του 1970, όταν ο νεοφιλελευθερισμός είχε πλέον κάνει την αντεπίθεσή του: «Η ελευθερία δεν είναι νοητή κυρίως χωρίς πολιτικό πλουραλισμό […] και οικονομικό πλουραλισμό (σ.σ. εννοεί την ανάγκη και για περαιτέρω διείσδυση του ιδιωτικού τομέα στην οικονομία μιας χώρας)»[7]. Επίσης: «Δεν υπάρχει κάποια ανεξάρτητη οντότητα που να λέγεται κοινωνία […] Η κοινωνία με την έννοια αυτή είναι μύθος. Η κοινωνία και το κράτος έχουν γίνει για τα άτομα και όχι το αντίστροφο. Υπάρχουν μόνο άτομα – μόνο αυτά είναι πραγματικά – και η “κοινωνία” δεν είναι παρά μια αφηρημένη έννοια για την περιγραφή μιας σειράς σχέσεων μεταξύ ατόμων»[8].

Το σύνθημα των εκπροσώπων του νεοφιλελευθερισμού για ελάχιστο κράτος που έμοιαζε ριζοσπαστικό και ρηξικέλευθο, δεν ήταν παρά ένα μεγάλο ψέμα. Αυτό που υπονοούσαν ήταν την πλήρη ασυδοσία των μονοπωλίων, χωρίς κανένα κρατικό και κοινωνικό έλεγχο. Όταν, όμως, χρειάστηκε εν μέσω κρίσης το κράτος να παρέμβει αυτό έγινε με τον πιο αποφασιστικό τρόπο. Το (καπιταλιστικό) κράτος ήταν αυτό που με κρατικομονοπωλιακές ρυθμίσεις έδωσε οξυγόνο στους τραπεζίτες, αποδεικνύοντας τον κίβδηλο χαρακτήρα του συνθήματος για ελάχιστο κράτος.

Ο νεοφιλελευθερισμός είχε και έχει καθαρά αντεπαναστατικό χαρακτήρα. Όπως έγραφε χαρακτηριστικά ο Γκι Σορμάν, εκλαϊκευτής των δογμάτων του νεοφιλελευθερισμού «οι όροι “συντηρητική επανάσταση” και “φιλελεύθερη επανάσταση” που χρησιμοποιούνται συχνά μετά το 1980, είναι μεταφορές περιορισμένες να εξηγήσουν την  ευρύτητα και την καθολικότητα της μεταβολής των νοοτροπιών». Και συνεχίζει με νόημα: «Όμως, ολόκληρη η φιλελεύθερη προσπάθεια συνίσταται στην αποφυγή της επανάστασης […]»[9].

Η άσκηση της νέας διαχειριστικής πολιτικής ξεκινά μεθοδευμένα με την πολιτική της Θάτσερ στην Αγγλία (1979) και του Ρέιγκαν στις ΗΠΑ (1980), αλλά και του Πινοτσέτ στη Χιλή (1973, στην οποία καθοδηγητικό ρόλο είχε η σχολή του Σικάγου). Οι αρνητικές εξελίξεις στις σοσιαλιστικές χώρες, η ήττα του κομμουνιστικού κινήματος και γενικότερα η υποχώρηση των λαϊκών κινημάτων, διευκόλυναν την εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής[10].

*  *  *  *

Σήμερα «κλείνουμε» πάνω από τριάντα χρόνια άσκησης νεοφιλελεύθερης πολιτικής σε όλο τον κόσμο. Τα αποτελέσματα είναι τα εξής: μείωση του εργατικού μισθού, αύξηση της ανεργίας, εκτεταμένη φτώχεια, επιμήκυνση του χρόνου που απαιτείται για τη συνταξιοδότηση, μείωση των κοινωνικών παροχών σε παιδεία, υγεία, ασφάλιση κ.λπ., περαιτέρω αυταρχικοποίηση του κράτους, προώθηση και κυριαρχία της αντιδραστικής ιδέας του ατομικισμού, ιδιωτικοποίηση κρατικών τομέων της οικονομίας. Όμως τα μονοπώλια, αδηφάγα όπως είναι ζητάνε κι άλλα…

Οι απολογητές του συστήματος υποστηρίζουν ότι οι ιδιωτικοποιήσεις α) ρίχνουν τις τιμές των παρεχόμενων προϊόντων και υπηρεσιών γιατί λειτουργούν οι νόμοι της φυσικής οικονομίας, β) ο ιδιωτικός τομέας είναι αποδοτικότερος σε σχέση με το δημόσιο και σπάει τη δυσκινησία και τη γραφειοκρατία του δεύτερου, γ) το πέρασμα των κρατικών επιχειρήσεων στους ιδιώτες γλυτώνει το κράτος άρα και την κοινωνία από προβληματικές επιχειρήσεις, δ) ο συναγωνισμός των ιδιωτικών επιχειρήσεων φέρνει ανάπτυξη την οποία καρπώνεται όλη η κοινωνία.

Ποια είναι, όμως, η αλήθεια; Όταν μια επιχείρηση περνάει στα χέρια των μονοπωλίων α) εξαφανίζεται η όποια δυνατότητα λαϊκού ελέγχου, β) με πολύ ευκολότερο τρόπο γίνεται αύξηση στις τιμές των παρεχόμενων υπηρεσιών και μάλιστα συχνά μέσα από τα καρτέλ δηλαδή μέσω συνεννόησης μεταξύ των εταιρειών, γ) καταργείται η δυνατότητα τα κέρδη της επιχείρησης να επιστρέφουν στο λαό με τη μορφή κοινωνικών παροχών, δ) δυσκολεύει η δραστηριότητα του εργατικού κινήματος εντός αυτών των επιχειρήσεων, ε) αυξάνεται η ανεργία αφού στο όνομα της ορθολογικοποίησης και της εξυγίανσης απολύονται εργαζόμενοι του δημόσιου τομέα ενώ παράλληλα οι εργασιακές σχέσεις χειροτερεύουν δραματικά, στ) χαρίζονται στο μεγάλο κεφάλαιο τεράστιες αξίες που έχουν συσσωρευτεί από την εργασία χιλιάδων ανθρώπων που εργάζονταν στις κρατικές επιχειρήσεις, αλλά και από εκατομμύρια ανθρώπους που πλήρωναν για χρόνια τους λογαριασμούς των κρατικών επιχειρήσεων (ΔΕΗ, ΟΤΕ κ.ά.), ζ) το όποιο ψήγμα κοινωνικής προσφοράς υπήρχε από τις κρατικές επιχειρήσεις χάνεται αφού μόνο μέλημα των ιδιωτικών επιχειρήσεων είναι το κέρδος, η) δίνει διέξοδο στο υπερυσυσσωρευμένο κεφάλαιο που αναζητά εναγωνίως νέους τομείς κερδοφορίας[11], θ) η εθνική ανεξαρτησία μπαίνει σε διακύβευση. Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, τι μπορεί να σημαίνει σε ένα πολεμικό επεισόδιο ή σε μια πολεμική σύρραξη, ότι οι τηλεπικοινωνίες ανήκουν σε μονοπώλια και όχι στο κράτος[12].

Δυο απαραίτητες διευκρινίσεις

 [1] Η υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα των κοινωφελών επιχειρήσεων που κατά τ’ άλλα είναι απολύτως αναγκαία,  μπορεί να γεννήσει αυταπάτες σχετικά με το ρόλο του κράτους. Το κράτος με δημόσιες ή ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις παραμένει κράτος των καπιταλιστών και σε καμία περίπτωση δεν είναι ουδέτερο. Δεν αποτελεί ένα άχρωμο διαχειριστή των γενικών υποθέσεων, πολύ περισσότερο δεν εργάζεται προς όφελος όλης της κοινωνίας.

Το κράτος σύμφωνα με τον Ένγκελς «[…] δεν είναι καθόλου μια δύναμη που επιβλήθηκε στην κοινωνία από έξω. Το κράτος δεν είναι επίσης η “πραγματοποίηση της ηθικής ιδέας”, “η εικόνα και η πραγματοποίηση του ορθού λόγου”, όπως ισχυρίζεται ο Χέγκελ. Το κράτος είναι προϊόν της κοινωνίας σε μια ορισμένη βαθμίδα εξέλιξης», ενώ σύμφωνα με το Λένιν «Το κράτος είναι προϊόν και εκδήλωση των ανειρήνευτων ταξικών αντιθέσεων. Το κράτος εμφανίζεται εκεί, τότε και καθόσον, όπου, όταν και εφόσον οι ταξικές αντιθέσεις δεν μπορούν αντικειμενικά να συμφιλιωθούν. Και αντίστροφα: η ύπαρξη του κράτους αποδείχνει ότι οι ταξικές αντιθέσεις είναι ανειρήνευτες»[13].

Ωστόσο, θα πρέπει να διευκρινίσουμε πως οι δημόσιες επιχειρήσεις ήταν αποτέλεσμα της ταξικής πάλης και όχι μια ευγενική παραχώρηση του κεφαλαίου. Η ύπαρξή τους σημαίνει πως με έμμεσο τρόπο ανεβαίνει η τιμή της εργατικής δύναμης και ένα ποσό της αποσπώμενης υπεραξίας επιστρέφει με τη μορφή των κοινωνικών παροχών. Επιπλέον, το λαϊκό κίνημα μπορεί ευκολότερα να ελέγξει τις δημόσιες υπηρεσίες (ρεμούλες, αύξηση των τιμών των παρεχόμενων υπηρεσιών) σε αντίθεση με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις όπου ο ιδιώτης κάτοχός τους ή εν πάση περιπτώσει οι μεγαλομέτοχοι είναι το(α) απόλυτο(α) αφεντικό(α) .

[2] Εκτός από τον κίνδυνο να παρανοηθεί ο ρόλος του κράτους, υφίσταται και ο κίνδυνος να εξωραϊστεί ένας συγκεκριμένος τρόπος διαχείρισης του καπιταλισμού. Εν προκειμένω ο κεϋνσιανισμός. Παρά τις διαφορές του με το (νεο)φιλελεύθερο μοντέλο, είναι απαραίτητο να πούμε ότι ο καπιταλισμός δεν εξανθρωπίζεται με κανέναν τρόπο.
Όποιο διαχειριστικό μοντέλο κι αν επιλεγεί η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και η συμπίεση των μεσαίων στρωμάτων από τα μονοπώλια δεν εξαφανίζεται. Η απόσπαση της υπεραξίας, η εκμετάλλευση και η καταπίεση υπάρχουν ανεξάρτητα από αυτόν ή εκείνον τον τρόπο διαχείρισης. Ακόμη και σε αυτόν τον «πολιτισμένο» σκανδιναβικό βορά, το πρότυπο κατά πολλούς του λεγόμενου κράτους πρόνοιας, ασκήθηκαν στο παρελθόν απάνθρωπες πολιτικές. Το 1934 και στις 4 χώρες της σκανδιναβικής χερσονήσου ψηφίστηκαν νόμοι για την ευγονική. Η Δανία ήταν το πρώτο κράτος στην Ευρώπη που νομιμοποίησε τη στείρωση για λόγους ευγονικής, το 1929. Μεταξύ του 1935 και 1975, στο πλαίσιο της σχετικής νομοθεσίας έγιναν μόνο στη Σουηδία 63.00 στειρώσεις. Σύμφωνα με μια ανάλυση η ευγονική δεν είχε τα ίδια ιδεολογικά κίνητρα με αυτά του ναζισμού όπου επιδίωξη ήταν η εξασφάλιση της αιματικής καθαρότητας, αλλά εφαρμόστηκε για την εξασφάλιση ενός υγιούς πληθυσμού, αποδοτικού και παραγωγικού[14].

Άλλωστε ο γνωστός αυτοκινητοβιομήχανος Φορντ το είπε με τον καλύτερο τρόπο. Όταν το 1914 διπλασίασε το μεροκάματο των εργατών του και μείωσε την εργάσιμη ημέρα από 9 σε 8 ώρες, απαντώντας στα ερωτήματα των άλλων βιομηχάνων γιατί το έκανε, απάντησε: ποιος θα αγοράσει τα αυτοκίνητα που παράγω; Και συνέχιζε: «Κακοπληρώνοντας τους ανθρώπους, προετοιμάζουμε μια γενιά υποσιτισμένων και υποανάπτυκτων παιδιών, τόσο από σωματική όσο και από ηθική άποψη. Θα είναι μια γενιά εργατών αδύναμων στο σώμα και στο πνεύμα, που θα αποδειχθούν αναποτελεσματικοί όταν θα έρθει ο καιρός να πιάσουν δουλειά στο εργοστάσιο. Σε τελική ανάλυση, η βιομηχανία θα πληρώσει το λογαριασμό.

»Η επιτυχία μας εξαρτάται ως ένα σημείο από αυτό που πληρώνουμε. Αν πληρώνουμε καλά το χρήμα αυτό ξοδεύεται. Πλουτίζοντας τους μεταπράτες, τους εμπόρους λιανικής, τους τεχνίτες και τους κάθε λογής εργάτες  κι αυτή η ευημερία μεταφράζεται σε αύξηση της ζήτησης των αυτοκινήτων μας»[15].

*  *  *  *

Φίλες και φίλοι, όλα τα προηγούμενα χρόνια οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, εργάστηκαν λυσσωδώς για να ιδιωτικοποιήσουν τη δημόσια περιουσία, ενώ τώρα τη σκυτάλη έχει πάρει η τρικομματική κυβέρνηση με τη συμπλήρωση της τσόντας που λέγεται ΔΗΜΑΡ. Μίλαγαν και μιλάνε για υπερδιογκωμένο και αντιπαραγωγικό δημόσιο τομέα, για τον ιδιωτικό τομέα που θα προωθήσει την ανάπτυξη, ενώ παράλληλα πούλαγαν ή προγραμμάτιζαν τα φιλέτα της περιουσίας που ήταν προϊόν της εργασίας του ελληνικού λαού. Από την άλλη οι μεσοβέζικες τοποθετήσεις του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και οι θέσεις στελεχών του για σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα όχι μόνο δεν μπορούν να δώσουν διέξοδο, αλλά είναι επικίνδυνες και δημιουργούν αυταπάτες. Η απόκρουση των επιχειρούμενων ιδιωτικοποιήσεων στο επόμενο χρονικό διάστημα θα είναι κρίσιμης σημασίας για το λαϊκό κίνημα και για το επίπεδο ζωής του ελληνικού λαού.

Φίλες και φίλοι, κλείνοντας αυτή την παρέμβαση επιτρέψτε μου ένα γενικότερο κάλεσμα: αυτό που βιώνουμε σήμερα σε πολλούς φαίνεται απίστευτο. Να μη μείνουμε, όμως, στην περιγραφή της κρίσης βάζοντας απλά και μόνο τα πιο μελανά χρώματα. Πολύ περισσότερο να μην τους επιτρέψουμε να μας ρίξουν στη μαζική κατάθλιψη, να μας κάνουν αυτόχειρες, να μας κάνουν μίζερους και φιλοτομαριστές. Δεν πρέπει ο ένας να φάει τις σάρκες του άλλου ή και να βουλιάξουμε στη θαλπωρή του καναπέ. Μεμψιμοιρία, κλείσιμο στον εαυτό μας, αποβλάκωση στην τηλεόραση και ομφαλοσκόπηση είναι ο ένας δρόμος. Αντίσταση, μαζική, ενωτική, προσανατολισμένη, αντιμονοπωλιακή είναι ο άλλος. Η απάντησή μας είναι δεδομένη. Δε θα τους κάνουμε τη χάρη. Αγώνας μέχρι την τελική νίκη!

(*) Εισήγηση στην Ημερίδα που διοργάνωσε ο Σύλλογος διάδοσης της μαρξιστικής σκέψης «Γιάνης Κορδάτος» με θέμα «Το σκάνδαλο των ιδιωτικοποιήσεων και η φιλολαϊκή διέξοδος από την κρίση»

[1].  Πηγή: Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τ. Θ1-Θ2, σελ. 245-249, εκδ. Μέλισσα, 1963.

[2].  Τουσέν Ερίκ, Ο Νεοφιλευθερισμός, Από τις απαρχές του έως τις μέρες μας, σελ. 42, εκδ. Τόπος.

[3]. Βλέπε αναλυτικότερα, Ρίφκιν Τζέρεμι, Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της, σελ. 95-98, εκδ. Νέα Σύνορα-Λιβάνη, 1996.

[4]. Φόστερ Ουίλιαμ, Η Ιστορία των Τριών Διεθνών, τ.2, σελ. 488,  Αθήνα.

[5].  Αναφέρεται στο: Κεϋνσιανισμός, κεφάλαιο, κράτος και ταξικός ανταγωνισμός: από την οκτωβριανή επανάσταση στο ΔΝΤ, σελ. 13, εκδ. Σπάταλοι.

[6]. Βλέπε χαρακτηριστικά Κλάιν Ναόμι, Το δόγμα του σοκ, σελ. 85, εκδ. Λιβάνη.

[7] . Λούλης Γ., Επίκεντρα, Νο 6, 1979

[8] . Λούλης Γ., «Φιλελευθερισμός και συντηρητισμός: Ποιες οι διαφορές τους;», Επίκεντρα, Νο 35-36, σελ. 60.

[9]. Σορμάν Γκι, Το ελάχιστο κράτος, σελ. 68-69, εκδ. Ροές, 1987.

[10].  Για τους τρόπους διαχείρισης βλέπε αναλυτικότερα Μπο Μισέλ, Η ιστορία του καπιταλισμού, Από το 1500 ως σήμερα, εκδ. Μάλλιαρης-Παιδεία, 1987.

[11]. Βλέπε αναλυτικότερα για αυτό το ζήτημα την εξαιρετική μελέτη του Σπύρου Μαγκλιβέρα, Ο κρατικός τομέας της οικονομίας στην Ελλάδα και η κρίση, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1987.

[12].  Σημειώνουμε πως τα ζητήματα της εθνικής ανεξαρτησίας είναι πλέον στην ημερήσια διάταξη με την επιβολή της δανειακής σύμβασης στην Ελλάδα, αλλά βρίσκονται και στην επικαιρότητα και για άλλους λόγους. Σύμφωνα με δημοσιογραφικά δημοσιεύματα η εταιρεία Academi πρώην Black Water (γνωστή για τα αίσχη που διέπραξε στο κατεχόμενο Ιράκ) πρόκειται να αναλάβει τη φύλαξη της Εγνατίας Οδού! Αν αυτό το γεγονός συνδυαστεί με την κατεύθυνση που δίνει η τρόικα στην ελληνική κυβέρνηση για κατάργηση της υποχρεωτικής θητείας αντιλαμβανόμαστε τόσο την κρισιμότητα του ζητήματος της εθνικής ανεξαρτησίας όσο και την κρισιμότητα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των τηλεπικοινωνιών.

[13].  Λένιν, Άπαντα, Κράτος και Επανάσταση, τ. 33, σελ. 6-7, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

[14]. Βλέπε αναλυτικότερα, Χίλσον Μαίρη, Το Σκανδιναβικό Μοντέλο, σελ. 204-206, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

[15]. Μπο Μισέλ, Η ιστορία του καπιταλισμού, Από το 1500 ως σήμερα, σελ. 262, εκδ. Μάλλιαρης-Παιδεία, 1987.