Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

Αλέκος Βερναρδάκης - Τα Μέτωπα και η Κομμουνιστική Διεθνής

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ.
ΤΑ ΜΕΤΩΠΑ ΚΑΙ Η ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗΣ 

Σε  όλη τη διάρκεια ύπαρξης του οργανωμένου εργατικού κινήματος μία από τις συζητήσεις που δέσποσε ήταν αυτή περί μετώπων.  Με τα μέτωπα επιδιώκεται είτε να οικοδομηθεί συμμαχία μεταξύ διαφορετικών τάξεων (π.χ. εργατοαγροτική συμμαχία) ή να επιτευχθεί ενότητα μίας τάξης. Πολύ συχνά βέβαια, γίνονται προσπάθειες να παρουσιαστούν με εντυπωσιακό περιτύλιγμα θέσεις ως ριζοσπαστικές και καινοτόμες.  Μία μελέτη της ιστορικής εμπειρίας και του πως αντιμετώπισε, η Κομμουνιστική Διεθνής, το θέμα, θα συνέβαλε στο να  περιοριστεί η σύγχυση γύρω από τα μέτωπα και τις συμμαχίες. Μια μικρή αναφορά.

Με δεδομένο ότι, οι προσδοκίες του Λένιν και των άλλων μπολσεβίκων ηγετών, για γρήγορη επικράτηση της επανάστασης στην Ευρώπη διαψεύστηκαν, κι΄αυτό γιατί, τα κόμματα μέλη της Διεθνούς, απέτυχαν να αποκτήσουν σημαντική επιρροή στο οργανωμένο εργατικό κίνημα,  για να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση, στις περισσότερες χώρες, υιοθετήθηκε η αμυντική τακτική του ενιαίου μετώπου.

Το 4ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς επιχείρησε να επεξεργαστεί τη στρατηγική του ενιαίου μετώπου, η οποία σε συνθήκες που η εργατική τάξη είναι διασπασμένη και ένα σημαντικό μέρος της υποστηρίζει ρεφορμιστικά κόμματα, επιχειρεί να προωθήσει την ενότητα της τάξης και να την αντιπαραβάλλει απέναντι στην αστική τάξη και επιπλέον να αυξήσει την απήχηση των κομμουνιστών στις εργαζόμενες μάζες.

Στην ολομέλεια το Δεκέμβριο του 1921 πρότεινε το ενιαίο εργατικό μέτωπο, μέτωπο  που δεν προϋποθέτει συμφωνία σε ιδεολογικά ζητήματα, ούτε παύση της κριτικής απέναντι στους πρόσκαιρους συμμάχους και δεν συνοδεύονταν από κανενός είδους παραχώρηση στην οργανωτική αυτοτέλεια. Με τις αποφάσεις του 4ου συνεδρίου, προβλεπόταν συνεργασία και με αστικά κόμματα(λαϊκό μέτωπο), με επιδίωξη να κερδηθούν τα μεσαία στρώματα υπέρ του ενιαίου εργατικού μετώπου, να ενισχυθεί η επιρροή των Κ.Κ. στο εσωτερικό του λαϊκού μετώπου  και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε να περάσουν τα μεσαία στρώματα με τη μεριά του προλεταριάτου σε περίοδο επαναστατικής κρίσης (διαπιστώνοντας από την εμπειρία τους ότι τα αιτήματά τους δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν από το καπιταλιστικό σύστημα).

Για να κερδηθούν τα μεσαία στρώματα ή ακόμα και τμήματα της αστικής τάξης, η πλατφόρμα των λαϊκών μετώπων έπρεπε να προσαρμοστεί στο επίπεδο συνείδησης της μεγάλης πλειοψηφίας, να μην υπάρχουν ριζοσπαστικοί στόχοι (π.χ. προλεταριακή επανάσταση) που ίσως να περιόριζαν το εύρος των συμμαχιών. Οι άξονες πάλης που υιοθέτησε το συνέδριο αποτελούταν από οικονομικές διεκδικήσεις, υπεράσπιση των αστικοδημοκρατικών ελευθεριών, καταστολή των φασιστικών οργανώσεων και πάλη για την ειρήνη.

 Και ένα παράδειγμα
Στις 31/5/1934 ο γ.γ. του Κ.Κ.Γαλλίας Τορέζ δήλωσε στη βουλή ότι θα υποστήριζε το σχηματισμό μίας ριζοσπαστικής κυβέρνησης που θα εφάρμοζε το πρόγραμμα του Ριζοσπαστικού κόμματος(συντηρητικό κόμμα0’ Στις 26/4 και 3/5/1936 το Λαϊκό Μέτωπο (Σοσιαλιστές, κομμουνιστές, ριζοσπάστες) θριάμβευσε και στους 2 γύρους των βουλευτικών εκλογών με συνθήματα «ψωμί», «ειρήνη», «ελευθερία». Το Κ.Κ.Γαλλίας υποστήριξε την κυβέρνηση Μπλούμ (4/6/1936- 21/6/1937), στην οποία συμμετείχαν 3 γυναίκες υπουργοί σε μία περίοδο που οι γυναίκες στη Γαλλία δεν είχαν το δικαίωμα του εκλέγειν, αν και δε συμμετείχε σε αυτή.

Η νίκη αυτή πυροδότησε την όξυνση της ταξικής πάλης. Ξέσπασε αυθόρμητο κίνημα απεργιών και καταλήψεων εργοστασίων. Στις 7/6/1936 υπεγράφη σύμφωνο μεταξύ των εργοδοτών, των εργαζομένων και της κυβέρνησης, με σημαντικές θεσμικές αλλαγές υπέρ των εργαζομένων: κατοχύρωση του δικαιώματος στην απεργία, άρση των νομικών περιορισμών στην ίδρυση συνδικάτων, έγκριση της επιθεώρησης εργασίας για απολύσεις εκλεγμένων συνδικαλιστών, μέση αύξηση μισθών 7-12% για όλους [σε περίοδο αποπληθωρισμού λόγω της μεγάλης κρίσης], εργάσιμη εβδομάδα 40 ωρών, πληρωμένες διακοπές 12 ημερών ετησίως, συλλογικές μισθολογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ συνδικάτων και εργοδοτών).

Σ.Σ. (ΣΤΑ ΔΙΚΆ ΜΑΣ τώρα) «Καταστροφολόγοι Αριστεροί και δεξιοί μας τρομάζουν για την χρεοκοπία εκτός ευρώ, δεν μπαίνουν καν στο κόπο να μας εξηγήσουν τι θα σημαίνει για τους εργαζόμενους χρεοκοπία εντός του ευρώ και της ευρωζώνης, κάτι που έτσι και αλλιώς δεν υπάρχει πιθανότητα να το αποφύγουμε. Άλλωστε τι άλλο παρά χρεοκοπία είναι η πολιτική  της υποτίμησης στο εσωτερικό που εφαρμόζει η κυβέρνηση της τρόικας.

Η αφαίμαξη μισθών και συντάξεων, η φοροκαταιγίδα,  η κατάργηση του κοινωνικού κράτους και το σταμάτημα των δημοσίων επενδύσεων, όλα αυτά για την εξυπηρέτηση  των διεθνών τοκογλύφων, τι άλλο παρά ένας αργός θάνατος χρεοκοπίας είναι. Πάνω απ’ όλα η δανειακή σύμβαση των 110 δις με σαφή ρήτρα ενυπόθηκου δανείου, τι άλλο μπορεί να σημαίνει παρά μόνο τη μετατροπή της άχρηστης χαρτούρας σε εμπράγματες αξίες, το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και την χρεοκοπία του κράτους.

Τα νομοσχέδια για δήμευση περιουσιών ιδιωτών που οφείλουν στο δημόσιο, τι άλλο παρά χρεοκοπία και μάλιστα αναγκαστική, του συνόλου της κοινωνίας είναι. Και όλο αυτό το ξεπούλημα δημόσιου και ιδιωτικού πλούτου βορρά στην εξυπηρέτηση του χρέους και μετά τρομοκρατούν τους εργαζομένους για χρεοκοπία εκτός ευρώ και εντός δραχμής.»

Οι στρατευμένοι μαρξιστές κατηγορούνται συχνά ότι κάνουν κατάχρηση λέξεων, όπως «κρίση», «καμπή», «καινούργια κατάσταση» «ανατροπή» κ.τ.λ. H παρατήρηση αυτή δεν είναι αβάσιμη, δεδομένου ότι αναφέρεται σε μια αναπόφευκτη συνέπεια του αναγκαίου βολονταρισμού που εμπεριέχει κάθε πολιτική δράση που προτίθεται να αλλάξει τα πράγματα.  Αυτοί οι όροι, όμως, φαίνονται δόκιμοι για να περιγράψουν την περίοδο που διανύουμε. Τα συστατικά αυτού του οποίου ο Λένιν προσδιόρισε σαν την αδυναμία των κυρίαρχων να κυβερνούν όπως πριν, φαίνονται να συγκεντρώνονται. Εξ ου, άλλωστε, και το γεγονός ότι σήμερα αυτές οι λέξεις όπως κρίση, στροφή, «καινούργια κατάσταση» «ανατροπή»  γίνονται αποδέκτες σχεδόν ομόφωνα.

Με αυτή την έννοια, μια ανατροπή της συγκυρίαs σηματοδοτεί ότι: αυτοί που είναι πάνω δεν μπορούν πια να κυβερνούν όπως πριν, αυτοί που είναι κάτω δεν θέλουν πια να κυβερνώνται όπως πριν. Σημαίνει άραγε, ότι βρισκόμαστε σε μια επαναστατική ή προ-επαναστατική κατάσταση; Όχι βέβαια, και το ξέρουμε καλά, διότι για να δημιουργηθεί μια τέτοια κατάσταση, οι κυριαρχούμενες τάξεις πρέπει να έχουν όχι μόνο την ικανότητα αποτροπής της επιλογής του κυρίαρχου μπλοκ, αλλά και την ικανότητα να διαμορφώνουν και να επιβάλλουν τις δικές τους λύσεις. Και οι αγωνιστές της αριστεράς γνωρίζουμε ότι απέχουμε αρκετά από τη λύση αυτού του προβλήματος.
Φυσικά αυτό το πρόβλημα, έτσι και αλλιώς παραπέμπει σε συλλογική πολιτική διεργασία μέσα στα κόμματα, μεταξύ των κομμάτων και στο σύνολο της κοινωνίας. Έχω την εντύπωση ότι, όλοι μας έχουμε συμμετάσχει μέσα από διάφορες πρωτοβουλίες(όπως εγώ στην πρωτοβουλία των 1000) στις διεργασίες για την επίλυσή του. Στο σημείο θέλω απλά να θέσω μερικά στοιχεία προβληματισμού πάνω σε δύο ζητήματα.
– Ποιοι είναι, σήμερα, οι παράγοντες που πολιτικά καθορίζουν τη συγκυρία ή, για να το πούμε αλλιώς, ποια είναι τα χαρακτηριστικά της ρήξης, που λειτουργούν ως σημεία συμπύκνωσης των αντιφάσεων της σημερινής κατάστασης και της προσδίδουν την ιδιαιτερότητα της; Και τι σημαίνει να μιλάμε για την «αναγκαιότητα του μετώπου» ως ένα χαρακτηριστικό της κατάστασης, με την οποία είμαστε αντιμέτωποι;
– Ποιοι είναι οι κύριοι άξονες στους οποίους πρέπει να εστιάσουμε το προβληματισμό και την επεξεργασία που κάνουμε στους δικούς μας αντίστοιχα χώρους, παρεμβάσεις αρθρογραφίες  περιοδικά, για να συμβάλουμε στην ανάδυση μιας αξιολόγησης αντικαπιταλιστικής προοπτικής;

Από την αρχή της κρίσης άρχισαν να αναδεικνύονται σοβαρά τα πολιτικά ζητήματα: Ζητήματα στρατηγικής, συμμαχιών, προγράμματος, προσανατολισμού και βέβαια ηγεσίας. Καθυστερήσαμε πολύ, πάρα πολύ, H ψευδαίσθηση ενός κινήματος που γίνεται από μόνο του το υποκείμενο του κοινωνικού μετασχηματισμού, χωρίς πολιτικές διαδικασίες συγκρότησης, διαφοροποίησης και παρέμβασης, και παραβλέποντας το ζήτημα της κρατικής εξουσίας, καταλήγει αναπόφευκτα στο να αφεθεί ακέραιο το υπάρχον πλαίσιο των πολιτικών συγκρούσεων και στην υποταγή στην κυρίαρχη πολιτική, την αστική πολιτική.

Ένα δίδαγμα του Λένιν που μπορούμε να το θεωρήσουμε επίκαιρο, ακόμη και αν έχουμε μια απόκλιση στον τρόπο που αξιολογούμε την δική του πολιτική πρόταση, αφορά ειδικά το ζήτημα της μορφής της οργάνωσης: η αντικαπιταλιστική πολιτική δεν έρχεται ποτέ σαν ένα αυθόρμητο αποτέλεσμα των κοινωνικών κινητοποιήσεων, οι οποίες, όμως αποτελούν το έδαφός της και το απαραίτητο οξυγόνο της.
Από τις πολλαπλές κατευθύνσεις για την αναζήτηση λύσεις σ’ αυτό το πεδίο της πολιτικής παρέμβασης,  προτείνω μία, που απορρέει από τα προαναφερθέντα: Ενιαίο εργατικό μέτωπο, και πολιτικό μέτωπο της αριστεράς, στη βάση ενός προγράμματος, που θα συνδέει, τα άμεσα αιτήματα με τη σοσιαλιστική προοπτική. Πρόγραμμα που θα εκπονηθεί από όλους εμάς, αλλά και όσους άλλους έχουν συμμετάσχει στην αναζήτηση λύσεων στην ίδια ή παρόμοια κατεύθυνση, θα απευθύνεται σε όλα τα κοινωνικά και πολιτικά ρεύματα που αγωνίζονται, σε όλες τις δυνάμεις της  Αριστεράς αλλά κυρίως να απευθύνεται με το πρόγραμμα αυτό σε όλες τις εργαζόμενες τάξεις με στόχο τη δημιουργία ενός πολιτικού γεγονότος και του αναγκαίου μπλοκ- μετώπου, κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, ή όπως αλλιώς θέλετε να το ονομάσουμε, για την κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας που θα είναι σε θέση, να επιβάλει την υλοποίηση του.

Η ανάγκη για την ανάληψη μιας πρωτοβουλίας, για την ενοποίηση των πρωτοβουλιών, επιβάλλεται από την ιστορική περίοδο την οποία διανύουμε. Οι διοργανωτές με την εκδήλωση που πραγματοποιούν δίνουν τη δυνατότητα για την ανταλλαγή απόψεων, αν αναλάβουν την πρωτοβουλία, για τη υλοποίηση μιας τέτοιας πρότασης, δίνουν και ελπίδα.