Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φασισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φασισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2019

Η ομιλία Σαμαρά και οι βλέψεις του αστικού στρατοπέδου




του Βασίλη Λιόση


Πολύς κουρνιαχτός σηκώθηκε κατόπιν της ομιλίας του Σαμαρά στο 13ο συνέδριο της ΝΔ. Ασκήθηκε κριτική (και σωστά) για έντονο ακροδεξιό αποτύπωμα. Σχολιάστηκε αρνητικά (και πάλι σωστά) η αποδοχή της ομιλίας αυτής από το σώμα των συνέδρων. Εκτιμήθηκε πως η παρέμβαση Σαμαρά σηματοδότησε μία αρχηγική εμφάνιση (άλλη μία σωστή εκτίμηση). Ωστόσο, πρόκειται για επιφανειακές εκτιμήσεις που δεν φτάνουν στο βάθος του ζητήματος. Και πού έγκειται αυτό το βάθος; Ας εισχωρήσουμε, λοιπόν, στα εσώτερα.


Υπάρχουν αντιθέσεις στο αστικό στρατόπεδο;

Εντός των κομμάτων της αστικής τάξης ή μεταξύ αυτών υπήρχαν πάντα αντιθέσεις. Οι αντιθέσεις αυτές αφορούσαν το μείγμα της πολιτικής, τη μορφή της διαχείρισης, δευτερεύουσες ή λιγότερο δευτερεύουσες αντιθέσεις που συνδέονταν με το ζήτημα της δημοκρατίας ή της εξωτερικής πολιτικής. Αν κάνουμε μία διαδρομή στην πολιτική αυτών των κομμάτων και των επιταγών της ίδιας της αστικής τάξης θα συλλέξουμε πολλά παραδείγματα διαφοροποιήσεων με αναφορά στη χούντα, στην αποκατάσταση της αστικής δημοκρατίας, στις οικονομικές πολιτικές των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων, στη στάση που κρατήθηκε απέναντι στις μεγάλες δυνάμεις. Το ερώτημα είναι αν η παρέμβαση Σαμαρά σηματοδοτεί μία διαφοροποίηση σε σχέση με την επικρατούσα πολιτική της σημερινής κυβέρνησης. Η απάντηση είναι πως αποτελεί μια διαφοροποίηση, αλλά με μερικό χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, ο πυρήνας της σημερινής πολιτικής της ΝΔ προφανώς και δεν αμφισβητείται, αλλά απλώς απαιτείται μία σκλήρυνσή της. 

Συχνά κατηγορείται ο Κυριάκος Μητσοτάκης ότι έχει γίνει έρμαιο των ακροδεξιών που έχουν παρεισφρήσει στους κόλπους της ΝΔ, δηλαδή του Βορίδη, του Γεωργιάδη, του Μπογδάνου και άλλων. Είναι, όμως, έτσι; Πρόκειται για εσφαλμένη εκτίμηση. Η υιοθέτηση των ορφανών της ακροδεξιάς στο κόμμα της ΝΔ αποτέλεσε και αποτελεί στρατηγική επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης. Η ελληνική αστική τάξη, τουλάχιστον ένα τμήμα της, έχει επιλέξει μία παραλλαγή στη ρητορική και πρακτική του Όρμπαν. Υπό την ηγεμονία του Κυριάκου Μητσοτάκη η ΝΔ και πριν να κερδίσει τις εκλογές, καλλιέργησε κλίμα μίσους απέναντι σε μετανάστες και πρόσφυγες.

    Προτιμάμε τη λέξη μίσος από την ξενοφοβία, γιατί η τελευταία λέξη δεν αποδίδει με ακρίβεια αυτό που γίνεται σήμερα στην ελληνική κοινωνία. Οι απόπειρες δολοφονίας και οι προπηλακισμοί, η διοργάνωση των δημόσιων μπάρμπεκιου με χοιρινό, οι λέξεις που εκστομίζονται, οι πορείες μαθητών στα Γιαννιτσά με αίτημα την εκδίωξη των «ξένων», δεν εκφράζουν φοβία αλλά μίσος και ρατσισμό. Οι ανοησίες για την «εισβολή» των ξένων που ενθαρρύνθηκε από τα ανοικτά σύνορα που διαλαλούσε ο ΣΥΡΙΖΑ (Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ευθύνες αλλά άλλης τάξης και που συνδέονται με την αποδοχή του ευρωενωσιακού πλαισίου και τη δημιουργία άθλιων χώρων υποδοχής), αποτέλεσαν συστατικό στοιχείο της αντιπολιτευτικής ρητορικής της ΝΔ. 

    Βεβαίως, θα μπορούσε κάποιος να μας αντιτείνει το παράδειγμα των κυρώσεων στην ΟΝΝΕΔ Πεντέλης μετά την αποστολή εκείνου του απαράδεκτου κειμένου στον υπουργό Προστασίας του Πολίτη. Να θυμίσουμε πως στην επιστολή αυτή γινόταν λόγος για προσέλκυση εγκληματιών, για 15χρονους πρόσφυγες που διαφέρουν από τους δικούς μας έφηβους αφού οι πρώτοι στερούνται ψυχής ανηλίκων λόγω της συμμετοχής τους στον πόλεμο, για ανήλικους μετανάστες που θα ενοχλούν σεξουαλικά τις Ελληνίδες και θα εμποδίσουν των εκπαίδευση των ελληνοπαίδων κ.λπ.. Ωστόσο, θα πρέπει να διευκρινίσουμε πως η επιστολή ήταν εξαιρετικά ακραία, έγινε ευρύτερα γνωστή και δεν μπορούσε να καλυφθεί. Οι καταστατικές κυρώσεις στην ΟΝΝΕΔ Πεντέλης ήταν αναγκαστική κίνηση, χωρίς να αποκλείουμε και μία διαφοροποίηση που επιτάσσει έναν πιο μετριοπαθή ρατσισμό από ένα τμήμα της ΝΔ. Ο πιο μετριοπαθής αυτός ρατσισμός, σε σχέση με τον σαμαρικό, αποβλέπει πιθανώς στη διατήρηση δεσμών με ένα τμήμα της εκλογικής πελατείας που διαπνέεται από ορισμένα δημοκρατικά αισθήματα. Δεν πρόκειται για μία επί της ουσίας αντιρατσιστική κίνηση αλλά για μία κίνηση εκλογικού καιροσκοπισμού ή και διατήρησης κάποιων κοινωνικών συμμαχιών. 


Τι ξέχασε ο Σαμαράς να πει; 

Ο Σαμαράς στο ακροδεξιό του παραλήρημα «ξέχασε» να αναφέρει πολλά ζητήματα σχετιζόμενα με το μεταναστευτικό-προσφυγικό. Κατ΄ αρχάς με αυθαίρετους ισχυρισμούς απεφάνθη πως η πλειονότητα των εισερχόμενων ξένων δεν είναι πρόσφυγες αλλά μετανάστες. Ποια είναι η αλήθεια; Η πλειονότητα των εισερχομένων στα ελληνικά εδάφη είναι Σύριοι και Αφγανοί. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία των αρμόδιων υπηρεσιών από όσους ανθρώπους εισέρχονται στην Ελλάδα πρώτοι είναι οι Αφγανοί, με ποσοστό 38,8% και ακολουθούν οι Σύριοι με ποσοστό 20.6% (στοιχεία για τους πρώτους 8 μήνες του 2019), ενώ η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ μιλά για προσφυγικό προφίλ στην πλειονότητα των περιπτώσεων. 

     Αλλά, ας πούμε πως ο Σαμαράς έχει δίκιο και ότι οι περισσότεροι είναι μετανάστες. Εδώ και πάλι αποδεικνύεται αναξιόπιστος στα λεγόμενά του. Πρώτο, γιατί δεν μας εξηγεί για ποιο λόγο προκύπτει η μετανάστευση (είναι αυτόδηλο ότι προκαλείται από τη φτώχια), δεύτερο, γιατί δεν μας λέει πως πρόκειται για ένα παγκόσμιο κοινωνικό φαινόμενο και τρίτο, δεν μας λέει πως μετά το 1989 οι ροές στην Ελλάδα από χώρες όπως η Αλβανία, η Βουλγαρία, η Πολωνία, η πρώην Σοβιετική Ένωση, ήταν ακόμη πιο έντονες από ό,τι σήμερα (τότε, όμως, ο ελληνικός καπιταλισμός χρειαζόταν φθηνό εργατικό δυναμικό που θα πίεζε εκτός των άλλων και τους «ελληνικούς» μισθούς). 

     Εκεί, όμως, που περισσεύει η υποκρισία είναι το σημείο στο οποίο ο Σαμαράς αναφέρεται στην περίπτωση των Μικρασιατών προσφύγων. Λέει χαρακτηριστικά: «Αλλά οι Μικρασιάτες Έλληνες που ήλθαν το ’22 δεν έκαναν “εισβολή” στην Ελλάδα… Και οι Έλληνες που πήγαν τις επόμενες δεκαετίες μετανάστες, δεν μπήκαν παράνομα ως “εισβολείς” στις υπερπόντιες χώρες που τους υποδείχθηκαν. Μη τα μπερδεύουμε λοιπόν…». Τι δεν μας λέει; Αποφεύγει επιμελώς να αναφερθεί στον τρόπο που το ελληνικό αστικό κράτος και ο ελληνικός αστισμός εν γένει αντιμετώπισε τους πρόσφυγες. Για παράδειγμα,  Νίκος Κρανιωτάκης, μοναρχικός και εκδότης του «Πρωινού Τύπου», θα απαιτήσει το 1933 να φορέσουν οι πρόσφυγες κίτρινα περιβραχιόνια για να τους ξεχωρίζουν κι έτσι να τους αποφεύγουν οι «καθαροί» Έλληνες (η ίδια πρακτική που ακολουθήθηκε από τους ναζί απέναντι στους Εβραίους). Ο γνωστός εκδότης της «Καθημερινής», Γεώργιος Βλάχος, έγραψε άρθρο με τίτλο «Οίκαδε», με το οποίο καλούσε την ελληνική κυβέρνηση και τον στρατό να εγκαταλείψουν στην τύχη τους τους Έλληνες της Ιωνίας και του Πόντου. Ο ίδιος χρησιμοποιούσε για τους πρόσφυγες τον χαρακτηρισμό «Αγέλη προσφύγων». Ο βουλευτής Σπετσών Περικλής Μπουρμπούλης θα πει το 1934 στους πρόσφυγες βουλευτές ότι «οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης είναι πιο Ρωμιοί από σας». Επίσης, ο Σαμαράς ξεχνά να μας πει τον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν οι Έλληνες μετανάστες στις ΗΠΑ στις αρχές του 20ου αιώνα, ή οι Έλληνες μετανάστες στη Γερμανία στις δεκαετίες του 1950 και 1960 (γουρούνια αποκαλούνταν από τους Γερμανούς).

«Ναι, αλλά ο Σαμαράς ήταν αυτός που στρίμωξε τη Χρυσή Αυγή», θα μπορούσε να αντιτείνει η ΝΔ. Αυτή η διαπίστωση κι αν εμπεριέχει μπόλικη δόση υποκρισίας! Υπάρχουν δυο λόγοι που η ΝΔ αναγκάστηκε να κινηθεί προς την κατεύθυνση περιθωριοποίησης της ΧΑ. Ο πρώτος λόγος σχετίζεται με το ότι διαπράχθηκε μία στυγνή δολοφονία που προκάλεσε το δημοκρατικό αίσθημα του ελληνικού λαού. Άρχιζαν να βγαίνουν στην επιφάνεια πολλά στοιχεία για τη δράση της νεοναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης, οπότε τίποτα δεν μπορούσε να μείνει κρυφό. Δεύτερο, η εκλογική άνοδος της ΧΑ ήταν εκθετική. Ο Καραμανλής είχε προβλέψει, ανησυχώντας, ότι θα φτάσει το 18%. Αυτό θα σήμαινε, όμως, μία εκλογική συμπίεση της ΝΔ και μία πιθανή κατάρρευσή της ανάλογη με αυτή του ΠΑΣΟΚ. Ωστόσο, το κόμμα που αποτελούσε τον γνήσιο πολιτικό εκπρόσωπο της αστικής τάξης δεν θα έπρεπε να υποστεί μία τέτοια ήττα. Η αστική τάξη δεν είχε αποφασίσει μία τόσο ριζική αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού. Επομένως, η τάχα δημοκρατική ευαισθησία του Σαμαρά απέναντι στη ΧΑ είχε τέτοια στοιχεία: επιδίωξης εκλογικής σταθερότητας και διατήρησης της δύναμης του βασικού πυλώνα της αστικής τάξης.


Πού προσβλέπει η ομιλία Σαμαρά; 

Δεν αποκλείουμε στις πολιτικές διαδρομές των αστών πολιτικών να υπάρχει και το κίνητρο της προσωπικής ανάδειξης, ή μάλλον πάντα υπάρχει και αυτό, αφού το κίνητρο δεν είναι σε καμία περίπτωση τα «αγνά πατριωτικά αισθήματα», αν φυσικά υπάρχουν τέτοια. Οι αστοί πολιτικοί εκπροσωπούν συγκεκριμένα συμφέροντα, αν και οφείλουμε να πούμε πως κάτι τέτοιο το κρύβουν επιμελώς και επιτυχώς, εμφανιζόμενοι ως οι εκπρόσωποι του γενικού καλού και της πατρίδας. Επομένως, η εμφάνιση του Σαμαρά είχε αρχηγικά χαρακτηριστικά, πιθανώς γιατί πιέζει για ακόμη πιο συντηρητική στροφή ή γιατί προσβλέπει σε μία επόμενη αρχηγία.

     Σε κάθε περίπτωση επιχειρείται η απορρόφηση όλου του ακροδεξιού χώρου από τη ΝΔ για εκλογικούς, πολιτικούς και ιδεολογικούς λόγους (εδώ, ίσως, υπάρχει ή θα παρουσιαστεί μία αντίθεση στους κόλπους της ΝΔ σχετικά με τον εκλογικό πληθυσμό στον οποίο θα στοχεύει. Με άλλα λόγια κεντροδεξιός χαρακτήρας ή καθαρός και σκληρός δεξιός προσανατολισμός;). Πρόκειται για επιταγή ενός ισχυρού τμήματος της ελληνικής αστικής τάξης, αν δεν είναι επιταγή του συνόλου της. Σε αυτή την κατεύθυνση βρίσκεται και η γνωστή και ανιστόρητη διαπίστωση στην ομιλία Σαμαρά περί της ελληνικής Μακεδονίας που υπονοεί ότι εκτός της ελληνικής Μακεδονίας υπάρχουν και άλλες ελληνικές Μακεδονίες. 

  Ας περιμένουμε, λοιπόν, το επόμενο χρονικό διάστημα μία ακόμη πιο έντονη «ορμπανοποίηση» της ΝΔ. Η εξέλιξη αυτή φαίνεται ακόμη πιο πιθανή αφ’ ης στιγμής ουδεμία αντιπολιτευτική φωνή δεν ακούγεται στο εσωτερικό της ΝΔ, φωνή που να αμφισβητεί την ομιλία Σαμαρά και το γενικότερο πολιτικό και ιδεολογικό στίγμα της ΝΔ. Και γιατί άραγε η αστική τάξη να επιδιώκει την παραπέρα συντηρητικοποίηση του ελληνικού λαού; Η απάντηση είναι μάλλον απλή. Μία νέα σάρωση εργασιακών και δημοκρατικών δικαιωμάτων καθίσταται πιο εύκολη από τη στιγμή που ένας λαός είναι απαθής ή κερδισμένος με τα πιο σκοτεινά ιδεολογήματα. Απλό και δοκιμασμένο…

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2019

Ανακοίνωση του Συντονισμού Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων για το Πολυτεχνείο

Στο νέο κόσμο που γεννιέται να βρούμε πέρασμα!


Ανοίγει ένας νέος ιστορικός κύκλος 
   
Με την κυβέρνηση της ΝΔ ανοίγει ένας κύκλος με βίαιη επίθεση για να επιβληθούν νέες, αντιδραστικές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις σε όλα τα πεδία. Η εργασιακή εκμετάλλευση, οι ελαστικές σχέσεις εργασίας, οι ιδιωτικοποιήσεις, η καταστροφή του περιβάλλοντος συνοδεύονται από μια πρωτοφανή αστυνομοκρατία που κυνηγά φοιτητές στα αμφιθέατρα και νέους σε κινηματογράφους, ενώ η ατμόσφαιρα μολύνεται με την πατριδοκαπηλία και τον εθνικισμό. 

Το σύνθημα του Πολυτεχνείου «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία» αποκτά νέο, βαθύτερο και πιο εκρηκτικό περιεχόμενο. Το «Έξω αι ΗΠΑ – Έξω το ΝΑΤΟ» του Νοέμβρη συνδέεται με τη σημερινή απαίτηση για ειρήνη, αλληλεγγύη και συνεργασία των λαών, που θα βάλει φρένο στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, στα πραξικοπήματα και στο δράμα των προσφύγων και των μεταναστών/τριων. 

Στην επίθεση των «πάνω» απαιτείται ένας νέος κύκλος αντίστασης, διεκδικήσεων και κατακτήσεων που μπορούν να επιβάλουν οι «από κάτω», η εργατική τάξη, οι δυνάμεις τις εργασίας, ο λαός και η νεολαία, εάν πιστέψουν στη δύναμη και οικοδομήσουν το κοινωνικό και πολιτικό μέτωπό τους, το ανεξάρτητο, ενωτικό και ταξικό κίνημά τους.


Ο κύκλος που έκλεισε και η αναγκαία τομή

Την περασμένη δεκαετία ζήσαμε μία σειρά μεγάλων αγώνων ενάντια στα μνημόνια και τη λιτότητα που επέβαλαν οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και οι δανειστές (ΕΕ, ΔΝΤ), με αποκορύφωμα το δημοψήφισμα του Ιούλη του 2015 και το μεγαλειώδες ταξικό και λαϊκό ΟΧΙ. Η δήθεν «αριστερή» κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αποδείχθηκε ο καλύτερος συνεχιστής των μνημονίων και πιστός υπηρέτης των ευρωΝΑΤΟϊκών συμφερόντων στην περιοχή, σπέρνοντας την απογοήτευση στον αγωνιζόμενο κόσμο.

Οι αγώνες αυτοί ηττήθηκαν, έκλεισε ο προηγούμενος κύκλος με τις ελπίδες, τη συνείδηση και το περιεχόμενο που είχε τότε. Το εργατικό και λαϊκό κίνημα έδειξαν αυτοθυσία, αυταπάρνηση και επιμονή, αλλά η Αριστερά που διαφοροποιήθηκε από την υποταγή του ΣΥΡΙΖΑ, παρά την προσφορά της βάσης της, στην πράξη έμεινε «στη γωνία». Απαιτούνται νέες προγραμματικές απαντήσεις σε περιεχόμενα, τρόπους οργάνωσης, μορφές παρέμβασης. Απαιτείται μια τομή που θα υπερβεί τόσο τον «αριστερό» συμβιβασμό, όσο και τον αριστερίστικο σεχταρισμό, καθώς και την τυφλή βία και το μηδενισμό.

    
Για μία κομμουνιστική Αριστερά που θα ψηλαφήσει το νέο πέρασμα 
   
Σε αυτήν την τομή καλούμε, ώστε να προκύψει μια συσπείρωση για τη σύγχρονη κομμουνιστική Αριστερά. Ενωτικά, μετωπικά, ριζοσπαστικά. Για ένα κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα της εποχής μας. Με νέες γενιές στο προσκήνιο δίπλα στις παλιότερες, μαθαίνοντας από την εμπειρία και τα λάθη, τινάζοντας την παλιά σκουριά και τα κουσούρια του παρελθόντος. Με νέα ορμή και αυταπάρνηση στον αγώνα, με όραμα για την κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο που αναζητούμε. 

Παλεύοντας σήμερα για δουλειά και ζωή με αξιοπρέπεια, κόντρα στον ιμπεριαλισμό, τον καπιταλισμό, το φασισμό και τον πόλεμο, για μία φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση, για να ανοίξει ο δρόμος για την ανασύνθεση και ανασυγκρότηση της νέας κομμουνιστικής προοπτικής.

Μέσα από τον παλιό κόσμο να βρούμε πέρασμα σε έναν φωτεινό κόσμο του μέλλοντος!


Προσυγκέντρωση για την πορεία του Πολυτεχνείου 17/11: Πλατεία Κλαυθμώνος, 15:30

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2019

Ρατσισμός στην ελληνική κοινωνία ή γιατί η Χρυσή Αυγή είναι ακόμη εδώ


του Βασίλη Λιόση


Το προσφυγικό/μεταναστευτικό είναι ένα πρόβλημα που έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις. Τα ερωτήματα που αναφύονται είναι κρίσιμα: α) Γιατί υπάρχει όξυνση του φαινομένου; β) Ποιοι τροφοδοτούν τον ρατσιστικό παροξυσμό; γ) Τι μας διδάσκει το παρελθόν; 


ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ

Κανένας άνθρωπος δεν θέλει να αφήσει πίσω την οικογένειά του, τους φίλους του, την πατρίδα του και να μπαίνει σε σάπιες βάρκες προκειμένου να βρεθεί σε μία άλλη άγνωστη χώρα ρισκάροντας τη ζωή του. Δυο βασικές ανάγκες ωθούν τους ανθρώπους να φύγουν από τη χώρα τους: η ανάγκη να μείνουν ζωντανοί από τους πολέμους και η ανάγκη να ξεφύγουν από τη φτώχια και την εξαθλίωση. Στη Συρία υπάρχουν πόλεις όπου σχεδόν το σύνολο των κτιρίων αποτελούν σωρό ερειπίων από τους βομβαρδισμούς. Το Αφγανιστάν για το οποίο κάποιοι διατείνονται πως δεν βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση κλείνει φέτος τα 41 χρόνια συγκρούσεων και τα 18 χρόνια από τότε που εισέβαλαν οι Αμερικανοί. Μόνο πέρσι σκοτώθηκαν 1.000 παιδιά. Μέσα στο 2018 έγιναν 173 βομβαρδισμοί από τις φιλοκυβερνητικές δυνάμεις. ΑΥΤΟ ΓΙΑ ΟΠΟΙΟΝ ΔΕΝ ΤΟ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΛΕΓΕΤΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ
Κανείς από τους πολιτικούς ταγούς, όλους αυτούς που καταφέρονται κατά των μεταναστών, δεν μας λέει πως με βάση τα στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ ο αριθμός των προσφύγων και μεταναστών είναι ο υψηλότερος των τελευταίων 70 ετών. Μέσα στο 2018 ο αριθμός των εκτοπισμένων έφτασε τα 71 εκατομμύρια. Κανένας από αυτούς δεν κάνει τουρισμό. Αφήνει τις ρίζες του και ταξιδεύει αναζητώντας ένα άδηλο μέλλον. Το τίμημα είναι συχνά βαρύ. Η Μεσόγειος έχει μετατραπεί σε έναν υγρό τάφο με 900 πνιγμένους ανθρώπους τη χρονιά που πέρασε. Ανθρώπους που μπορεί να τους αναζητάνε εναγωνίως οι δικοί τους, αλλά κανείς δεν θα τους βρει. Ανάμεσά  τους και πολλά παιδιά. Το πιο θλιβερό από όλα είναι πως υπάρχουν άνθρωποι που μένουν ασυγκίνητοι ακόμη και μπροστά στο συγκλονιστικό θέαμα πτωμάτων μικρών παιδιών που ξεβράζονται στις παραλίες. ΑΥΤΟ ΛΕΓΕΤΑΙ ΑΝΤΙΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ.
Σήμερα σε ένα άθλιο πόκερ των μεγάλων δυνάμεων ο διαγκωνισμός για τον έλεγχο εδαφών, ενεργειακών πηγών και στρατηγικών σημείων συνεχίζεται αμείωτος. ΑΥΤΟ ΛΕΓΕΤΑΙ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ και στη μέση βρίσκονται αυτοί που πληρώνουν βαρύ φόρο αίματος, δηλαδή οι λαοί. 


Ο ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τα περιστατικά που λαμβάνουν χώρα σήμερα στην Ελλάδα είναι θλιβερά. Πρόσφατα μαχαιρώθηκε 12χρονος  αλλοδαπός μαθητής στη Θεσσαλονίκη. Κάτοικοι σε διάφορες περιοχές όχι απλώς διαμαρτύρονται για την παρουσία μεταναστών και προσφύγων, αλλά έφτασαν στο σημείο να λιθοβολούν τα πούλμαν μέσα στα οποία βρίσκονταν και μικρά παιδιά. Η γελοιότητα έφτασε στο απόγειό της όταν ορισμένοι από τους συγκεντρωμένους ντύθηκαν με αρχαιοελληνικές στολές κρατώντας ασπίδες και ακόντια! Αυτοί οι ίδιοι μπορεί την Κυριακή να πηγαίνουν στην εκκλησία και να σταυροκοπιούνται. Άλλωστε ανάμεσα στο μαινόμενο πλήθος βρισκόταν και ένας ιερωμένος που πρωτοστατούσε στην αγελαία συμπεριφορά των συγκεντρωμένων. Είναι αυτοί που πουλάνε εθνικισμό (που καμία σχέση δεν έχει με τον πατριωτισμό) αλλά ξεχνάνε τι σημαίνει ελληνική φιλοξενία και την παράδοση του Ξένιου Δία (κατά τα άλλα είναι αρχαιολάτρες). 

Είναι αυτοί που ξεχνάνε ότι οι Έλληνες υπήρξαν και αυτοί μετανάστες και έγιναν δέκτες σκληρού ρατσισμού με πογκρόμ, με πρωτοσέλιδα εφημερίδων που τους «κρέμαγαν στα μανταλάκια» και τους «στόλιζαν» με χαρακτηρισμούς όπως «γουρούνια». Οι Έλληνες της Αμερικής και της Γερμανίας ένιωσαν καλά στο πετσί τους τι σημαίνει ρατσισμός. Είναι αυτοί που δεν γνωρίζουν ή κάνουν ότι δεν γνωρίζουν πως όταν ήρθαν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες Μικρασιάτες, οι γυναίκες αποκαλούνταν παστρικές και δημιουργούνταν «υγειονομικές ζώνες» πολύ χειρότερες από τη Μόρια προκειμένου να «υποδεχτεί» το ελληνικό κράτος τους πρόσφυγες. Ένα ελληνικό κράτος και μία πολιτική ηγεσία που ευθυνόταν για τη μικρασιατική καταστροφή πουλώντας μεγαλοϊδεατισμούς και υπηρετώντας αλλότριους σχεδιασμούς. ΑΥΤΟ ΛΕΓΕΤΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΓΝΟΙΑ


ΠΩΣ ΕΡΜΗΝΕΥΟΝΤΑΙ ΤΕΤΟΙΕΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ;

Κανένα κοινωνικό φαινόμενο δεν είναι κεραυνός εν αιθρία, ακόμη κι αν φαίνεται πως δημιουργείται ξαφνικά. Όλα τα προηγούμενα χρόνια υπήρξε ένα κοκτέιλ αιτιών. Σταχυολογώντας θα μπορούσε κάποιος να εντοπίσει ορισμένα γεγονότα κομβικής σημασίας:

  • Παλιότερα ήταν το κόμμα του ΛΑΟΣ που έκανε κηρύγματα μίσους για τους μετανάστες και πρόσφυγες. Ας θυμηθούμε πως ο Καρατζαφέρης από το τηλεοπτικό κανάλι του πρότεινε τον εκτοπισμό των μεταναστών και προσφύγων σε ξερονήσια όπου «θα παρήγαγαν τσολιαδάκια προκειμένου να ωφελήσουν την ελληνική οικονομία». 
  • Η Χρυσή Αυγή παίρνοντας τη σκυτάλη από το ΛΑΟΣ δηλητηρίασε την Ελλάδα με τις ναζιστικές ιδέες και δολοφόνησε δυστυχείς μετανάστες. Η τηλεόραση νομιμοποίησε τη δράση της δείχνοντας τα τάγματα εφόδου της να διαλύουν τους πάγκους μικροπωλητών μεταναστών. 
  • Τουλάχιστον ένα μέρος της κυβερνώσας παράταξης που διαθέτει στους κόλπους της ένα μπλοκ ακροδεξιών δυνάμεων χαϊδεύει τα αυτιά του πιο καθυστερημένου πολιτικά πλήθους και έχει επιλέξει την τακτική του Όρμπαν. 
  • Φασιστικοί πυρήνες έδρασαν μέσα στα γήπεδα αξιοποιώντας το «μακεδονικό», μίλαγαν για γυφτοσκοπιανούς και αναρτούσαν τα σύμβολα του ναζισμού. 
  • Ο νέος εν Ελλάδι αστέρας της ακροδεξιάς και του νεοφασισμού, ο έμπορος των επιστολών του Χριστού και μαντζουνιών, Βελόπουλος, με κηρύγματα μίσους από τις εκπομπές του δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τους λόγους του Χίτλερ, του Χίμλερ και του Γκέμπελς.   
  • Ευθύνες, άλλης τάξης, έχει και η προηγούμενη κυβέρνηση με την κατασκευή άθλιων hot spot και με την αποδοχή της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει δημιουργήσει σε μεγάλο βαθμό όλο αυτό το μεταναστευτικό κύμα. 

Έτσι, φτάσαμε σε συμπεριφορές βαρβαρότητας όπως για παράδειγμα με εκείνον τον Δημοτικό Σύμβουλο στη Χίο που μίλαγε για «γκαστρωμένες ξένες που τριγυρνάνε» και για «σχέδια που απεργάζονται κάποιοι για την αλλοίωση του πληθυσμού». 

Αυτό το πολιτικό κλίμα και αυτή η ελεεινή προπαγάνδα, όταν «πάτησαν» στα υπαρκτά προβλήματα της ανεργίας και της φτώχιας του ελληνικού λαού παρήγαγαν συνειδήσεις που οδήγησαν και οδηγούν ανθρώπους στην ανθρωποφαγία. ΟΛΗ ΑΥΤΗ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΜΕΘΟΔΕΥΜΕΝΟΣ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ. 

*  *  *  *

Τα φαινόμενα είναι ανησυχητικά. Ο ρατσισμός στο παρελθόν χρησιμοποιήθηκε για την άνοδο του ναζισμού. Τότε ο ρατσισμός αφορούσε τους Τσιγγάνους, τους Εβραίους, τους ομοφυλόφιλους. Παλιότερα στην Ελλάδα ο ρατσισμός εστίασε στους Αλβανούς. Τώρα το πρόβλημα εντοπίζεται στους Σύριους, τους Αφγανούς και άλλους. Άνθρωποι ημιμαθείς ή ιδεολογικά πωρωμένοι υπονοούν ή διατείνονται την ανωτερότητα της ελληνικής φυλής. Ωστόσο, καμία αιματική καθαρότητα δεν υπάρχει σε κανέναν λαό. Καμία ανωτερότητα δεν αποδεικνύεται για κανέναν. Οι επιστήμες της βιολογίας, της ιστορίας, της κοινωνιολογίας δεν αφήνουν καμία αμφιβολία: δεν υπάρχουν άνθρωποι, υπάνθρωποι και υπεράνθρωποι. Όποιος υποστηρίζει κάτι τέτοιο είτε εξαπατά συνειδητά είτε υιοθετεί αφελώς φαντασιακούς ιδεότυπους.  

Ωστόσο, υπάρχει και η άλλη πλευρά. Η πλευρά με τις γιαγιάδες της Λέσβου που περιέθαλπαν πρόσφυγες και από το υστέρημά τους τάιζαν τα μικρά προσφυγόπουλα. Η πλευρά του ηρωικού λιμενάρχη Κυριάκου Παπαδόπουλου που έσωσε 5.000 ζωές. Η πλευρά χιλιάδων Ελλήνων αφανών ηρώων  που με όποιον τρόπο μπόρεσαν βοήθησαν τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, χωρίς να τους νοιάζει το χρώμα και το θρήσκευμα του άλλου. Σε αυτή την πλευρά βρίσκεται η ελπίδα όπως και στις κοινωνικές διεργασίες που αποκαλύπτουν τα αίτια του προβλήματος και μάχονται για την παύση των ιμπεριαλιστικών πολέμων. Όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από την πολιτική τους τοποθέτηση, που αντιλαμβάνονται πως στην Ελλάδα βρίσκεται σε εξέλιξη μία σοβαρή κοινωνική παθογένεια οφείλουν να αποτελέσουν μια ασπίδα προστασίας ανθρώπων, ιδεών και αξιακών συστημάτων. Και όπως λέει ο ποιητής:

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος 
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες — μα ούτε βήμα πίσω.      

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2019

Έχει δίκιο η Κεραμέως! (Περί της ανακοίνωσης του υπουργείου παιδείας για την 28η Οκτωβρίου)


του Βασίλη Λιόση

Μεγάλος σάλος προκλήθηκε από την ανακοίνωση της υπουργού παιδείας σχετικά με την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου. Διάφορα απομεινάρια κομμουνιστοσυμμοριτών, αναρχοάπλυτων και δογματικών ιδεολόγων, έσπευσαν με κακόβουλο τρόπο να στηλιτεύσουν το μήνυμα της ανακοίνωσης κατηγορώντας την ηγεσία του υπουργείου παιδείας για ιστορική άγνοια και ιδεολογική στρέβλωση. Κακώς! 

Η ανακοίνωση λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Σωστά κάνει λόγο για «δυνάμεις της βίας και του μίσους» γενικά και αόριστα. Έτσι κι αλλιώς καταδικάζουμε τη βία από όπου κι αν προέρχεται. Το να κάνουμε ευθεία αναφορά στον ναζισμό και τον φασισμό είναι εξόχως προβληματικό, αφού θα πρέπει στη συνέχεια να εξηγήσουμε πως το επίδικο ζήτημα είναι ο ολοκληρωτισμός και όπου υπάρχει ολοκληρωτισμός θα πρέπει να αναφέρουμε και τον κομμουνισμό. Έτσι, με αυτό τον ευφυή τρόπο η ανακοίνωση αποφεύγει να γίνει εμπαθής, αφού κάνει τη χάρη στους κομμουνιστικούς δεινόσαυρους να μην τους θίξει και αυτό είναι ένα θαυμάσιο δείγμα μεγαλοψυχίας, πολιτικού μεγαλείου και εθνικής ομοψυχίας. 

Σωστά, επίσης, κάνει λόγο για τις δυνάμεις του λαϊκισμού. Πρόκειται για μία πληγή του 21ου αιώνα της οποίας οι ρίζες βρίσκονται στον 20ό. Τώρα αν ο λαϊκισμός αφορά ένα συγκεκριμένο στυλ και όχι το περιεχόμενο της πολιτικής, αν σε αυτή την έννοια συμπεριλαμβάνουμε και τον Τσάβες και τον Σαλβίνι, αν πρόκειται για μία έννοια κατασκευασμένη από συγκεκριμένους φορείς με συγκεκριμένες στοχεύσεις, όλα αυτά είναι λεπτομέρειες που μόνο φανατικοί τις λαμβάνουν υπόψη τους. Επικροτούμε, λοιπόν, με άφατο ενθουσιασμό την ανακοίνωση του υπουργείου παιδείας και καταδικάζουμε όλους εκείνους τους στενόμυαλους που επιμένουν να μας λένε ότι η υπουργός παιδείας εξυπηρετεί ιδεολογικές κατασκευές που προέρχονται από την ελληνική ολιγαρχία και εδράζονται σε ιδεολογικά κατασκευάσματα του ελληνικού μετεμφυλιακού κράτους, γνωστού για τις δημοκρατικές του παραδόσεις. 

Φτάνει πια με την ξύλινη γλώσσα και τις αγκυλώσεις. Ας δούμε τα πράγματα ανοικτόμυαλα και δίχως τις παρωπίδες που μας οδηγούν στην αναπαραγωγή νεκρών σχημάτων.  Τώρα, αν κάποιος μας αντιτείνει πως η ανακοίνωση παραλείπει ορισμένα σημαντικά ιστορικά γεγονότα, δεν θα συμφωνήσουμε μαζί του. Θεωρούμε πως ο ρόλος της εθνικής αντίστασης στην Ελλάδα την περίοδο της κατοχής, η δράση του ΕΑΜ με το 1,5 εκατομμύρια μέλη, τα αίσχη του ναζιστικού στρατού και τα δεκάδες μικρά ή μεγάλα ολοκαυτώματα, η ήττα του χιτλερικού στρατεύματος στη Σοβιετική Ένωση είναι μόνο αμελητέα ιστορικά γεγονότα.

Έτσι κι αλλιώς όπως μας πληροφορεί ο Μπογδάνος πρέπει να επανεκτιμήσουμε τον ρόλο της κυβέρνησης Τσολάκογλου, πρέπει να ξαναδιαβάσουμε την ελληνική ιστορία όπως μας προτείνουν οι Μαραντζίδης και Καλύβας, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως οι ναζί ηττήθηκαν στη Νορμανδία ανεξάρτητα από το αν υπήρξαν 25 εκατομμύρια νεκροί στη Σοβιετική Ένωση και να ξεμπερδεύουμε με την ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς, όπως μας λένε συχνά πυκνά οι εξαίρετοι πολιτικοί και διανοούμενοι Βορίδης και Γεωργιάδης. Και θα τελειώσουμε αυτές τις σκέψεις αναφωνώντας διαπνεόμενοι από ιστορική αντικειμενικότητα «Ζήτω το έθνος!», «Ζήτω ο ΕΔΕΣ!», «Ζήτω οι γερμανονοτσολιάδες, οι δοσιλογικές κυβερνήσεις και τα τάγματα ασφαλείας!». Ζήτω!

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2019

Ο Σκάι και ο Ολοκληρωτισμός




του Βασίλη Λιόση


Ο ΣΚΑΪ είναι γνωστό ότι ειδικεύεται με ιδιαίτερο ζήλο στον αντικομμουνισμό και σε ό,τι πιο οπισθοδρομικό. Στο πλαίσιο αυτού του «ευγενούς» αγώνα του άνοιξε συζήτηση (στον ραδιοφωνικό σταθμό) με θέμα τον «ολοκληρωτισμό του 20ου αιώνα». Συντονιστής των συζητήσεων, ποιος άλλος, ο Πορτοσάλτε γνωστός για την αλλεργία του σε ό,τι παραπέμπει στις κομμουνιστικές ιδέες. Αναλυτές του φαινομένου του «ολοκληρωτισμού» οι Θάνος Βερέμης, Θανάσης Διαμαντόπουλος, Νίκος Μαραντζίδης, Χαράλαμπος Παπασωτηρίου και Ευάνθης Χατζηβασιλείου, οι περισσότεροι αν όχι όλοι συχνοί θαμώνες του σταθμού.

Οι αναλυτές με πολύ μεγάλη προχειρότητα σκέψης απεφάνθησαν:

  • Τα δημοψηφίσματα είναι επικίνδυνα για τη δημοκρατία γιατί εισάγουν το δίπολο του ΝΑΙ-ΟΧΙ (Διαμαντόπουλος).
  • Για την άνοδο του ναζισμού ούτε λίγο ούτε πολύ υπαίτιος ήταν ο γερμανικός λαός που τον ψήφισε (Διαμαντόπουλος).
  • Ο Χίτλερ εκμηδένισε την ανεργία (Διαμαντόπουλος).
  • Η ιδεολογική μήτρα του ναζισμού και του λενινισμού βρίσκεται στη βία των ανθρώπων (Διαμαντόπουλος).
  • Τα δύο καθεστώτα του κομμουνισμού και του φασισμού είχαν εκπληκτικά καλή σχέση με το ψέμα (Διαμαντόπουλος).
  • Είναι μύθος ότι οι ναζί στηρίχθηκαν από το μεγάλο κεφάλαιο (Χατζηβασιλείου).
  • Κομμουνισμός και φασισμός παρουσίασαν μεγάλες ομοιότητες στην οικονομία (Μαραντζίδης).


Η απάντηση τέτοιων αιτιάσεων όπως οι παραπάνω απαιτεί παράθεση πολλών στοιχείων. Ωστόσο, θα σταθούμε σε ορισμένα, κατά τη γνώμη μας, κομβικά σημεία έστω και κωδικοποιημένα.


Ας ξεκινήσουμε με το ερώτημα «ποιος βοήθησε τον Χίτλερ»;

  • Κατά τη διάρκεια της επαναστατικής περιόδου 1918-1923 το Γενικό Επιτελείο Στρατού θεωρούσε πως οι ναζί και όσοι βρίσκονταν πέριξ τους, αποτελούσαν μία χρήσιμη και αντίρροπη δύναμη απέναντι στο εργατικό κίνημα. Συγχρόνως η σκέψη για πραξικόπημα ήταν πάντα ζωντανή.
  • Οι βιομήχανοι παράλληλα επισήμαιναν την ανάγκη επιβολής δικτατορίας. Προμήνυμα για τι θα ακολουθούσε αποτέλεσε η κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης από την κυβέρνηση της Βαυαρίας.
  • Στη Γερμανία των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του 1920 εμφανίστηκαν και αναπτύχθηκαν ακροδεξιές οργανώσεις, οι οποίες χρηματοδοτήθηκαν από το κεφάλαιο.
  • Στο συλλαλητήριο του ναζιστικού κόμματος το 1929, στη Νυρεμβέργη μεταξύ άλλων συμμετείχε και ο μεγαλοβιομήχανος Ρουρ Έμιλ Κίρντορφ, αφεντικό του μεγάλου κονσόρτσιουμ της μεταλλουργίας Gelsenkirchen.
  • Στις 27 Ιανουαρίου του 1932, όπως και το 1929 σε συνάντηση που έλαβε χώρα στο Ντύσελντορφ, ο Χίτλερ ανέπτυξε το πρόγραμμά του σε τριακόσιους εκπροσώπους του μεγάλου χρηματιστικού-βιομηχανικού κεφαλαίου, υποσχόμενος να ξεριζώσει τον μαρξισμό από τη Γερμανία.
  • Το 1932 ο Χίτλερ διορίστηκε στη θέση του καγκελάριου το 1932, ενώ δεν είχε κερδίσει τις εκλογές.
  • Τον Φεβρουάριο του 1933 ο Χίτλερ εγκαινίασε μία έκθεση αυτοκινήτων στο Βερολίνο όπου εξήγγειλε ένα πρόγραμμα κατασκευής αυτοκινητόδρομων και μείωσης φόρων προκειμένου να βοηθηθούν οι αυτοκινητοβιομηχανίες. Ο Χίτλερ «έκλεινε το μάτι» στο μεγάλο κεφάλαιο, δηλώνοντάς τους πως «εγώ είμαι ο άνθρωπός σας». Το μεγάλο κεφάλαιο ανταποκρίθηκε στο «κλείσιμο του ματιού» με την πλουσιοπάροχη στήριξή του.
  • Τις πρώτες ημέρες του Ιανουαρίου του 1933 στην Κολωνία στο σπίτι του τραπεζίτη Σρέντερ, πραγματοποιείται συνάντηση όπου πρωτοκλασάτοι Γερμανοί αστοί (Φέγκλερ, Κίρντορφ, Τίσεν, Σρέντερ) συνομίλησαν με τον Πάπεν, τον Χούγκεμπεργκ και τον Χίτλερ. Το πρόβλημα της παράδοσης της εξουσίας λύθηκε με την απόφαση αυτή να δοθεί στους ναζί.

Όλα αυτά πριν την αναρρίχηση των ναζί στην εξουσία. Κατόπιν της αναρρίχησής τους οι μπίζνες ανάμεσα στον ναζισμό και στο μεγάλο κεφάλαιο ήταν τεραστίων διαστάσεων.


Ας συνεχίσουμε με το ερώτημα «Ο Χίτλερ μηδένισε την ανεργία;»

Τα στοιχεία που υπάρχουν δείχνουν πως τα στατιστικά στοιχεία στη ναζιστική Γερμανία μαγειρεύονταν ποικιλοτρόπως και αυτό που είχε δημιουργηθεί ήταν μία ψευδής εικόνα. Συγκεκριμένα: πρώτο, μέσω της χορήγησης δανείων γάμου σε ζευγάρια που επρόκειτο να παντρευτούν, οι γυναίκες υποχρεώνονταν να αποσυρθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα από την αγορά εργασίας, με αποτέλεσμα να μην υπολογίζονται στη λίστα των ανέργων. Δεύτερο, μέσω των πιέσεων για εγγραφή των εργαζομένων στην «Υπηρεσία Εθελοντικής Εργασίας». Συχνά άνεργοι εργάτες υποχρεώνονταν να επιλέξουν αγροτικές δουλειές, διαφορετικά έχαναν τα επιδόματα που λάμβαναν μέχρι εκείνη τη στιγμή. Σε πολλές περιπτώσεις οι αμοιβές αυτών των εργατών ήταν χαμηλότερες από τα επιδόματα. Τρίτο, μέσω της διασταλτικής έννοιας της εργασίας, αφού ως εργαζόμενοι λογίζονταν άνθρωποι που ως μέλη της οικογένειας βοηθούσαν χωρίς αμοιβή στις αγροτικές εργασίες. Επιπλέον, η «εθελοντική» εργασία ήταν άμισθη εργασία συνδεδεμένη με την Πρόνοια και βρισκόταν εκτός του νομικού πλαισίου που όριζε τις εργασιακές σχέσεις. Τέταρτο, με την καθιέρωση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας τον Μάιο του 1935.

Με βάση όλα αυτά υπολογίζεται πως στη Γερμανία εκείνης της εποχής υπήρχαν τουλάχιστον 1,5 εκατομμύριο «αόρατοι» άνεργοι με αποτέλεσμα τα λιγότερα από δύο εκατομμύρια ανέργων που υπολόγιζαν οι στατιστικές των ναζί, έφταναν στην πραγματικότητα κοντά στα τέσσερα εκατομμύρια. Οι ναζί ισχυρίζονταν πως σε διάστημα δύο ετών είχαν απορροφήσει 8 εκατομμύρια ανέργους. Όμως, το 70% περίπου των θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν από το καθεστώς ήταν στο πλαίσιο των δημόσιων έργων και το εργατικό δυναμικό που απασχολείτο σε αυτό ήταν στη βάση της «εθελοντικής» εργασίας. Μάλιστα, οι συνθήκες εργασίας στους αυτοκινητόδρομους ήταν τόσο σκληρές, οι μερίδες του συσσιτίου τόσο μικρές, οι ώρες απασχόλησης τόσο πολλές, που συχνά σημειώνονταν στασιασμοί και απεργίες. Οι πιο «ανήσυχοι» στάλθηκαν στο Νταχάου για «επανεκπαίδευση», προκειμένου να παραδειγματιστούν όσοι έμεναν πίσω.

Η κοινωνική πρόνοια των ναζί όχι μόνο ήταν κίβδηλη αλλά επιτελούσε ένα πολιτικό και ιδεολογικό ρόλο. Μέσω των γραφείων Πρόνοιας συλλέγονταν πληροφορίες για εκατομμύρια πολίτες, οι οποίοι στη συνέχεια κατηγοριοποιούνταν. Έτσι, δημιουργείτο η κατηγορία των αντικοινωνικών μέσω μιας φυλετικής και κοινωνικής διύλισης. Οι ναζί αποκαλούσαν αυτή την κοινωνική κατηγορία ως απόβλητα και η κατάληξη των αποβλήτων ήταν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και η φυσική εξόντωση. Εν τέλει, υπήρξε μία μείωση της ανεργίας, αφού υπολογίζεται πως στη Γερμανία του 1933 υπήρχαν 6 εκατομμύρια άνεργοι, αλλά σε κάθε περίπτωση η μείωση απείχε πολύ από τα χαλκευμένα στοιχεία που παρουσίαζε το ναζιστικό καθεστώς.


Τρίτο ερώτημα: υπήρχαν ομοιότητες στην οικονομία ανάμεσα σε κομμουνισμό και φασισμό;

Το απόφθεγμα περί ομοιοτήτων αποτελεί μία μεγάλη ιδεολογική και πολιτική απάτη και μάλιστα συνειδητή. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που μας λένε βλακωδώς ότι η Ελλάδα είναι η τελευταία σοβιετική δημοκρατία. Η διαπίστωση περί πολλών μεγάλων ομοιοτήτων στην οικονομία ανάμεσα στον κομμουνισμό και στον φασισμό εμπεριέχει μεθοδολογικά και επιστημονικά λάθη και ταυτόχρονα μπόλικη πώρωση (αυτό το τελευταίο το λέμε και ταξικό μίσος).

Στην περίπτωση του επιστημονικού και μεθοδολογικού λάθους οι βαθυστόχαστοι αναλυτές δεν απαντάνε σε μερικά βασικά ερωτήματα και ούτε και τους τα θέτει κάποιος στις στημένες συζητήσεις τους:

α) Από πού τεκμαίρεται η υπεροχή του κρατικού τομέα στην οικονομία την περίοδο της ναζιστικής εξουσίας;

β) Η μεγάλη συμμετοχή του κρατικού τομέα συνιστά σοσιαλισμό; Αν ναι, θα πρέπει να καταλήξουμε στο απίθανο συμπέρασμα πως η Ευρώπη μεταπολεμικά ήταν καθολικά σοσιαλιστική, αφού είχε επικρατήσει το διαχειριστικό μοντέλο του κεϋνσιανισμού και των κρατικοποιήσεων. Ανάμεσα στις σοσιαλιστικές χώρες θα πρέπει να συμπεριλάβουμε την Ιταλία, τη Γερμανία, τη Σουηδία κ.ά.

γ) Το κυριότερο, όμως, που δεν μας λένε και επιμελώς το ξεχνάνε είναι τούτο: υπήρχε ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες; Από την άλλη στη ναζιστική Γερμανία η οικονομία ήταν ή όχι καπιταλιστική;


*  *  *  *


Η θεωρία του ολοκληρωτισμού, οικοδομημένη στα πιο αντιδραστικά think tank δεν είναι απόρροια κάποιων δημοκρατικών ευαισθησιών. Δεν στοχεύει στο πλάτεμα της δημοκρατίας και σε μία αντικειμενική ιστορική ανάλυση. Δεν υπάρχει καμία αντικειμενικότητα όταν τα ιστορικά στοιχεία κατακρεουργούνται για να μην πούμε ότι αποκρύπτονται επιμελώς. Η θεωρία του ολοκληρωτισμού δεν είναι αντιφασιστική. Άλλωστε ο καθηγητής Διαμαντόπουλος δεν θέλει τα δημοψηφίσματα που τα θεωρεί στοιχείο του ολοκληρωτισμού. Είναι θεωρία αντικομμουνιστική. Θεωρία που εξισώνει τις δυο ιδεολογίες και τα δύο συστήματα δεν λαμβάνει υπόψη τα αίτια γέννησής τους, το γεγονός ότι διαφοροποιούνται δραματικά στην κοινωνική τους στόχευση, στο ότι ο σοσιαλισμός προκύπτει ως προϊόν κοινωνικής επανάστασης, στο ότι ο κομμουνισμός δεν είναι εθνικιστικός, ρατσιστικός και μισάνθρωπος σε αντίθεση με τον ναζισμό, στο ότι ο ναζισμός γεννήθηκε στο έδαφος του καπιταλισμού, στο ότι οι νεοναζί σε όλο τον κόσμο προκύπτουν από τη σαπίλα του καπιταλισμού και με πολιτική και οικονομική στήριξη του κεφαλαίου. Και βεβαίως βεβαίως δεν λαμβάνει υπόψη το πώς νικήθηκε ο ναζισμός. Αν δεν υπήρχε Σοβιετική Ένωση, κύριοι ανιστόρητοι και άθλιοι αντικομμουνιστές, το πιθανότερο είναι η Ευρώπη να ήταν υπό ναζιστική κατοχή στο σύνολό της. Ας μην ξεχνάμε πως η Γαλλία παραδόθηκε στη Γερμανία σε μία εβδομάδα. Η ταύτιση κομμουνισμού φασισμού είναι ύβρις απέναντι στα 25 εκατομμύρια νεκρών σοβιετικών πολιτών. Οι Έλληνες απολογητές διανοούμενοι, αν υποθέσουμε ότι είναι  τέτοιοι (αναφερόμαστε στο διανοούμενοι και όχι στο απολογητές), δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να αναμασάνε τη Χάνα Άρεντ, τον Άρθουρ Κέστλερ και άλλους πατενταρισμένους αντικομμουνιστές με πολλούς εξ αυτών να είναι επαγγελματίες αντικομμουνιστές με την πραγματική έννοια του όρου. Επομένως, δεν έχουν και καμία πρωτοτυπία στη σκέψη τους. Απλώς μηρυκάζουν τα έτοιμα. Πάντως, σε περίπτωση που δεν είναι εις γνώση τους, τους γνωστοποιούμε την «περίφημη» ρήση ενός κορυφαίου αντικομμουνιστή, του Ερνστ Νόλτε με βάση την οποία «Η ιστορικογενετική εκδοχή της θεωρίας του ολοκληρωτισμού είναι συνεπώς ένα ανεξάρτητο Παράδειγμα, και είναι ξεκάθαρο, ότι αυτή προσεγγίζει τόσο τον κομμουνισμό όσο και τον εθνικοσοσιαλισμό περισσότερο βαθιά απ’ ό,τι η στρουκτουροαναλυτική εκδοχή, αφού λαμβάνει υπόψη αυτό που είναι κοινό και των δυο κινημάτων και καθεστώτων, δηλαδή την αυτοαντίληψή τους ως “δράση” και ως “αντίδραση”. Τίποτα δεν προκύπτει απ’ αυτή επιτακτικότερα από τη θέση, ότι το “Γκουλάγκ” ήταν πρωταρχικότερο από το “Άουσβιτς”». Με άλλα λόγια κατά τους θεωρητικούς του ολοκληρωτισμού ο κομμουνισμός ήταν ο προθάλαμος του φασισμού. Και εις ανώτερα…


Υ.Γ.1: Οι κύριοι καθηγητές που με τόσο στόμφο, ένταση και ζήλο καταφέρονται ενάντια στον κρατισμό, είναι αυτοί που πληρώνονται από το κράτος για να χύνουν στα φοιτητικά αμφιθέατρα και στα Μέσα Ενημέρωσης ανενόχλητοι το αντικομμουνιστικό τους δηλητήριο. Δηλαδή, τους πληρώνουμε όλοι εμείς για να επιδοθούν στο «θεάρεστο» έργο τους. Έτσι για να μην ξεχνιόμαστε.


Υ.Γ.2: Θα προτείναμε στον ΣΚΑΪ στην επόμενη συζήτηση να προσκαλέσει και την άλλη άποψη. Διαφορετικά αν όλοι ομονοούν μπορεί ο σταθμός και ο Πορτοσάλτε να κατηγορηθούν για ολοκληρωτισμό…

Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Φασισμός και Κομμουνιστική Διεθνής


Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα κεφάλαιο από το βιβλίο Τα κοινωνικοπολιτικά μέτωπα στην Τρίτη Κομμουνιστική Διεθνή του Βασίλη Λιόση. Αφορά στη συζήτηση που έγινε στο 4ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς σχετικά με το ζήτημα του φασισμού. Στην πραγματικότητα είναι το πρώτο συνέδριο που το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται τον επερχόμενο κίνδυνο. Οι προβληματισμοί είναι ακόμη κάπως "άγουροι", αλλά ήδη φαίνονται οι διαφορετικές προσεγγίσεις.   


Γ2.5 Για το φασισμό                                                                                               


Στο 3ο συνέδριο της ΚΔ το ζήτημα του φασισμού δεν αποτέλεσε θέμα συζήτησης και προβληματισμού. Οι αναφορές ήταν ελάχιστες[i]. Αυτό δείχνει πως ακόμη δεν είχε συνειδητοποιηθεί το μέγεθος και το βάθος του προβλήματος. Στο 4ο συνέδριο, όμως, γίνεται ένα σημαντικό βήμα, αφού υπάρχουν και σχετικές παρεμβάσεις και σχετικές αποφάσεις.

Γ2.5.1 Οι Arditi del Popolo και η Κομμουνιστική Διεθνής

Πριν από τη διεξαγωγή του 4ου συνεδρίου και συγκεκριμένα στα τέλη Ιανουαρίου του 1922 δίνεται ήδη μια κατεύθυνση από την ΚΔ για την αντιμετώπιση του φασιστικού κινδύνου. Αφορμή αποτέλεσε η Ιταλία και το κίνημα των ADP[ii] (Arditi del Popolo/ στρατιωτικές μονάδες κρούσης του λαού). Οι ADP υπήρξαν το πρώτο αντιφασιστικό κίνημα όχι μόνο για την Ιταλία, αλλά για όλη την Ευρώπη. Στο πρώτο τους μανιφέστο αυτοπροσδιορίζονται ως αναρχικοί[iii], αλλά με βάση μια σχετική ιστορική μελέτη στην πλειονότητά τους προσδιόριζαν τους εαυτούς τους ως κομμουνιστές[iv]. Στις γραμμές τους συμμετείχαν κατά βάση εργάτες και ιδιαίτερα  σιδηροδρομικοί[v]. Επίσης να σημειώσουμε πως σε ένα κείμενο του Γκράμσι αναφέρεται πως «οι σοσιαλιστές (ίσως ακόμη και η πιο δεξιά πτέρυγα) συμμετείχαν στη δημιουργία του πρώτου πυρήνα των Arditi del Popolo. Είναι, ωστόσο, βέβαιο ότι η εξάπλωση της πρωτοβουλίας με ταχύτητα φωτός δεν ήταν αποτέλεσμα ενός γενικού σχεδίου που εκπονήθηκε από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, αλλά ήταν απλώς αποτέλεσμα της γενικευμένης πνευματικής κατάστασης στη χώρα – της επιθυμίας ένοπλης εξέγερσης που υποβόσκει μεταξύ των πλατιών μαζών […]»[vi].

Οι ADP παρουσίασαν μιαν αξιοπρόσεκτη αντιφασιστική δράση, μαζικοποιήθηκαν, συγκρούστηκαν με τις φασιστικές δυνάμεις και δημιούργησαν προβληματισμό στα μέλη τόσο του Σοσιαλιστικού όσο και του Κομμουνιστικού Κόμματος, σχετικά με τη συμπόρευση που απαιτούνταν μπροστά στο φασιστικό κίνδυνο. Όσον αφορά στο Κομμουνιστικό Κόμμα, υπεύθυνος για τη σεχταριστική στάση του απέναντι στους ADP ήταν ο Μπορντίγκα[vii], ενώ ο Γκράμσι βρισκόταν στον αντίποδα των απόψεων Μπορντίγκα[viii]. Η μη επιδίωξη συμπόρευσης των κομμουνιστών με τους ADP προκάλεσε την κριτική της ΚΔ. Σε γράμμα της ΚΔ που πιθανολογείται ότι γράφτηκε από τον Μπουχάριν επισημαίνονται τα εξής: «Πού ήταν οι μάχιμοι ηγέτες των εργατικών μαζών; Ήταν μήπως απασχολημένοι να εξετάζουν το κίνημα με μεγεθυντικό φακό για να δουν αν είναι επαρκώς μαρξιστικό και ευθυγραμμίζεται με το πρόγραμμά τους; Δεν το πιστεύουμε. Αντίθετα – μας φαίνεται ότι τη δεδομένη στιγμή το νεαρό μας PCI (σ.σ.  Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας) ήταν τόσο αδύναμο για να κυριαρχήσει σε εκείνο το αυθόρμητο κίνημα. Η αμφιβολία προκύπτει καθώς η σχολαστική και σχηματική αντίληψη του κόμματος για τους Arditi del Popolo ήταν η αιτία αυτής της αδυναμίας. Το PCI έπρεπε αμέσως και ενεργητικά να προσχωρήσει στο κίνημα των Arditi, συμμαχώντας με τους εργάτες για να μετατρέψει τα μικροαστικά στοιχεία σε συμπαθούντες του. Οι τυχοδιώκτες έπρεπε να καταγγελθούν και να μετακινηθούν από τις ηγετικές τους θέσεις και άτομα άξια εμπιστοσύνης έπρεπε να τοποθετηθούν επικεφαλής του κινήματος. Το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι η καρδιά και ο εγκέφαλος της εργατικής τάξης και δεν υπάρχει κίνημα στο οποίο οι εργατικές μάζες συμμετέχουν και που το κόμμα να το θεωρεί καθυστερημένο και χωρίς καθαρότητα. Για το κίνημά μας είναι πιο ωφέλιμο να κάνουμε λάθη μέσα στις μάζες παρά μακριά από αυτές, απομονωμένοι σε ένα κλειστό κύκλο κομματικών ηγετών που κηρύσσουν την καθαρότητα των αρχών τους»[ix] (οι υπογραμμίσεις δικές μας).

Το παραπάνω γράμμα περιγράφει επιτυχώς τον τρόπο που πρέπει να υλοποιηθεί το ΕΜ στις συνθήκες ανόδου του φασισμού. Στο 4ο συνέδριο αυτό το ενιαιομετωπικό πνεύμα παραμένει όπως θα δούμε λίγο παρακάτω. Ωστόσο, οι αναλύσεις απέχουν ακόμη από το να θεωρηθούν ως μια συγκροτημένη απόπειρα προκειμένου να απαντηθούν με ολοκληρωμένο τρόπο ερωτήματα όπως: τι είναι ο φασισμός, ποια η κοινωνική του βάση, ποιες οι βασικές ιδεολογικές και πολιτικές αρχές του, τι σχέση έχει με την αστική δημοκρατία, γιατί εμφανίστηκε και δυνάμωσε ενώ ήταν μια μάλλον περιθωριακή δύναμη, πώς πρέπει να απαντήσει το κομμουνιστικό κίνημα κ.λπ.

        Στο συνέδριο οι αντιπρόσωποι που κυρίως ασχολήθηκαν με την ανάλυση του φασισμού ήταν ο Ζηνόβιεφ, ο Ράντεκ και ο Μπορντίγκα.



Γ2.5.2 Η τοποθέτηση Ζηνόβιεφ για το φασισμό

Ο Ζηνόβιεφ δείχνει να κατανοεί την κρισιμότητα του ζητήματος: «Τι σημαίνουν τα γεγονότα στην Ιταλία; Δεν είναι αυτό ένα άνευ προηγουμένου χτύπημα στην αστική δημοκρατία; Δεν ήταν η Ιταλία μια από τις χώρες που απολάμβαναν την ευλογημένη αστική δημοκρατία; Βεβαίως, η Ιταλία ήταν μια τέτοια χώρα. Η φασιστική επίθεση δεν ήταν μόνο ένα χτύπημα ενάντια στη μοναρχία, αλλά ενάντια στην αστική δημοκρατία. Ο Ιταλός μονάρχης απώλεσε την αίγλη του, αφού παραμερίστηκε πολιτικά από τους φασίστες και αυτό συνέβη σε ολόκληρο το σύστημα της αστικής δημοκρατίας. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι αυτό που συνέβη στην Ιταλία δεν ήταν ένα τοπικό γεγονός. Αναπόφευκτα, θα βιώσουμε παρόμοιες εξελίξεις σε άλλες χώρες, ίσως με άλλη μορφή. Αν οι φασίστες στην Ιταλία κρατήσουν τις δυνάμεις τους –και αυτό είναι πιθανό για την ερχόμενη περίοδο– είναι μάλλον βέβαιο ότι παρόμοια φαινόμενα θα εμφανιστούν πιθανώς στη Γερμανία και ίσως σε όλη την κεντρική Ευρώπη. Ο θρίαμβος της κυβέρνησης Στάινς στη Γερμανία μπορεί να διαφέρει από αυτό που βλέπουμε στην Ιταλία, αλλά μπορεί να εξελιχθεί σε κάτι εντελώς παρεμφερές σε περιεχόμενο […]»[x] (οι υπογραμμίσεις δικές μας).

        Όμως, ενώ κατανοεί πως έρχονται δύσκολες εποχές, παράλληλα δείχνει και μια υπέρμετρη αισιοδοξία όταν διαπιστώνει ότι: «[…] Είναι ίσως αναπόφευκτες οι φασιστικές στροφές αυτού του τύπου στην Κεντρική Ευρώπη οι οποίες θα σημάνουν την έναρξη μιας περιόδου παρανομίας για το κόμμα μας. Λίγους μήνες νωρίτερα η ΕΕ προειδοποίησε μια σειρά από σημαντικά κόμματα μέσω κάποιων ειδικά επιφορτισμένων συντρόφων προκειμένου να προετοιμαστούν για μια περίοδο παρανομίας, παρόμοια με της Ιταλίας […] Αυτό που βλέπουμε στην Ιταλία είναι μια αντεπαναστατική δραστηριότητα, αλλά από ιστορικής άποψης σηματοδοτεί την όξυνση της κατάστασης και την ωρίμαση της προλεταριακής επανάστασης σε αυτήν τη χώρα […]»[xi].

        Ο Ζηνόβιεφ περιγράφει έστω και σε αδρές γραμμές το καθήκον των κομμουνιστών μπροστά στο φασιστικό κίνδυνο: «[…] Σε μια εποχή που οι φασίστες ηγούνται των σωματείων ή ιδρύουν νέα, ποιο είναι το καθήκον μας; Πρέπει να πάμε βεβαίως στα φασιστικά συνδικάτα και να τα κερδίσουμε […]»[xii].

        Πάντως, όσον αφορά στην κοινωνική βάση του φασισμού ο Ζηνόβιεφ διαπράττει λάθος όταν εκτιμά πως «Οι φασίστες είναι πρώτιστα ένα όπλο στα χέρια των αγροτιστών. Η βιομηχανική και εμπορική αστική τάξη παρακολουθεί, κατατρομοκρατημένη, αυτήν την εμπειρία της αντίδρασης…»[xiii].



Γ2.5.3 Η τοποθέτηση Ράντεκ για το φασισμό

Ο Ράντεκ  από την πλευρά του βάζει τις βάσεις για ένα σωστό ορισμό του φασισμού, όταν λέει πως «[…] Εάν διαβάσεις το φορολογικό πρόγραμμα του Μουσολίνι, το οικονομικό και πολιτικό πλάνο, θα δεις ότι οι δυνάμεις που δρουν στη Γερμανία και αποτυπώνονται στο πρόσωπο του αντιπροσώπου της βαριάς βιομηχανίας (Στάινς) είναι ίδιες με αυτές της Ιταλίας […]»[xiv].

Επίσης, αντιλαμβάνεται και αυτός με τη σειρά του ότι ο φασισμός δεν είναι απλώς ακόμη μια μορφή αστικής τρομοκρατίας και προχωρά σε μια ανάλυση της κοινωνικής του βάσης: «[…] η νίκη του φασισμού είναι αποτέλεσμα της παρούσας πνευματικής και πολιτικής χρεοκοπίας του ιταλικού σοσιαλισμού και συνολικά του εργατικού ιταλικού κινήματος. Οι φασίστες αντιπροσωπεύουν την αντεπανάσταση των αστών. για αυτό δεν απαιτείται άλλη απόδειξη […] εμείς πρέπει να αναρωτηθούμε αν ο Μουσολίνι είναι κοινωνικά και πολιτικά ισοδύναμος με το Στάινς ή τον Μπόναρ Λάου ή αν αντιπροσωπεύει κάτι διαφορετικό. Εγώ πιστεύω ότι ο Μουσολίνι είναι κάτι διαφορετικό παρόλο που το πρόγραμμά του είναι ίδιο με του Μπόναρ Λάου και του Στάινς […]

»Ας θυμηθούμε ποιοι είναι οι φασίστες και από πού προήλθαν. Από τον πόλεμο επέστρεψαν τα χαμηλότερα αστικά στρώματα – οι διανοούμενοι, οι φαρμακοποιοί, οι δάσκαλοι, οι κτηνίατροι κ.ο.κ, όλοι αυτοί έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον πόλεμο (οι διανοούμενοι έχουν παίξει πολύ σημαντικότερο ρόλο στην Ιταλία απ’ ό,τι στις άλλες χώρες. Μόνο να θυμηθούμε ότι προπολεμικά το αδελφό σε εμάς ιταλικό κόμμα συμπεριελάμβανε περίπου 70 πανεπιστημιακούς καθηγητές. αυτό δείχνει την ευρύτητα του στρώματος των διανοουμένων). Επέστρεψαν από τον πόλεμο όντας εθνικιστές, αποκαρδιωμένοι καθώς η Ιταλία παρά τη νίκη της δεν μπόρεσε να υλοποιήσει το πρόγραμμα των εθνικιστών»[xv] και «[…] Οι φασίστες αντιπροσωπεύουν τους μικροαστούς οι οποίοι έχουν έλθει στην εξουσία με την υποστήριξη των αστών και τώρα θα πρέπει να φέρουν εις πέρας όχι το πρόγραμμα του μικροαστισμού αλλά του καπιταλισμού. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αυτή η μεγαλειώδης αντεπανάσταση είναι ταυτόχρονα η πιο αδύναμη των ευρωπαϊκών αντεπαναστατικών δυνάμεων. Ο Μουσολίνι καταφθάνει με το μεγάλο τρένο του με τη στήριξη των μικροαστών διανοούμενων […]»[xvi].

Για το Ράντεκ η στάση του σοσιαλιστικού κόμματος στην Ιταλία αποτέλεσε παράγοντα ανέλιξης των φασιστών: «[…] η ανικανότητα του σοσιαλιστικού κόμματος να καθοδηγήσει τις μάζες στον αγώνα γέννησε το φασισμό. Όταν οι εργάτες κατέλαβαν τα εργοστάσια, η ιταλική μπουρζουαζία ήταν τόσο ανίσχυρη ώστε ο Τζιολίτι, η αλεπού από το Κούνεο, είπε πως δεν μπορεί να στείλει στρατιώτες στα εργοστάσια καθώς αυτό θα οδηγούσε στη δική του ήττα στους δρόμους. Παρόλα αυτά με τη βοήθεια των Ιταλών ρεφορμιστών οι εργάτες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα εργοστάσια. Σε αυτό το σημείο η ιταλική μπουρζουαζία σταμάτησε να φοβάται και πέρασε στην αντεπίθεση»[xvii].            

Ο Ράντεκ θέτει με σαφήνεια το ζήτημα αντιμετώπισης του φασισμού, ουσιαστικά απαντώντας στις σεχταριστικές απόψεις: «Και η ίδια η δύναμη του φασισμού αποτελεί την αφορμή για την καταστροφή του. Καθώς είναι ένα ευρύ μικροαστικό κόμμα, μπόρεσε να μας πολεμήσει σε πλατύ μέτωπο και να προκαλέσει ενθουσιασμό. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο όμως, δε θα μπορέσει να φέρει εις πέρας τις πολιτικές του ιταλικού καπιταλισμού δίχως να προκαλέσει αντιδράσεις στις γραμμές του. Λίγα χρόνια πριν ο σύντροφος Σεράτι διαμαρτυρήθηκε ενάντια στο αγροτικό μας πρόγραμμα. Τώρα όμως η ανασύσταση του ιταλικού κόμματος εξαρτάται από το εάν μπορούμε να οργανώσουμε τους αγρότες ενάντια στο φασισμό. Αν οι Ιταλοί κομμουνιστές φίλοι μας θέλουν να έχουν ένα μικρό αγνό κόμμα πρέπει να τους πω ειλικρινά πως ένα μικρό αγνό κόμμα μπορεί εύκολα να εγκατασταθεί στη φυλακή. Εκεί μπορεί να καλλιεργήσει το πνεύμα του σε ένα αγνό περιβάλλον. Εάν όμως το ιταλικό κόμμα θέλει να γίνει δυνατό θα πρέπει να κινητοποιήσει τις προλεταριακές και μικροαστικές μάζες ενάντια στο φασισμό. Οι θεωρητικές αποφάσεις για ΕΜ και οι σκέψεις πάνω στο φασισμό δεν είναι αρκετές. Ναι, ακόμη και ο ηρωισμός από ένα μικρό κομμάτι κομμουνιστών δεν είναι αρκετός. Εμείς θα πρέπει να είμαστε η κραυγή των μαζών για απελευθέρωση»[xviii] (η υπογράμμιση δική μας). 



 Γ2.5.4 Η τοποθέτηση Μπορντίγκα για το φασισμό

Ο Μπορντίγκα αναλύει με μια διαφορετική λογική το φασισμό σε σχέση με τους Ζηνόβιεφ και Ράντεκ, παρά το γεγονός ότι κάποιες από τις παρατηρήσεις του δεν είναι λανθασμένες. Όσον αφορά στην κοινωνική του βάση επισημαίνει: «[…] Ο φασισμός βασίστηκε στη γενικότερη κατάσταση. τη σταθερά αυξανόμενη δυσαρέσκεια όλων των μικροαστικών στρωμάτων, των μικρών εμπόρων, των μικροϊδιοκτητών γης, των απολυμένων στρατιωτών και των πρώην αξιωματικών οι οποίοι έπειτα από το ρόλο που έπαιξαν στον πόλεμο ένιωθαν απογοητευμένοι με την παρούσα κατάστασή τους. Όλα αυτά τα στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν, οργανώθηκαν και σχηματοποιήθηκαν ως συστατικά στοιχεία του φασισμού […]»[xix].

Υποστηρίζει ότι ο φασισμός έχει τρεις πυλώνες: την αστική τάξη, τα μεσαία στρώματα και το κράτος[xx]. Εξηγεί, ακόμη, με ποιο μηχανισμό και για ποιο λόγο η αστική τάξη στράφηκε προς τα μεσαία στρώματα: «Προκειμένου να δημιουργηθεί μια παράνομη αντιδραστική οργάνωση δίπλα στο κράτος, οι δυνάμεις που πρέπει να στρατολογηθούν είναι διαφορετικές από αυτές που θα έβρισκε η υψηλή άρχουσα τάξη στο δικό της κοινωνικό περίγυρο. Αυτό επιτεύχθηκε με τη στροφή στα συμφέροντα της μεσαίας τάξης προκειμένου να την κερδίσουν. Αυτός είναι ο στόχος του φασισμού και πρέπει να παραδεχτούμε ότι επετεύχθη […] Στρατολόγησε δυνάμεις από τα στρώματα τα οποία είναι κοντά στο προλεταριάτο ανάμεσα σε αυτούς τους δυσαρεστημένους από τον πόλεμο, τους μικροαστούς, τους αστούς μεσαίου επιπέδου, εμπόρους, και πάνω από όλα τους νέους αστούς διανοούμενους. Συμπαρασυρόμενοι με το φασισμό όλοι αυτοί, βρήκαν ξανά την ενέργεια να ανυψωθούν ηθικά και να ενδυθούν το μανδύα της καταπολέμησης του προλεταριακού κινήματος, προβάλλοντας έναν υπέρμετρο πατριωτισμό για τα συμφέροντα του ιταλικού ιμπεριαλισμού. Αυτά τα στρώματα παρείχαν στο φασισμό σημαντικό αριθμό υποστηρικτών και τον βοήθησαν να οργανωθεί στρατιωτικά […]»[xxi].[1]

        Επίσης, απαντά στο Ζηνόβιεφ όταν λέει πως «[…] Είναι λάθος να συμπεράνουμε ότι ο φασισμός είναι κίνημα των αγροτιστών. Στην πραγματικότητα είναι ένα μεγάλο και ενιαίο κίνημα της άρχουσας τάξης ικανό να μετατρέψει σε πλεονέκτημά του όλα τα επιμέρους τοπικά συμφέροντα διαφόρων ομάδων αγροτιστών  και βιομηχάνων […] »[xxii].

Η διαφοροποίηση του Μπορντίγκα σε σχέση με την άποψη του Ζηνόβιεφ και του Ράντεκ, εμφανίζεται όταν διαπιστώνει πως «Η ανάλυσή μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο φασισμός δεν έχει προσθέσει τίποτα στην παραδοσιακή ιδεολογία και στο πρόγραμμα της αστικής πολιτικής»[xxiii]. Κι ακόμη: «Ο φασισμός δεν είναι ένα ρεύμα της αστικής δεξιάς με βάση στην αριστοκρατία, τον κλήρο, τους υψηλά ιστάμενους στρατιωτικούς και πολιτικούς αξιωματούχους που επιδιώκουν να αντικαταστήσουν τη δημοκρατία μιας αστικής κυβέρνησης και τη συνταγματική μοναρχία με το μοναρχικό δεσποτισμό. Ο φασισμός ενσωματώνει τον αντεπαναστατικό αγώνα όλων των σύμμαχων αστικών δυνάμεων και για αυτό το λόγο σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούται απαραιτήτως να καταστρέψει τους δημ0κρατικούς θεσμούς […]»[xxiv].

Έτσι, ο φασισμός για τον Μπορντίγκα δεν αποτελεί μιαν ιδιαίτερη πολιτική κατάσταση. Ούτε λίγο ούτε πολύ δεν είναι παρά άλλη μια παραλλαγή της αστικής διαχείρισης. Και όχι μόνο αυτό. Ο φασισμός δε βάζει καν ως στόχο την κατάργηση της αστικής δημοκρατίας! Οι επιπτώσεις μιας τέτοιας θεώρησης είναι τόσο φανερές όσο και καταστρεπτικές. Ο φασισμός αν δεν είναι κάτι ιδιαίτερο, δεν απαιτεί και ιδιαίτερη πολιτική αντιμετώπιση. Δε συνδέεται με κανένα ΕΜ, δε χρειάζονται κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες για την αντιμετώπισή του. Προφανώς μια τέτοια αντίληψη δεν έχει καμία σχέση με την πολιτική που ΕΜ και την πολιτική που θεσπίστηκε από την ΚΔ στο 7ο συνέδριό της όπως θα δούμε στο σχετικό κεφάλαιο. Πολύ περισσότερο δεν έχει σχέση με το λενινισμό και το διαλεκτικό τρόπο σκέψης.



Γ2.5.5 Το συνέδριο για το φασισμό

Στις Θέσεις για την τακτική της ΚΔ εκτιμάται ότι «Η επιθετική πολιτική της μπουρζουαζίας εναντίον του προλεταριάτου, όπως αυτή εκδηλώνεται με τον πιο ολοφάνερο τρόπο στο διεθνή φασισμό, βρίσκεται σε στενότατη σχέση με την επίθεση του κεφαλαίου στο οικονομικό επίπεδο»[xxv]. Ως αιτία εμφάνισης του φασισμού το ντοκουμέντο διαπιστώνει πως η αυξανόμενη εξαθλίωση του προλεταριάτου αλλά και των μεσαίων στρωμάτων επιταχύνει την επαναστατικοποίησή τους και για αυτό είναι απαραίτητη (για τους αστούς) η εγκαθίδρυση μιας λευκής τρομοκρατίας για την επιβολή της πολιτικής του κεφαλαίου[xxvi]. Θεωρούμε πως αυτή η εκτίμηση είναι κάπως πρόχειρη, αφού βλέπει μια ευθεία αντιστοίχηση ανάμεσα στην εξαθλίωση και την επαναστατικοποίηση των μαζών, ενώ παράλληλα η εμφάνιση του φασισμού δεν είχε ως μόνη αιτία την επιβολή της τρομοκρατίας στις μάζες, αλλά σχετιζόταν και με ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις στο διεθνές προσκήνιο.

        Στο ίδιο κείμενο εντοπίζεται το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ιταλικού φασισμού που είναι η επιδίωξή του να αποκτήσει μαζική κοινωνική βάση, ενώ επισημαίνεται ότι ο φασιστικός κίνδυνος εξαπλώνεται και σε άλλες χώρες όπως η Τσεχοσλοβακία, η Ουγγαρία, οι βαλκανικές χώρες, η Πολωνία, η Γερμανία, η Αυστρία, η Νορβηγία και η Αμερική[xxvii].

        Η αντιμετώπιση του φασισμού συνδέεται με την τακτική του ΕΜ: «Ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα των κομμουνιστικών κομμάτων είναι να οργανώσουν την αντίσταση εναντίον του διεθνούς φασισμού, να τεθούν επικεφαλής όλου του προλεταριάτου στην πάλη εναντίον των φασιστικών συμμοριών και να εφαρμόσουν ενεργητικά, και σ’ αυτό επίσης το πεδίο, την τακτική του ΕΜ. Οι παράνομες μέθοδοι είναι εδώ εντελώς απαραίτητες»[xxviii].         Επιπλέον, το σχετικό ντοκουμέντο κάνει μια παρατήρηση κρίσιμης σημασίας: «Η παραφροσύνη όμως του φασισμού είναι το τελευταίο ατού της μπουρζουαζίας. Η ξεκάθαρη κυριαρχία των Λευκοφρουρών στρέφεται κατά γενικό τρόπο εναντίον των ίδιων των βάσεων της αστικής δημοκρατίας […]»[xxix]. Μια τέτοια εκτίμηση δείχνει πως απόψεις όπως αυτές που εξέφρασε ο Μπορντίγκα (ο φασισμός δεν είναι παρά μια μορφή της αστικής δημοκρατίας) δεν μπόρεσαν να επιβληθούν. Η σχέση φασισμού και αστικής δημοκρατίας είναι, όπως θα δούμε και στα επόμενα κεφάλαια, θεμελιώδες ζήτημα για τη χάραξη μιας επαναστατικής τακτικής από την πλευρά των κομμουνιστικών κομμάτων.

Το ΕΜ σε σχέση με την αντιμετώπιση του φασισμού απασχόλησε το συνέδριο ειδικά και για την περίπτωση της Ιταλίας. Σε ειδικό κείμενο για το ιταλικό ζήτημα αποφασίστηκε να γίνει δεκτό στους κόλπους της ΚΔ το Σοσιαλιστικό Κόμμα, αφού είχε ακολουθήσει μια πορεία ριζοσπαστικοποίησης (αποκλεισμός των ρεφορμιστών, εισαγωγή στο πρόγραμμά του της ένοπλης εξέγερσης και της δικτατορίας του προλεταριάτου). Η ΚΔ προχωρά ακόμη ένα βήμα αφού αποφασίζει τη συγχώνευση του Κομμουνιστικού με το Σοσιαλιστικό Κόμμα που θα πραγματοποιούνταν με τη βοήθεια μιας οργανωτικής επιτροπής[xxx]. Στη συνένωση των δυο κομμάτων δημιούργησε προβλήματα ο Μπορντίγκα, ο οποίος όμως απομακρύνθηκε από την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος με την παρέμβαση της ΚΔ και στη θέση του προωθήθηκε ο Γκράμσι. Κατόπιν αυτής της αλλαγής η συνένωση των δυο κομμάτων επετεύχθη[xxxi].

Εν τέλει την ίδια την πολιτική του ΕΜ η ΚΔ τη συνέδεε ολοένα και στενότερα με τα καθήκοντα της υπεράσπισης των πανδημοκρατικών πολιτικών απαιτήσεων και με τις καθημερινές ανάγκες των εργαζομένων. Σύμφωνα με τον Κ. Παβέρα, αντιπρόσωπο του ΚΚ Ιταλίας στο 4ο συνέδριο, ο Λένιν στη συνάντησή του με τους Ιταλούς Κομμουνιστές είπε: «Η εργατική τάξη αγωνίζεται πάντα για να κατακτήσει και να υπερασπίσει τα δημοκρατικά δικαιώματα, ακόμη κι όταν αυτά  είναι περιορισμένα από την αστική εξουσία. Και όταν τα χάνει, αγωνίζεται να τα ανακτήσει και μαζί με αυτό αναζητεί συμμάχους»[xxxii].










[i]. Βλέπε χαρακτηριστικά 3η Διεθνής, Τα τέσσερα πρώτα συνέδρια, Θέσεις για την κομμουνιστική δράση μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, σελ. 264, εκδ. Εργατική Πάλη, 2007.


[ii]. Για το κίνημα των ADP βλέπε χαρακτηριστικά Beham Tom, Arditi del Popolo, η ιστορία της πρώτης αντιφασιστικής οργάνωσης και η αποτρέψιμη άνοδος του Μπενίτο Μουσολίνι, εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2012.


[iii]. Ό.π., σελ. 88.


[iv]. Ό.π., σελ. 144.


[v]. Ό.π., σελ. 96.


[vi]. Γκράμσι Αντόνιο, «Ενάντια στον τρόμο», Σπάρτακος, σελ. 17, τ. 112, Ιούνιος, 2013.


[vii]. Βλέπε αναλυτικότερα Beham Tom, Arditi del Popolo, η ιστορία της πρώτης αντιφασιστικής οργάνωσης και η αποτρέψιμη άνοδος του Μπενίτο Μουσολίνι, σελ. 103-104, εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2012.


[viii]. Ό.π., σελ. 140-157.


[ix]. Αναφέρεται στο: Beham Tom, Arditi del Popolo, Η ιστορία της πρώτης αντιφασιστικής οργάνωσης και η αποτρέψιμη άνοδος του Μπενίτο Μουσολίνι, εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, σελ. 156-157, 2012.


[x]. Toward the United Front, Proceedings of the Fourth Congress of the Communist International, 1922, edited and translated by John Riddell, σελ.121, εκδ. Haymarket Books, 2012, Καναδάς.


[xi]. Ό.π., σελ. 122.


[xii]. Ό.π., σελ. 280.


[xiii]. Αναφέρεται στο: Πουλαντζάς Νίκος, Φασισμός και Δικτατορία, Η Τρίτη Διεθνής αντιμέτωπη στο φασισμό, σελ. 110, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, εκδ. Θεμέλιο, 2006.


[xiv]. Toward the United Front, Proceedings of the Fourth Congress of the Communist International, 1922, edited and translated by John Riddell, σελ. 383, εκδ. Haymarket Books, 2012, Καναδάς.


[xv]. Ό.π., σελ. 386-387.


[xvi]. Toward the United Front, Proceedings of the Fourth Congress of the Communist International, 1922, edited and translated by John Riddell, σελ. 389, εκδ. Haymarket Books, 2012, Καναδάς.


[xvii]. Toward the United Front, Proceedings of the Fourth Congress of the Communist International, 1922, edited and translated by John Riddell, σελ. 388, εκδ. Haymarket Books, 2012, Καναδάς.


[xviii]. Ό.π., σελ. 389-390.


[xix]. Ό.π., σελ. 408.


[xx]. Βλέπε χαρακτηριστικά ό.π., σελ. 413.


[xxi]. Ό.π., σελ. 413.


[xxii]. Ό.π., σελ. 410.


[xxiii]. Ό.π., σελ. 413.


[xxiv]. Ό.π., σελ. 414.


[xxv]. 3η Διεθνής, Τα τέσσερα πρώτα συνέδρια, Θέσεις για την κομμουνιστική δράση μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, σελ. 391, εκδ. Εργατική Πάλη, 2007.


[xxvi]. Ό.π., σελ. 391-392.


[xxvii]. Ό.π., σελ. 392.


[xxviii]. Ό.π., σελ. 392.


[xxix]. Ό.π., σελ. 392.


[xxx]. Ό.π., σελ. 483-484.


[xxxi]. Βλέπε αναλυτικότερα Σασούν Ντόναλντ, Εκατό χρόνια σοσιαλισμού, Α΄ Ανάπτυξη και σταθεροποίηση, σελ. 165, εκδ. Καστανιώτη, 2001.


[xxxii]. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς, σελ. 172-173, εκδ. ΣΕ, χ.χ.