Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Εκδήλωση 4ης Ιουλίου-Β.Λιόσης (Μέρος Β)


ΕΚΔΗΛΩΣΗ  - "ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ"

Στις 4 Ιουλίου πραγματοποιήθηκε η πρώτη εκδήλωση του Συλλόγου μας, με θέμα «Φασισμός και Δημοκρατία την εποχή της κρίσης». . Την εκδήλωση άνοιξαν οι εισηγητές:
  • Λιόσης Βασίλης, συνδικαλιστής στην εκπαίδευση: "Το φασιστικό φαινόμενο στην Ευρώπη του μεσοπολέμου"  
  • Σουάνη Μαρία, εργαζόμενη στη ΔΕΗ: "Το φασιστικό φαινόμενο στη Δ. Ευρώπη και τη σύγχρονη Ελλάδα"
  • Κατρούγκαλος Γιώργος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου: "Η άνοδος του νεοφασισμού ως σύμπτωμα της κρίσης αξιών του πολιτικού συστήματος" 
 Σήμερα δημοσιεύουμε τις εισηγήσεις αυτές, συνεχίζοντας με το δεύτερο κομμάτι απο την εισήγηση του πρώτου ομιλητή, Β.Λιόση.



Μέρος Β

Ε. ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ



Το 1916 αρχίζει να εμφανίζεται στο εσωτερικό του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος ένα ρεύμα αμφισβήτησης της φιλοπόλεμης ηγεσίας. Αυτό το ρεύμα χωριζόταν σε τρία παρακλάδια. Το πρώτο ρεύμα αποτέλεσε το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (USPD) κατόπιν της διαγραφής των διαφωνούντων στο εσωτερικό του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Σε αυτό το ρεύμα που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επαναστατικό, εντάχθηκαν οι δυο θεωρητικοί της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας Καρλ Κάουτσκυ και Έντουαρντ Μπερνστάιν. Στις γραμμές αυτού του κόμματος συμμετείχαν και οι Σπαρτακιστές που είχαν δημιουργηθεί το 1916 με ηγετικά μέλη τους Λήμπκνεχτ και Λούξεμπουργκ. Το δεύτερο παρακλάδι ήταν οι «αριστεροί ριζοσπάστες» που αργότερα ονομάστηκαν «Διεθνιστές Σοσιαλιστές» που ασκούσαν κριτική στους Σπαρτακιστές για τη συμμετοχή τους στο USPD, αφού κατά τη γνώμη τους αυτό δυσκόλευε τους εργάτες να διακρίνουν τους επαναστάτες από τους πασιφιστές. Το τρίτο παρακλάδι αποτελούνταν από εργάτες αγωνιστές στο Συνδικάτο Μεταλλεργατών του Βερολίνου, γνωστοί με την επωνυμία «επαναστάτες συνδικαλιστές της βάσης»[1].

Η μεγάλη οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία επηρέασε τα ανά την Ευρώπη εργατικά κινήματα. Η Γερμανία ήταν από εκείνες τις χώρες που επηρεάστηκε με τον πιο έντονο τρόπο, δεδομένων και των αντικειμενικών συνθηκών που υπήρχαν σε αυτήν. Η Γερμανία εκείνης της εποχής ήταν ένα ιμπεριαλιστικό κράτος με συγκεντροποιημένη βιομηχανία και πολυάριθμη εργατική τάξη. Μετά τη λήξη του Α΄ παγκόσμιου πολέμου η Γερμανία παρουσίαζε εικόνα κατεστραμμένης χώρας. Ο απολογισμός του πολέμου ήταν δραματικός: 2.000.000 εκατομμύρια νεκροί που μαζί με τους τραυματίες και τους αιχμαλώτους οι απώλειες ανέρχονταν στα 7.500.000. Η βιομηχανία καταστράφηκε και η γεωργική παραγωγή σχεδόν αφανίστηκε. Αυτά σε συνδυασμό με την έλλειψη εισαγωγής τροφίμων και λιπασμάτων εξαιτίας του αποκλεισμού της, δημιούργησαν φαινόμενα υποσιτισμού και επιδημιών. Συγχρόνως τα πραγματικά μεροκάματα είχαν πέσει και όλη αυτή η κατάσταση δυνάμωνε τη λαϊκή δυσαρέσκεια και την εκδήλωση λαϊκών διαμαρτυριών. Τον Ιανουάριο του 1918 πραγματοποιείται γενική πολιτική απεργία, ενώ το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς προκύπτει ένα κύμα απεργιών με βασικά αιτήματα: ειρήνη, δημοκρατία και καλυτέρευση των  βιοτικών συνθηκών. Συνολικά στις απεργίες του 1918 έλαβαν μέρος 2,5 εκατομμύρια εργάτες, νούμερο πρωτόγνωρο για τη Γερμανία.

Το φθινόπωρο του 1918 σχηματίζεται κυβέρνηση με τη συμμετοχή των σοσιαλδημοκρατών που δικαιολογήθηκαν υπό το ιδεολογικό σχήμα της εθνικής ενότητας. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο Νόσκε ηγετικό στέλεχος του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος: «Το παλαιό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα δεν ήθελε την επανάσταση. όταν η στρατιωτική συντριβή έγινε αναπόφευκτη, το κόμμα αυτό έστειλε τους ηγέτες του στην κυβέρνηση του πρίγκιπα Μαξ του Μπάντεν για να προσπαθήσουν να σώσουν την κατάσταση»[2]. Η κυβέρνηση παρά τα κάποια μέτρα αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα που λαμβάνει για να κατευνάσει τις λαϊκές αντιδράσεις δεν κατορθώνει να ανακόψει το ογκούμενο επαναστατικό ρεύμα μέσα στο γερμανικό λαό με κύριο αίτημα το γκρέμισμα της μοναρχίας. Όμως στη Γερμανία εκείνης της εποχής υπήρχε μία αντίφαση. Από τη μια ενώ είχε διαμορφωθεί επαναστατική κατάσταση, από την άλλη δεν υπήρχε επαναστατικό προλεταριακό κόμμα: α) Το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα έμπλεο οπορτουνισμού υποστήριζε το γερμανικό ιμπεριαλισμό, β) το ανεξάρτητο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα  αποτελούνταν από πρωτοπόρους εργάτες αλλά η ηγεσία του ήταν κεντριστική, γ) η ομάδα Σπάρτακος έθετε σωστά τα καθήκοντα του προλεταριάτου αλλά δεν είχε ακόμη την οργανωτική δύναμη και την επιρροή ώστε να κατευθύνει τα πράγματα προς την επαναστατική τους πορεία και οι βασικοί του ηγέτες βρίσκονταν στη φυλακή. Παρόλα αυτά στη συνδιάσκεψη των Σπαρτακιστών και των αριστερών ριζοσπαστών της Βρέμης που συνήλθε στις 7 Οκτωβρίου του 1918 λήφθηκε μια απόφαση της οποίας οι κεντρικοί άξονες ήταν: α) η απελευθέρωση των πολιτικών κρατούμενων, β) τη ακύρωση των πολεμικών δανείων, γ) την εθνικοποίηση των τραπεζών, των ορυχείων, των υψικαμίνων και της μεγάλης αγροτικής ιδιοκτησίας, δ) τη μείωση της εργάσιμης ημέρας, ε) την κατάργηση των ξεχωριστών γερμανικών κρατών και δυναστειών κ.λπ. Η έκκληση προς τους εργάτες τελείωνε με τα συνθήματα: «Ζήτω η κοινωνική επανάσταση! Ζήτω η ειρήνη! Κάτω η κυβέρνηση! Θάνατος στον καπιταλισμό!»[3].

Τον Οκτώβριο του 1918 κι ενώ ο πόλεμος είναι χαμένος για τη Γερμανία στέλνεται διαταγή στο γερμανικό στόλο να συγκρουστεί με τους Άγγλους. Οι ναύτες αντιδρούν και αρνούνται να συμμετάσχουν στη βέβαιη ήττα τους. Η διαταγή ανακαλείται και η ναυτική δύναμη επιστρέφει στο Κίελο, όπου, οι ναύτες διαδηλώνουν. Η διαδήλωση αντιμετωπίζεται με βία και οκτώ ναύτες δολοφονούνται. Έτσι ξεσπάει εξέγερση ναυτών, στρατιωτών και εργατών. Οι μονάδες πεζικού που στέλνονται για να καταστείλουν τους εξεγερμένους ενώνονται με αυτούς. Η κυβέρνηση στέλνει στο Κίελο ανάμεσα σε άλλους και το Νόσκε που οι ευκολόπιστοι και πολιτικά άπειροι ναύτες τον εκλέγουν πρόεδρο των Σοβιέτ Κιέλου. Ωστόσο παντού σχηματίζονταν Σοβιέτ εργατών και στρατιωτών, τα οποία σε κάποιες περιπτώσεις τα οργάνωναν οι Σπαρτακιστές, αλλά τις περισσότερες φορές προέκυπταν αυθόρμητα.

Σπαρτακιστές μάχονται σε οδομαχίες

Η επαναστατική εξέγερση στις 9 Νοεμβρίου του 1918 γκρεμίζει τη μοναρχία και την καϊζερική κυβέρνηση. Οι Σπαρτακιστές πίστευαν πως η επανάσταση είχε κάνει το πρώτο της βήμα και πως είναι ανάγκη να την προχωρήσουν μέχρι την τελική νίκη. Έτσι, στις 9 Νοεμβρίου από το μπαλκόνι των αυτοκρατορικών ανακτόρων ανακηρύσσει τη Γερμανία «ελεύθερη σοσιαλιστική δημοκρατία». Αντιθέτως, οι δεξιοί σοσιαλδημοκράτες θεωρούν ότι το πρώτο βήμα (γκρέμισμα της μοναρχίας) ήταν και το τελευταίο για την επανάσταση. Στις 10 Νοεμβρίου γίνεται μια λαϊκή συνέλευση που εγκρίνει τη νέα κυβέρνηση της Γερμανίας στην οποία παίρνουν μέρος οι δεξιοί σοσιαλδημοκράτες και κάποιοι ανεξάρτητοι. Η κυβέρνηση αυτή λαμβάνει κάποια μέτρα αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα (π.χ, καθολικό εκλογικό δικαίωμα) και κατορθώνει να ξεγελάσει τις μάζες. Οι άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες θορυβημένες από την εξέγερση απειλούν με στρατιωτική και κατάληψη της Γερμανίας και επιβολή μέτρων που θα προκαλούσαν μαζική πείνα στο γερμανικό λαό, ενώ ενθαρρύνουν την αντεπανάσταση.

Τα αστικά κόμματα στην προσπάθειά τους να μην αφήνουν τα πράγματα να έχουν για αυτούς αρνητική εξέλιξη ξεκινούν την αναδιοργάνωσή τους. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1918, το αντεπαναστατικό μπλοκ των αστικών δυνάμεων μαζί με αντιδραστικούς αξιωματικούς πυροβολούν εναντίον διαδηλωτών στο Βερολίνο σκοτώνοντας 16 από αυτούς, ενώ συγχρόνως εισορμούν στα γραφεία της Ρότε Φάνε, εφημερίδας των Σπαρτακιστών. Οι εργάτες κατόπιν της πρόσκλησης των Σπαρτακιστών οργανώνουν μαζικές διαδηλώσεις με τα συνθήματα «Κάτω η κυβέρνηση Έμπερτ-Σάιντεμαν, των ενόχων της αιματοχυσίας!», «Να αφοπλιστούν αμέσως οι αξιωματικοί!», «Ζήτω η Διεθνής!» κ.ά.

Από τις 16 ως τις 21 Δεκεμβρίου διοργανώθηκε το παγγερμανικό συνέδριο των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών στο οποίο η ηγεσία του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος με την εμπειρία και την επιρροή που διαθέτει στην εργατική τάξη καταφέρνει να την ξεγελάσει μέσα από αόριστες εξαγγελίες. Το συνέδριο τελικά λύνει το ζήτημα της εξουσίας σε όφελος της αστικής τάξης. Η κυβέρνηση περνά ανοικτά σε αντεπαναστατική δράση.

Τα όσα συνέβαιναν έθεταν επί τάπητος το ζήτημα της δημιουργίας ενός ανεξάρτητου προλεταριακού κόμματος. Στις 29 Δεκεμβρίου η παγγερμανική συνδιάσκεψη της «Ένωσης Σπάρτακου», αποφασίζει να ξεκόψει από το ανεξάρτητο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και στις 30 Δεκεμβρίου ξεκινά το ιδρυτικό συνέδριο του ΚΚΓ. Το μεν ελπιδοφόρο γεγονός της δημιουργίας ανεξάρτητου εργατικού επαναστατικού κόμματος συνοδεύτηκε από ορισμένα σοβαρά λάθη: α) υποτιμήθηκε ο ρόλος της αγροτιάς με συνέπεια τη μη κατάρτιση αγροτικού προγράμματος, β) απαγορεύτηκε στα μέλη του κόμματος να δουλεύουν στις εργατικές ρεφορμιστικές οργανώσεις, γ) αποφασίστηκε το κόμμα να μποϋκοτάρει τις εκλογές για εθνοσυνέλευση.

Τον Ιανουάριο του 1919 σημειώνεται ένα μπαράζ απεργιακών κινητοποιήσεων και διαδηλώσεων και στις 11 Ιανουαρίου καταστέλλονται άγρια εργάτες και στρατιώτες, ενώ το ΚΚΓ κηρύσσεται εκτός νόμου. Στις 15 Ιανουαρίου οι Λήμπκνεχτ και Λόύξεμπουργκ δολοφονούνται. Οι εκλογές που γίνονται για την εθνοσυνέλευση στις 19 Ιανουαρίου γίνονται μέσα σε κλίμα άγριας τρομοκρατίας. Η επανάσταση του Νοεμβρίου του 1918 είχε ηττηθεί.

Στις 19 Ιανουαρίου του 1919 πραγματοποιούνται εκλογές για εθνοσυνέλευση σε κλίμα άγριας τρομοκρατίας. Το κομμουνιστικό κόμμα δε λαμβάνει μέρος σε αυτές τις εκλογές. Το Κεντρικό Συμβούλιο των Σοβιέτ αποφασίζει να παραδώσει την εξουσία στην Εθνοσυνέλευση κάτι που καθορίζει και την αυτοδιάλυση των Σοβιέτ. Μερικά συμπεράσματα για τη γερμανική επανάσταση:
Συσσωρεύτηκε πολύτιμη εμπειρία για το παγκόσμιο προλεταριάτο με τη δημιουργία των Σοβιέτ που προστέθηκε στη ήδη υπάρχουσα από τη ρώσικη επανάσταση.
Η επανάσταση έμεινε στα μισά του δρόμου, αφού ενώ γκρέμισε τη μοναρχία, στη συνέχεια δεν ολοκληρώθηκε με την προλεταριακή επανάσταση. Βασικά αίτια αποτέλεσαν η προδοτική στάση της σοσιαλδημοκρατίας, η απειρία της εργατικής τάξης και του νεαρού κομμουνιστικού κόμματος και η υποτίμηση της συμμαχίας με την αγροτιά, η σκληρή απάντηση της αστικής τάξης.
Παρά την ήττα της επανάστασης ο αγώνας δεν πήγε εντελώς χαμένος αφού κατοχυρώθηκε με νόμο η 8ωρη εργασία, το καθολικό δικαίωμα, το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, η ελευθερία του λόγου και του συνέρχεσθαι κ.ά.

Μετά την ήττα της επανάστασης ακολούθησε η περίοδος που είναι γνωστή ως Δημοκρατία της Βαϊμάρης (ΔτΒ). Η περίοδος αυτή ξεκινά από το 1919 και τερματίζει το 1933. Ονομάστηκε έτσι γιατί η εθνοσυνέλευση ολοκλήρωσε την επεξεργασία ενός συντάγματος το οποίο και κυρώθηκε στις 31 Ιουλίου του 1919. Η συνεδρίαση της εθνοσυνέλευσης γινόταν στη Βαϊμάρη εξ’ ου και ο σχετικός χαρακτηρισμός. Σε σχέση με τους θεσμούς που ίσχυαν επί Κάιζερ το Σύνταγμα ήταν ένα βήμα μπροστά όσον αφορά στους αστικοδημοκρατικούς θεσμούς: τώρα πλέον θεσπίζονταν η καθολική και μυστική ψηφοφορία, η ελευθερία του λόγου, του συνέρχεσθαι και του συνετερίζεσθαι, η ισότητα όλων ενώπιον του νόμου, η ευθύνη της κυβέρνησης μπροστά στο κοινοβούλιο κ.ά. Ταυτόχρονα ο πρόεδρος της δημοκρατίας εκλεγόταν ανά επτά χρόνια και είχε το δικαίωμα να διορίζει τον πρωθυπουργό (αρχικαγκελάριο) και τους υπουργούς. Ήταν ο ανώτατος διοικητής όλων των ενόπλων δυνάμεων της χώρας, είχε το διακριτικό δικαίωμα να διαλύει το ράιχσταγ, να προκηρύσσει νέες εκλογές, να κηρύσσει τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, να χρησιμοποιεί τις ένοπλες δυνάμεις και να αναστέλλει την ισχύ των δημοκρατικών ελευθεριών και των συνταγματικών δικαιωμάτων. Το σύνταγμα εγγυόταν το απαραβίαστο της ατομικής ιδιοκτησίας. Γενικά το ΣτΒ στερέωσε την κυριαρχία της αστικής τάξης και των τσιφλικάδων.

Βερολίνο, Μάρτιος 1920

Επομένως το Σύνταγμα της Βαϊμάρης μπορεί να εισήγαγε αστικοδημοκρατικές ελευθερίες, άγνωστες μέχρι τότε για το γερμανικό λαό, από την άλλη όμως είχε σχηματίσει ένα συγκεντρωτικό σύστημα διακυβέρνησης μέσα από τις υπερεξουσίες του αρχικαγκελάριου. Ταυτόχρονα η αστική τάξη αναδιοργανωνόταν προκειμένου να εμποδίσει την εκδήλωση μιας επαναστατικής κατάστασης πάλι. Έτσι, οι διάφορες οργανώσεις των βιομηχάνων συνενώθηκαν σχηματίζοντας ένα ενιαίο κέντρο, ενώ στις αρχές του 1920 εκδόθηκε νόμος που στην ουσία απαγόρευε τις απεργίες. Συγχρόνως οι αντεπαναστατικές οργανώσεις στρατολογούσαν αξιωματικούς, κουλάκους, αντιδραστικούς φοιτητές και κάθε είδους στοιχείο που είχε απολέσει ή δεν είχε ταξική συνείδηση, και επιδίδονταν σε μια αχαλίνωτη σοβινιστική και αντιδραστική προπαγάνδα. Το Νοέμβριο είχε ήδη ιδρυθεί η εθνικιστική στρατιωτική οργάνωση «Χαλύβδινη κράνος» και η δράση της το 1920 είχε ενταθεί. Στις 13 Μαρτίου εκδηλώνεται πραξικόπημα που εκφράζει τα συμφέροντα των γιούνκερς και των στρατιωτικών. Η κυβέρνηση αδρανεί και το πραξικόπημα καταρρέει από την παγγερμανική απεργία και τον εξοπλισμό των εργατών. Μέσα από ένοπλες συγκρούσεις και σκληρές οδομαχίες η δικτατορία του Καπ γκρεμίζεται.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες το κομμουνιστικό κόμμα προσπαθεί να αναπτυχθεί. Βρισκόμενο εκτός νόμου και με πολλές χιλιάδες θύματα, συνεχίζει να αυξάνει τα μέλη του, να δυναμώνει ιδεολογικά και να αποκαλύπτει τον προδοτικό ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας. Τον Οκτώβριο του 1919 πραγματοποιείται το συνέδριο του κόμματος στο οποίο παίρνουν μέρος 46 σύνεδροι που αντιπροσώπευαν 106.000 μέλη. Το συνέδριο αποφαίνεται πως ήταν λάθος η προηγούμενη απόφαση για αποχή από τις εκλογές για εθνοσυνέλευση και παίρνει απόφαση για συμμετοχή στις επόμενες εκλογές. Το δογματικό τμήμα των αντιπροσώπων διαφωνεί με αυτό το σκεπτικό και προβάλλει την άποψη πως οι κομμουνιστές δεν πρέπει να δουλεύουν μέσα στα ρεφορμιστικά συνδικάτα. Λίγο αργότερα οι εκπρόσωποι αυτής της σεχταριστικής τάσης φεύγουν από το κόμμα και σχηματίζουν το κομμουνιστικό εργατικό κόμμα που πολέμησε το κομμουνιστικό κόμμα Γερμανίας και την Κομμουνιστική Διεθνή (ΚΔ), ενώ στη συνέχεια εκφυλίστηκε σε μια μικρή περιθωριοποιημένη σέχτα. Το Δεκέμβριο του 1920 πραγματοποιείται το ενωτικό συνέδριο του ΚΚΓ με την επαναστατική πτέρυγα των Ανεξάρτητων Σοσιαλδημοκρατών (το αριστερό τμήμα των σοσιαλδημοκρατών που είχε αποκοπεί από αυτούς) και το ΚΚΓ γίνεται μια μαζική οργάνωση με πάνω από 300.000 μέλη. Το 1921 ξεδιπλώνεται εργατική απεργία σε όλη τη γερμανική επικράτεια και ακολουθούν ένοπλες συγκρούσεις εργατών με την αστυνομία. Σε αυτές τις συγκρούσεις τα μέλη του ΚΚΓ βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή κερδίζοντας έτσι την εκτίμηση πλατιών τμημάτων της εργατικής τάξης. Ωστόσο, το κόμμα παρά την ηρωική του στάση διέπραξε άλλο ένα λάθος αριστερού χαρακτήρα μετά από την απόφαση για αποχή από τις εκλογές για εθνοσυνέλευση. Υιοθέτησε τη θεωρία της επίθεσης, αδυνατώντας να δει πως στην παρούσα φάση οι συγκρούσεις είχαν βασικά αμυντικό χαρακτήρα. Η δράση του Μαρτίου έτσι όπως έγινε στοίχησε τα μισά μέλη του κόμματος και απομάκρυνε χιλιάδες εργατών που το είχαν προσεγγίσει. Η θεωρία της επίθεσης έθετε ως πρώτο καθήκον την επιθετική δραστηριότητα του ΚΚΓ προκειμένου αργά ή γρήγορα να κατακτηθεί η εξουσία. Στη θεωρία της επίθεσης ασκήθηκε κριτική από την ΚΔ.

Το 1922 η οικονομική κατάσταση στη Γερμανία εξακολουθεί να είναι δύσκολη. Η βιομηχανική παραγωγή βρίσκεται μόλις στα 2/3 της προπολεμικής, ενώ το βιοτικό επίπεδο του λαού είχε πέσει κατά 4-5 φορές σε σχέση με το προπολεμικό. Η αγροτική οικονομία είχε καθοδική πορεία. Οι καταθέσεις στις τράπεζες είχαν καταντήσει χαρτιά χωρίς αξία. Από την άλλη η συγκέντρωση της παραγωγής και του κεφαλαίου δυνάμωσε. Με οικονομική ενίσχυση των μονοπωλίων και των γιούνκερς ιδρύονται αντιδραστικές και φασιστικές οργανώσεις που συμπεριλαμβάνουν παλιούς αξιωματικούς και υπαξιωματικούς, τη νεολαία της αστικής τάξης, μέρος των υπαλλήλων και μικροαστών και ξεπεσμένων ταξικών στοιχείων. Στόχος όλων αυτών των οργανώσεων και στοιχείων είναι η κατάργηση της ΔτΒ, η συντριβή του ΚΚΓ, η εγκαθίδρυση ανοικτής δικτατορίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου και το πέρασμα σε επιθετική εξωτερική πολιτική. Το Μόναχο ήταν το κέντρο του Φασιστικού Κόμματος που ιδρύθηκε το 1919 και το οποίο προς εξαπάτηση των μαζών πήρε τον προσδιορισμό εθνικοσοσιαλιστικό. Το 1921 αρχηγός του γίνεται ο Χίτλερ. Στην πράξη αυτές οι οργανώσεις οργανώνουν διαδηλώσεις και δολοφονικά χτυπήματα.

Οι φασιστικές οργανώσεις διοργανώνουν διαδηλώσεις και δολοφονικά χτυπήματα. Βασικές ιδεολογικές αρχές των ναζί είναι:
η φυλετική ανισότητα,
η ανάγκη απόκτησης ζωτικού χώρου,
ο αρχηγισμός (φύρερ),
η παντοδυναμία της κρατικής μηχανής (θεωρία ολοκληρωτικού κράτους)[4],
ο αντικομμουννισμός[5].

Το 1923 η Γερμανία αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις οικονομικές της υποχρεώσεις απέναντι στους νικητές του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την κατάληψη της βιομηχανικής περιοχής του Ρουρ από γαλλικά και βελγικά στρατεύματα. Το αποτέλεσμα είναι ο πληθωρισμός να πάρει την ανιούσα και στη συνέχεια αυτό να οδηγήσει σε κοινωνική έκρηξη. Η κοινωνική έκρηξη φοβίζει τις υπόλοιπες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αναγκάζοντάς της να μαλακώσουν τη στάση τους σχετικά με τις πολεμικές αποζημιώσεις. Έτσι, εκπονείται το σχέδιο Ντωζ για τη στήριξη της γερμανικής αστικής τάξης και την ανόρθωση της γερμανικής οικονομίας. Το σχέδιο Ντωζ ενισχύει εκλογικά το αστικό μπλοκ κομμάτων στις εκλογές του Δεκεμβρίου του 1924 και παρατηρείται μια περαιτέρω συντηρητική στροφή στο πολιτικό στερέωμα με πρωθυπουργό το Λούτερ, επιφανή πολιτικό παράγοντα και εκπρόσωπο του μονοπωλιακού κεφαλαίου και την εκλογή του μοναρχικού στρατάρχη Χίντεμπουργκ στη θέση του προέδρου της γερμανικής δημοκρατίας. Κατόπιν όλων αυτών η γερμανική οικονομία μπαίνει σε τροχιά ανάπτυξης και το 1927 ο όγκος της βιομηχανικής παραγωγής υπερδιπλασιάζεται σε σχέση με το 1923, υπερβαίνοντας κατά 5% το προπολεμικό επίπεδο. στην ανάπτυξη αυτή τον καθοριστικό ρόλο τον έπαιξαν τα αμερικανικά μονοπώλια, Στάνταρ Όιλ, Τζένεραλ Ελέκτρικ, Τζένεραλ Μότορς, Φορντ κ.ά. που διεισδύανε στη γερμανική οικονομίας με τη μέθοδο των απευθείας επενδύσεων. Η καπιταλιστική αυτή ανάπτυξη επετεύχθη εις βάρος της γερμανικής εργατικής τάξης με τη μέση ωριαία απόδοση του εργάτη να αυξάνεται πάνω από 27% ή και πάνω από 30-35% στους τομείς παραγωγής των μέσων παραγωγής. Ταυτόχρονα η ανεργία αυξανόταν και εντεινόταν η φορολογική καταπίεση.

Στα 1927-8 ο απεργιακός αγώνας της εργατικής τάξης δυναμώνει και σημειώνονται εργατικές εξεγέρσεις των εργατών ορυχείων και των εργατών βιομηχανικών προϊόντων. Με την όξυνση της ταξικής πάλης το ζήτημα της δημοκρατίας αποκτούσε ιδιαίτερη βαρύτητα. Το ΚΚΓ καλούσε τους σοσιαλδημοκράτες σε κοινές εκδηλώσεις οι οποίες απορρίπτονταν από τους δεύτερους. Η τακτική αυτή του ΚΚΓ φέρνει θετικά εκλογικά αποτελέσματα το 1928 και αυξάνει τις ψήφους του κατά 22% (από 2,7 σε 3,3 εκ.). Το φασιστικό κόμμα του Χίτλερ λαμβάνει 801.000 ψήφους και το σοσιαλδημοκρατικό 9,2 εκ. Η κυβέρνηση παραιτείται και σχηματίζεται κυβέρνηση «μεγάλου συνασπισμού» με πρωθυπουργό το σοσιαλδημοκράτη Μίλερ. Η κυβέρνηση Μίλερ προπαγάνδιζε την ορθολογική διαχείριση του καπιταλισμού και ψήφισε αντεργατικούς νόμους, για τον περιορισμό των βοηθημάτων ανεργίας, για την παράταση της εργάσιμης ημέρας, αύξησε τα στρατιωτικά κονδύλια. Το 1929 απαγορεύει την εργατική πρωτομαγιάτικη διαδήλωση, οι εργάτες αψηφούν την απαγόρευση, η διαδήλωση πραγματοποιείται και με διαταγή του σοσιαλδημοκράτη διευθυντή της αστυνομίας Τσέργκιμπελ πυροβολούνται άοπλοι εργάτες, πολλοί από τους οποίους τραυματίζονται και σκοτώνονται. Η δολοφονία των εργατών προκαλεί τη γενική αγανάκτηση και οργανώνονται διαδηλώσεις και απεργίες. Την ίδια χρονιά η κυβέρνηση αποφασίζει την κατάργηση της Ένωσης των κόκκινων πολεμιστών που είχε δεκάδες χιλιάδες μέλη, είχε ιδρυθεί από τον Τέλμαν και ήταν οργάνωση αυτοάμυνας των εργατών.

Η κρίση του 1929 χτυπά τη Γερμανία με ιδιαίτερη σφοδρότητα: η βιομηχανική παραγωγή πέφτει κατά 46,7%, οι τράπεζες Ντανάτ-Μπανκ, της Δρέσδης κ.ά. χρεοκοπούν και μαζί με αυτές 68 χιλ. επιχειρήσεις. Όλα αυτά ευνοούν τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Ανάμεσα στους βιομηχανικούς εργάτες οι άνεργοι έφτασαν τα 5 εκ., ενώ στο πρώτο τετράμηνο οι άνεργοι φτάνουν κοντά στα 8 εκ, το 31,6% των οποίων δε λάμβανε το επίδομα ανεργίας. Οι εργάτες απαντάνε στην κρίση με απεργίες, ενώ τα ρεφορμιστικά συνδικάτα προπαγανδίζουν το σύνθημα «στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης η απεργία είναι έγκλημα». Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η μονοπωλιακή αστική τάξη της Γερμανίας άρχιζε να προβληματίζεται και να φοβάται πως θα προκύψει ένα νέο επαναστατικό κίνημα. Με δεδομένο ότι η ταξική πάλη διεξαγόταν με ένταση, με το ότι το κύρος των παλιών αστικών κομμάτων μειωνόταν και με την ηγεσία της σοσιαλδημοκρατίας να αμφισβητείται από τα τμήματα των εργαζομένων που την υποστήριζαν, λόγω των αντιλαϊκών επιλογών της. Έτσι οι μονοπωλητές και οι γιούνκερς αποφασίζουν να υποστηρίξουν πιο ενεργά τους φασίστες. Ο διευθυντής του τραστ Φραινίνχτε Σταλβέρκε διοργανώνει το 1929 στο Ντίσελντορφ συνάντηση με το Χίτλερ με τους μεγαλύτερους Γερμανούς βιομήχανους του Ρουρ και χρηματοδοτεί τις προεκλογικές καμπάνιες των ναζί.

Τύσσεν και Χίτλερ

Το ναζιστικό κόμμα στηριγμένο στην άπλετη βοήθεια των γερμανικών μονοπωλίων αποθρασύνεται και διεξάγει μια πλατιά και αδίστακτη δημαγωγία. Στην προπαγάνδα τους επικεντρώνουν:
στην καταδίκη της συνθήκης των Βερσαλλιών,
στην άρση των περιορισμών που είχαν επιβληθεί σχετικά με τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς,
στην πρόθεσή τους για επανάκτηση των χαμένων εδαφών της Γερμανίας και γύρω από αυτό το τελευταίο αναπτύσσει τη θεωρία του ζωτικού χώρου,
στον περιορισμό της ανεργίας, στην αύξηση των μεροκάματων των εργατών, και στην καλυτέρευση των συνθηκών εργασίας,
στην κατάργηση των ενοικίων για τους μικροαγρότες, στ) στη μείωση των φόρων για τους μικρεμπόρους και επαγγελματοβιοτέχνες,
στη δημιουργία νέου στρατού ικανοποιώντας τους αξιωματικούς του γερμανικού στρατού.

Όλα τα παραπάνω και το σύνθημα για ισχυρή Γερμανία παρασύρει εκατομμύρια εργαζομένων.

Συγχρόνως ως ένα πολιτικό μόρφωμα που ενισχύθηκε και υποστηρίχθηκε από τα γερμανικά μονοπώλια υπόσχεται πως θα καταπνίξει το εργατικό κίνημα και ότι θα εξουδετερώσει τη μαρξιστική επιρροή στις μάζες. Το 1930 οι ναζιστές σημειώνουν σοβαρή εκλογική επιτυχία λαμβάνοντας 6,4 εκ. ψήφους και ποσοστό 18,3%. Συγχρόνως τα παλιά αστικά κόμματα και το σοσιαλδημοκρατικό σημειώνουν καθοδική τάση, ενώ αντίθετα το ΚΚΓ αυξάνει τις δυνάμεις του και φτάνει το ποσοστό στο 13,1%. Έτσι ισχυροποιούνται δυο τάσεις: η μια του ριζοσπαστισμού και ή άλλη της πιο μαύρης αντίδρασης.

Στις 27 Ιανουαρίου του 1932 σε μια μυστική συγκέντρωση που πραγματοποιήθηκε στο Ντύσελντορφ με τη συμμετοχή 300 αντιπροσώπων του χρηματιστικού κεφαλαίου. Σε αυτή τη συνάντηση ο Χίτλερ αναπτύσσει το πρόγραμμα του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και υπόσχεται στα γερμανικά μονοπώλια να ξεριζώσει το μαρξισμό από τη Γερμανία. Οι μονοπωλιακοί κύκλοι παρέχουν πολύμορφη στήριξη στο Χίτλερ και το κόμμα του.

Την άνοιξη του 1932 γίνονται προεδρικές εκλογές. Οι σοσιαλδημοκράτες προτείνουν για πρόεδρο το Χίντεμπουργκ υποστηρίζοντας ότι θα σώσει τη χώρα από το φασισμό, οι φασίστες προτείνουν το Χίτλερ και οι κομμουνιστές τον Τέλμαν. Το σύνθημα του ΚΚΓ ήταν «όποιος ψηφίζει Χίτλερ ψηφίζει πόλεμο!». Μετά το δεύτερο γύρο εκλογών τη νέα κυβέρνηση τη σχηματίζει ο Πάπεν που συνδεόταν με τις φασιστικές οργανώσεις. Η κυβέρνηση Πάπεν αυξάνει τη φορολογία και περικόπτει τα κονδύλια για τις κοινωνικές ασφαλίσεις. Τον Ιούλιο του 1932 η κυβέρνηση καταργεί το ράιχσταγ και τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση της Πρωσίας. Το ΚΚΓ παίρνοντας υπόψη αυτή τη νέα πραγματικότητα προτείνει στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα την κήρυξη γενικής απεργίας διαμαρτυρίας. Οι σοσιαλδημοκράτες απορρίπτουν την πρόταση και δηλώνουν ότι θα δρουν εντός των πλαισίων της νομιμότητας. Τον Ιούλιο στις νέες εκλογές για το ράιχσταγ το φασιστικό κόμμα παίρνει το 37,4% του εκλογικού σώματος, το ΚΚΓ 14,6% και το σοσιαλδημοκρατικό το 21,6%. Οι ναζί αξιώνουν να τους δοθεί η εξουσία και η Κλάρα Τσέτκιν καλεί από το βήμα της βουλής το γερμανικό λαό στο σχηματισμό ενός μετώπου απόκρουσης του φασισμού: «Μπροστά σε αυτή την επιτακτική ιστορική ανάγκη πρέπει να υποχωρήσουν οι πολιτικοί, οι επαγγελματικοί και οι θρησκευτικοί λογικοί που μας δεσμεύουν και μας χωρίζουν», έλεγε χαρακτηριστικά η Κλάρα Τσέτκιν. Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς γίνεται κατορθωτό έπειτα από την έκκληση του ΚΚΓ να σχηματιστεί ένα πλατύ αντιφασιστικό μέτωπο με τη συμμετοχή κομμουνιστών, σοσιαλδημοκρατών και ανένταχτων εργαζομένων. Το Νοέμβριο του 1932 γίνονται νέες βουλευτικές εκλογές και το ΚΚΓ ανεβάζει τα ποσοστά του κοντά στο 17%, ενώ οι ναζί πέφτουν στο 33,1%.

Οι ναζί έχουν περικυκλώσει τα γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος στο Βερολίνο

Στις 22 Ιανουαρίου οι χιτλερικοί οργανώνουν με την ανοχή της αστυνομίας μια προκλητική διαδήλωση μπροστά στα γραφεία του ΚΚΓ. Η απάντηση έρχεται με διαδήλωση 150.000 ατόμων στους δρόμους του Βερολίνου που δηλώνουν την πρόθεσή τους να αποκρούσουν την απειλή του φασισμού. Οι σοσιαλδημοκράτες ακόμη και σε αυτή τη φάση αρνούνται να σχηματίσουν ένα ενιαίο μέτωπο. Στις 30 Ιανουαρίου του 1933 ο πρόεδρος Χίντεμπουργκ διορίζει το Χίτλερ καγκελάριο. Έτσι, ξεκινά στη Γερμανία μια ανοικτή τρομοκρατική δικτατορία του φασισμού, του πιο αντιδραστικού πολιτικού κόμματος της αστικής τάξης. Την επόμενη ημέρα η ηγεσία του ΚΚΓ καλεί την ηγεσία του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος σε γενική απεργία με συνθήματα «όλοι στο πεζοδρόμιο», «Να κλείσουν τα εργοστάσια». Η πρόταση για κοινή δράση απορρίπτεται και πάλι από τη σοσιαλδημοκρατία με τη δικαιολογία ότι ο Χίτλερ ανήλθε στην εξουσία με νόμιμο τρόπο. Οι ναζί διαλύουν αμέσως το ράιχτσαγ και προκηρύσσουν αρχές Μαρτίου του 1933 νέες εκλογές. Οι χιτλερικοί δε νιώθουν ακόμη τόσο δυνατοί και προστρέχουν για άλλη μια φορά στη βοήθεια των μονοπωλίων. Έτσι στις 20 Φεβρουαρίου ο Χίτλερ και ο Γκέριγκ συναντώνται με 25 από τους πιο ισχυρούς εκπροσώπους του γερμανικού χρηματιστικού κεφαλαίου. Ο Χίτλερ τους δηλώνει πως κύριος σκοπός του κόμματός του είναι η επιβολή ολοκληρωτικού ελέγχου, η εξουδετέρωση κάθε αντιπολίτευσης και η δημιουργία ενός ισχυρού γερμανικού στρατού. Οι μονοπωλητές εγκρίνουν τους στόχους του Χίτλερ και δημιουργούν ταμείο με 3 εκ. μάρκα για τη στήριξη του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος.

Η προσπάθεια συντριβής του ΚΚΓ ξεκίνησε με τη γνωστή προβοκάτσια  του εμπρησμού του ράιχσταγ. Για τον εμπρησμό κατηγορούνται οι κομμουνιστές. Κύριος οργανωτής της στημένης αυτής υπόθεσης είναι ο Γκέριγκ, όποιος ο ίδιος ομολόγησε αργότερα. Κατόπιν του εμπρησμού ακολούθησαν οι συλλήψεις χιλιάδων αντιφασιστών και ο εγκλεισμός σε φυλακές άνω των 10 χιλ. Ταυτόχρονα αναστέλλονται με έκτακτο διάταγμα όλα τα άρθρα του Συντάγματος της Βαϊμάρης που εγγυούνταν την ελευθερία του ατόμου, του λόγου, του τύπου, των συγκεντρώσεων και της ίδρυσης συνδικαλιστικών οργανώσεων. Οι κομμουνιστές συνεχίζουν τον αγώνα για την ενότητα της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων. Στις 27 Φεβρουαρίου στέλνεται γράμμα από τον Τέλμαν προς όλους τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες και τα μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που καλεί στη συγκρότηση ενιαίου μετώπου. Η έκκληση απορρίπτεται για άλλη μια φορά. Στις εκλογές του Μαρτίου το 1933, μέσα σε κλίμα τρομοκρατίας,  το ΚΚΓ λαμβάνει το 12,3% και οι ναζιστές το 43,7%. Το ποσοστό αν και μεγάλο δεν τους έδινε την απόλυτη πλειοψηφία και προκειμένου να την αποκτήσουν, ακυρώνουν την εκλογή 81 κομμουνιστών βουλευτών. Από εδώ κι έπειτα ακολουθεί μια μαύρη περίοδος στυγνή τρομοκρατίας και βίας.
Σε καθημερινή βάση πραγματοποιούνται συλλήψεις, βασανισμοί και δολοφονίες. Στις πρώτες 6 εβδομάδες φυλακίζονται 18 χιλ. κομμουνιστές.
Διαλύονται οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, δημεύονται οι περιουσίες τους και οι ηγέτες τους κλείνονται σε στρατόπεδα.
Μετά τους κομμουνιστές ακολουθούν οι σοσιαλδημοκράτες παρά το γεγονός ότι η στάση τους είχε διευκολύνει την άνοδο των φασιστών. Το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα απαγορεύεται και τα μέλη του κηρύσσονται αντικρατικά στοιχεία και χιλιάδες από αυτά κλείνονται στις φυλακές και σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το χτύπημα των κομμουνιστών ήταν το πρελούδιο για την κατάργηση κάθε αστικοδημοκρατικής ελευθερίας.
Το Σεπτέμβριο οι χιτλερικοί οδηγούν σε δίκη το Δημητρόφ ως τον κύριο υπεύθυνο του εμπρησμού του Ράιχσταγ. Η απολογία του Δημητρόφ αποκαλύπτει τους πραγματικούς εμπνευστές αυτής της προβοκάτσιας και εμπνέει το παγκόσμιο προλεταριάτο. Σε όλο τον κόσμο διοργανώνονται καμπάνιες υπέρ του Δημητρόφ και κάτω από την παγκόσμια πίεση οι κατηγορίες εναντίον του Δημητρόφ καταρρέουν.

 Πώς, όμως, κατόρθωσαν οι ναζί να κερδίσουν και να κρατήσουν με το μέρος τους μεγάλο μέρος των Γερμανών εργαζομένων;
Τα γερμανικά μονοπώλια αξιοποίησαν τους βαρύτατους όρους της συνθήκης των Βερσαλλιών που πρώτα και κύρια βάραιναν τα πιο αδύναμα οικονομικά στρώματα της Γερμανίας.
Με την ανοικτή βία και τρομοκρατία κατάφεραν να φοβίσουν μεγάλα τμήματα του γερμανικού λαού και να τα αποσύρουν από την ταξική πάλη με τον ένα ή άλλο τρόπο.
Εξαγόραζαν την αφρόκρεμα των εργατών με χαριστικές άδειες, με οργάνωση ταξιδιών αναψυχής κ.ά.
Εξαπέλυσαν μια καλά δομημένη και μελετημένη προπαγάνδα με βάση την οποία οι Γερμανοί αποτελούσαν μια ανώτερη ράτσα που χρειαζόταν το ζωτικό χώρο για να μεγαλουργήσει.

Κάψιμο βιβλίων απο τους Ναζί, Βερολίνο 1933

Αφού οι Ναζί κατορθώνουν να βρεθούν στην εξουσία αναδιοργανώνουν τη γερμανική οικονομία και την προσαρμόζουν ώστε να προετοιμαστεί η Γερμανία για τον επερχόμενο Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Έτσι, αυξάνονται οι φόροι, λεηλατούνται τα ασφαλιστικά ταμεία, περικόπτονται οι κοινωνικές παροχές, πραγματοποιούνται αναγκαστικοί έρανοι κι έτσι ενισχύεται η πολεμική βιομηχανία. Κυριαρχεί το σύνθημα του Γκέριγκ «κανόνια αντί για βούτυρο». Οι αγρότες υποχρεώνονται να παράγουν ό,τι του υπαγόρευε το κράτος και να παραδίδει την παραγωγή τους σε αυτό σε χαμηλές τιμές. Τα πολεμικά εργοστάσια δούλευαν σε τρεις βάρδιες. Παράλληλα σημειώνεται μεγάλη μονοπώληση της οικονομίας με το 70% της παραγωγής να ελέγχεται από τα μονοπώλια. Τον πρώτο καιρό της φασιστικής διακυβέρνησης σημαντικό ρόλο παίζουν τα τάγματα εφόδου. Τα σώματα αυτά αριθμούσαν 3 εκ. μέλη που στρατολογούνταν κυρίως από μικρομαγαζάτορες, υπαλλήλους, μεσαία στρώματα και ως ένα βαθμό μικρούς αγρότες. Οι άνθρωποι αυτοί παρασυρμένοι από την κίβδηλη αντικεφαλαιακή ρητορεία των ναζί, επιζητούσαν τώρα μια δεύτερη επανάσταση για να μπει τέρμα στη βλαβερή επίδραση του μεγάλου κεφαλαίου. Έτσι, διαμορφώνεται μια εσωτερική αντιπολίτευση στο ναζιστικό κίνημα και ο Χίτλερ αποφασίζει να βάλει τέρμα σε αυτή την υπόθεση. Έτσι, στις 30 Ιουνίου του 1934 οι χιτλερικοί εξοντώνουν χωρίς δισταγμό τους οπαδούς της δεύτερης επανάστασης. Τα θύματα υπερέβησαν τα 1000 και η σφαγή αυτή έμεινε στην ιστορία ως «η νύχτα των μεγάλων μαχαιριών». Μετά από αυτό τα τάγματα εφόδου (SA) μειώνουν την επιρροή τους και έρχονται στο προσκήνιο τα SS και η γκεστάπο. Σκοπός αυτών των οργανώσεων είναι η εξόντωση των πρωτοπόρων στοιχείων του γερμανικού λαού.

Η τρομοκρατία αποτελεί πλέον μια πάγια κατάσταση για το γερμανικό λαό. Κοινωνικές κατηγορίες χαρακτηρίζονται ως αντικοινωνικές. Πρόκειται για μακροχρόνια ανέργους, για μικροεγκληματίες, για ανθρώπους με βαριά αναπηρία, για ασθενείς που η ασθένειά τους θεωρούνταν κληρονομική, για όσους θεωρούνταν ότι παρέκκλιναν σεξουαλικά, για ανθρώπους που είχαν επιβιβαστεί χωρίς εισιτήριο στα μαζικά μέσα μεταφοράς και για όσους είχαν επιδείξει αγωνιστική στάση στον εργασιακό τους χώρο. Οι περισσότεροι από αυτούς εγκλείστηκαν και πέθαναν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το 1941 μόνο, υπήρχαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης 110.000 άτομα που δεν ήταν εβραϊκής καταγωγής. Το σχέδιο αυτό εξυπηρετούσε ανάμεσα στα άλλα την ευγονική[6].

Όσον αφορά στις εργασιακές σχέσεις, υπάρχει μια μυθολογία για την εξάλειψη της ανεργίας από το ναζιστικό καθεστώς. Ωστόσο, υπάρχουν δυο πλευρές. Από τη μια η μείωση της ανεργίας επετεύχθη μέσω της καταναγκαστικής εργασίας. Επρόκειτο για άμισθη εργασία συνδεδεμένη με την Πρόνοια και έξω από το νομικό πλαίσιο που όριζε τις εργασιακές σχέσεις. Ο εργάτης δεν είχε δικαίωμα μισθού ενώ του παρέχονταν σίτιση και στέγαση[7]. Συγχρόνως, υπήρχαν περιπτώσεις που οι εργάτες εργάζονταν μέχρι και 110 ώρες την εβδομάδα μέσα σε απίστευτες συνθήκες εντατικοποίησης[8].



[1] . Βλέπε αναλυτικά Χάρμαν Κρις, Η χαμένη επανάσταση, Γερμανία 1918-1923, σελ. 50-60, εκδ.  μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, 2008

[2] . Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τ. Η1-Η2, σελ. 177-178, εκδ. μέλισσα, 1962.

[3] . Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τ. Η1-Η2, σελ. 177-178, εκδ. μέλισσα, 1962.

[4] . Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, Λήμμα Φασισμός, τ.33, σελ. 646-647 , Εκδοτική Εταιρεία Ακάδημος, 1983.

[5] . Βλέπε χαρακτηριστικά, Αδόλφος Χίτλερ, Ο Αγών μου, σελ. 621-650, εκδ. Κάκτος, 2006.

[6] . Μπολόνια Σέρτζιο, Ναζισμός και εργατική τάξη, σελ. 89-92, εκδ. Antifa-Scripta, 2011.

[7] .Ό.π. σελ.91-92.

[8] .Ο.π., σελ. 138.