Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Φασισμός και Κομμουνιστική Διεθνής


Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα κεφάλαιο από το βιβλίο Τα κοινωνικοπολιτικά μέτωπα στην Τρίτη Κομμουνιστική Διεθνή του Βασίλη Λιόση. Αφορά στη συζήτηση που έγινε στο 4ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς σχετικά με το ζήτημα του φασισμού. Στην πραγματικότητα είναι το πρώτο συνέδριο που το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται τον επερχόμενο κίνδυνο. Οι προβληματισμοί είναι ακόμη κάπως "άγουροι", αλλά ήδη φαίνονται οι διαφορετικές προσεγγίσεις.   


Γ2.5 Για το φασισμό                                                                                               


Στο 3ο συνέδριο της ΚΔ το ζήτημα του φασισμού δεν αποτέλεσε θέμα συζήτησης και προβληματισμού. Οι αναφορές ήταν ελάχιστες[i]. Αυτό δείχνει πως ακόμη δεν είχε συνειδητοποιηθεί το μέγεθος και το βάθος του προβλήματος. Στο 4ο συνέδριο, όμως, γίνεται ένα σημαντικό βήμα, αφού υπάρχουν και σχετικές παρεμβάσεις και σχετικές αποφάσεις.

Γ2.5.1 Οι Arditi del Popolo και η Κομμουνιστική Διεθνής

Πριν από τη διεξαγωγή του 4ου συνεδρίου και συγκεκριμένα στα τέλη Ιανουαρίου του 1922 δίνεται ήδη μια κατεύθυνση από την ΚΔ για την αντιμετώπιση του φασιστικού κινδύνου. Αφορμή αποτέλεσε η Ιταλία και το κίνημα των ADP[ii] (Arditi del Popolo/ στρατιωτικές μονάδες κρούσης του λαού). Οι ADP υπήρξαν το πρώτο αντιφασιστικό κίνημα όχι μόνο για την Ιταλία, αλλά για όλη την Ευρώπη. Στο πρώτο τους μανιφέστο αυτοπροσδιορίζονται ως αναρχικοί[iii], αλλά με βάση μια σχετική ιστορική μελέτη στην πλειονότητά τους προσδιόριζαν τους εαυτούς τους ως κομμουνιστές[iv]. Στις γραμμές τους συμμετείχαν κατά βάση εργάτες και ιδιαίτερα  σιδηροδρομικοί[v]. Επίσης να σημειώσουμε πως σε ένα κείμενο του Γκράμσι αναφέρεται πως «οι σοσιαλιστές (ίσως ακόμη και η πιο δεξιά πτέρυγα) συμμετείχαν στη δημιουργία του πρώτου πυρήνα των Arditi del Popolo. Είναι, ωστόσο, βέβαιο ότι η εξάπλωση της πρωτοβουλίας με ταχύτητα φωτός δεν ήταν αποτέλεσμα ενός γενικού σχεδίου που εκπονήθηκε από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, αλλά ήταν απλώς αποτέλεσμα της γενικευμένης πνευματικής κατάστασης στη χώρα – της επιθυμίας ένοπλης εξέγερσης που υποβόσκει μεταξύ των πλατιών μαζών […]»[vi].

Οι ADP παρουσίασαν μιαν αξιοπρόσεκτη αντιφασιστική δράση, μαζικοποιήθηκαν, συγκρούστηκαν με τις φασιστικές δυνάμεις και δημιούργησαν προβληματισμό στα μέλη τόσο του Σοσιαλιστικού όσο και του Κομμουνιστικού Κόμματος, σχετικά με τη συμπόρευση που απαιτούνταν μπροστά στο φασιστικό κίνδυνο. Όσον αφορά στο Κομμουνιστικό Κόμμα, υπεύθυνος για τη σεχταριστική στάση του απέναντι στους ADP ήταν ο Μπορντίγκα[vii], ενώ ο Γκράμσι βρισκόταν στον αντίποδα των απόψεων Μπορντίγκα[viii]. Η μη επιδίωξη συμπόρευσης των κομμουνιστών με τους ADP προκάλεσε την κριτική της ΚΔ. Σε γράμμα της ΚΔ που πιθανολογείται ότι γράφτηκε από τον Μπουχάριν επισημαίνονται τα εξής: «Πού ήταν οι μάχιμοι ηγέτες των εργατικών μαζών; Ήταν μήπως απασχολημένοι να εξετάζουν το κίνημα με μεγεθυντικό φακό για να δουν αν είναι επαρκώς μαρξιστικό και ευθυγραμμίζεται με το πρόγραμμά τους; Δεν το πιστεύουμε. Αντίθετα – μας φαίνεται ότι τη δεδομένη στιγμή το νεαρό μας PCI (σ.σ.  Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας) ήταν τόσο αδύναμο για να κυριαρχήσει σε εκείνο το αυθόρμητο κίνημα. Η αμφιβολία προκύπτει καθώς η σχολαστική και σχηματική αντίληψη του κόμματος για τους Arditi del Popolo ήταν η αιτία αυτής της αδυναμίας. Το PCI έπρεπε αμέσως και ενεργητικά να προσχωρήσει στο κίνημα των Arditi, συμμαχώντας με τους εργάτες για να μετατρέψει τα μικροαστικά στοιχεία σε συμπαθούντες του. Οι τυχοδιώκτες έπρεπε να καταγγελθούν και να μετακινηθούν από τις ηγετικές τους θέσεις και άτομα άξια εμπιστοσύνης έπρεπε να τοποθετηθούν επικεφαλής του κινήματος. Το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι η καρδιά και ο εγκέφαλος της εργατικής τάξης και δεν υπάρχει κίνημα στο οποίο οι εργατικές μάζες συμμετέχουν και που το κόμμα να το θεωρεί καθυστερημένο και χωρίς καθαρότητα. Για το κίνημά μας είναι πιο ωφέλιμο να κάνουμε λάθη μέσα στις μάζες παρά μακριά από αυτές, απομονωμένοι σε ένα κλειστό κύκλο κομματικών ηγετών που κηρύσσουν την καθαρότητα των αρχών τους»[ix] (οι υπογραμμίσεις δικές μας).

Το παραπάνω γράμμα περιγράφει επιτυχώς τον τρόπο που πρέπει να υλοποιηθεί το ΕΜ στις συνθήκες ανόδου του φασισμού. Στο 4ο συνέδριο αυτό το ενιαιομετωπικό πνεύμα παραμένει όπως θα δούμε λίγο παρακάτω. Ωστόσο, οι αναλύσεις απέχουν ακόμη από το να θεωρηθούν ως μια συγκροτημένη απόπειρα προκειμένου να απαντηθούν με ολοκληρωμένο τρόπο ερωτήματα όπως: τι είναι ο φασισμός, ποια η κοινωνική του βάση, ποιες οι βασικές ιδεολογικές και πολιτικές αρχές του, τι σχέση έχει με την αστική δημοκρατία, γιατί εμφανίστηκε και δυνάμωσε ενώ ήταν μια μάλλον περιθωριακή δύναμη, πώς πρέπει να απαντήσει το κομμουνιστικό κίνημα κ.λπ.

        Στο συνέδριο οι αντιπρόσωποι που κυρίως ασχολήθηκαν με την ανάλυση του φασισμού ήταν ο Ζηνόβιεφ, ο Ράντεκ και ο Μπορντίγκα.



Γ2.5.2 Η τοποθέτηση Ζηνόβιεφ για το φασισμό

Ο Ζηνόβιεφ δείχνει να κατανοεί την κρισιμότητα του ζητήματος: «Τι σημαίνουν τα γεγονότα στην Ιταλία; Δεν είναι αυτό ένα άνευ προηγουμένου χτύπημα στην αστική δημοκρατία; Δεν ήταν η Ιταλία μια από τις χώρες που απολάμβαναν την ευλογημένη αστική δημοκρατία; Βεβαίως, η Ιταλία ήταν μια τέτοια χώρα. Η φασιστική επίθεση δεν ήταν μόνο ένα χτύπημα ενάντια στη μοναρχία, αλλά ενάντια στην αστική δημοκρατία. Ο Ιταλός μονάρχης απώλεσε την αίγλη του, αφού παραμερίστηκε πολιτικά από τους φασίστες και αυτό συνέβη σε ολόκληρο το σύστημα της αστικής δημοκρατίας. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι αυτό που συνέβη στην Ιταλία δεν ήταν ένα τοπικό γεγονός. Αναπόφευκτα, θα βιώσουμε παρόμοιες εξελίξεις σε άλλες χώρες, ίσως με άλλη μορφή. Αν οι φασίστες στην Ιταλία κρατήσουν τις δυνάμεις τους –και αυτό είναι πιθανό για την ερχόμενη περίοδο– είναι μάλλον βέβαιο ότι παρόμοια φαινόμενα θα εμφανιστούν πιθανώς στη Γερμανία και ίσως σε όλη την κεντρική Ευρώπη. Ο θρίαμβος της κυβέρνησης Στάινς στη Γερμανία μπορεί να διαφέρει από αυτό που βλέπουμε στην Ιταλία, αλλά μπορεί να εξελιχθεί σε κάτι εντελώς παρεμφερές σε περιεχόμενο […]»[x] (οι υπογραμμίσεις δικές μας).

        Όμως, ενώ κατανοεί πως έρχονται δύσκολες εποχές, παράλληλα δείχνει και μια υπέρμετρη αισιοδοξία όταν διαπιστώνει ότι: «[…] Είναι ίσως αναπόφευκτες οι φασιστικές στροφές αυτού του τύπου στην Κεντρική Ευρώπη οι οποίες θα σημάνουν την έναρξη μιας περιόδου παρανομίας για το κόμμα μας. Λίγους μήνες νωρίτερα η ΕΕ προειδοποίησε μια σειρά από σημαντικά κόμματα μέσω κάποιων ειδικά επιφορτισμένων συντρόφων προκειμένου να προετοιμαστούν για μια περίοδο παρανομίας, παρόμοια με της Ιταλίας […] Αυτό που βλέπουμε στην Ιταλία είναι μια αντεπαναστατική δραστηριότητα, αλλά από ιστορικής άποψης σηματοδοτεί την όξυνση της κατάστασης και την ωρίμαση της προλεταριακής επανάστασης σε αυτήν τη χώρα […]»[xi].

        Ο Ζηνόβιεφ περιγράφει έστω και σε αδρές γραμμές το καθήκον των κομμουνιστών μπροστά στο φασιστικό κίνδυνο: «[…] Σε μια εποχή που οι φασίστες ηγούνται των σωματείων ή ιδρύουν νέα, ποιο είναι το καθήκον μας; Πρέπει να πάμε βεβαίως στα φασιστικά συνδικάτα και να τα κερδίσουμε […]»[xii].

        Πάντως, όσον αφορά στην κοινωνική βάση του φασισμού ο Ζηνόβιεφ διαπράττει λάθος όταν εκτιμά πως «Οι φασίστες είναι πρώτιστα ένα όπλο στα χέρια των αγροτιστών. Η βιομηχανική και εμπορική αστική τάξη παρακολουθεί, κατατρομοκρατημένη, αυτήν την εμπειρία της αντίδρασης…»[xiii].



Γ2.5.3 Η τοποθέτηση Ράντεκ για το φασισμό

Ο Ράντεκ  από την πλευρά του βάζει τις βάσεις για ένα σωστό ορισμό του φασισμού, όταν λέει πως «[…] Εάν διαβάσεις το φορολογικό πρόγραμμα του Μουσολίνι, το οικονομικό και πολιτικό πλάνο, θα δεις ότι οι δυνάμεις που δρουν στη Γερμανία και αποτυπώνονται στο πρόσωπο του αντιπροσώπου της βαριάς βιομηχανίας (Στάινς) είναι ίδιες με αυτές της Ιταλίας […]»[xiv].

Επίσης, αντιλαμβάνεται και αυτός με τη σειρά του ότι ο φασισμός δεν είναι απλώς ακόμη μια μορφή αστικής τρομοκρατίας και προχωρά σε μια ανάλυση της κοινωνικής του βάσης: «[…] η νίκη του φασισμού είναι αποτέλεσμα της παρούσας πνευματικής και πολιτικής χρεοκοπίας του ιταλικού σοσιαλισμού και συνολικά του εργατικού ιταλικού κινήματος. Οι φασίστες αντιπροσωπεύουν την αντεπανάσταση των αστών. για αυτό δεν απαιτείται άλλη απόδειξη […] εμείς πρέπει να αναρωτηθούμε αν ο Μουσολίνι είναι κοινωνικά και πολιτικά ισοδύναμος με το Στάινς ή τον Μπόναρ Λάου ή αν αντιπροσωπεύει κάτι διαφορετικό. Εγώ πιστεύω ότι ο Μουσολίνι είναι κάτι διαφορετικό παρόλο που το πρόγραμμά του είναι ίδιο με του Μπόναρ Λάου και του Στάινς […]

»Ας θυμηθούμε ποιοι είναι οι φασίστες και από πού προήλθαν. Από τον πόλεμο επέστρεψαν τα χαμηλότερα αστικά στρώματα – οι διανοούμενοι, οι φαρμακοποιοί, οι δάσκαλοι, οι κτηνίατροι κ.ο.κ, όλοι αυτοί έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον πόλεμο (οι διανοούμενοι έχουν παίξει πολύ σημαντικότερο ρόλο στην Ιταλία απ’ ό,τι στις άλλες χώρες. Μόνο να θυμηθούμε ότι προπολεμικά το αδελφό σε εμάς ιταλικό κόμμα συμπεριελάμβανε περίπου 70 πανεπιστημιακούς καθηγητές. αυτό δείχνει την ευρύτητα του στρώματος των διανοουμένων). Επέστρεψαν από τον πόλεμο όντας εθνικιστές, αποκαρδιωμένοι καθώς η Ιταλία παρά τη νίκη της δεν μπόρεσε να υλοποιήσει το πρόγραμμα των εθνικιστών»[xv] και «[…] Οι φασίστες αντιπροσωπεύουν τους μικροαστούς οι οποίοι έχουν έλθει στην εξουσία με την υποστήριξη των αστών και τώρα θα πρέπει να φέρουν εις πέρας όχι το πρόγραμμα του μικροαστισμού αλλά του καπιταλισμού. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αυτή η μεγαλειώδης αντεπανάσταση είναι ταυτόχρονα η πιο αδύναμη των ευρωπαϊκών αντεπαναστατικών δυνάμεων. Ο Μουσολίνι καταφθάνει με το μεγάλο τρένο του με τη στήριξη των μικροαστών διανοούμενων […]»[xvi].

Για το Ράντεκ η στάση του σοσιαλιστικού κόμματος στην Ιταλία αποτέλεσε παράγοντα ανέλιξης των φασιστών: «[…] η ανικανότητα του σοσιαλιστικού κόμματος να καθοδηγήσει τις μάζες στον αγώνα γέννησε το φασισμό. Όταν οι εργάτες κατέλαβαν τα εργοστάσια, η ιταλική μπουρζουαζία ήταν τόσο ανίσχυρη ώστε ο Τζιολίτι, η αλεπού από το Κούνεο, είπε πως δεν μπορεί να στείλει στρατιώτες στα εργοστάσια καθώς αυτό θα οδηγούσε στη δική του ήττα στους δρόμους. Παρόλα αυτά με τη βοήθεια των Ιταλών ρεφορμιστών οι εργάτες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα εργοστάσια. Σε αυτό το σημείο η ιταλική μπουρζουαζία σταμάτησε να φοβάται και πέρασε στην αντεπίθεση»[xvii].            

Ο Ράντεκ θέτει με σαφήνεια το ζήτημα αντιμετώπισης του φασισμού, ουσιαστικά απαντώντας στις σεχταριστικές απόψεις: «Και η ίδια η δύναμη του φασισμού αποτελεί την αφορμή για την καταστροφή του. Καθώς είναι ένα ευρύ μικροαστικό κόμμα, μπόρεσε να μας πολεμήσει σε πλατύ μέτωπο και να προκαλέσει ενθουσιασμό. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο όμως, δε θα μπορέσει να φέρει εις πέρας τις πολιτικές του ιταλικού καπιταλισμού δίχως να προκαλέσει αντιδράσεις στις γραμμές του. Λίγα χρόνια πριν ο σύντροφος Σεράτι διαμαρτυρήθηκε ενάντια στο αγροτικό μας πρόγραμμα. Τώρα όμως η ανασύσταση του ιταλικού κόμματος εξαρτάται από το εάν μπορούμε να οργανώσουμε τους αγρότες ενάντια στο φασισμό. Αν οι Ιταλοί κομμουνιστές φίλοι μας θέλουν να έχουν ένα μικρό αγνό κόμμα πρέπει να τους πω ειλικρινά πως ένα μικρό αγνό κόμμα μπορεί εύκολα να εγκατασταθεί στη φυλακή. Εκεί μπορεί να καλλιεργήσει το πνεύμα του σε ένα αγνό περιβάλλον. Εάν όμως το ιταλικό κόμμα θέλει να γίνει δυνατό θα πρέπει να κινητοποιήσει τις προλεταριακές και μικροαστικές μάζες ενάντια στο φασισμό. Οι θεωρητικές αποφάσεις για ΕΜ και οι σκέψεις πάνω στο φασισμό δεν είναι αρκετές. Ναι, ακόμη και ο ηρωισμός από ένα μικρό κομμάτι κομμουνιστών δεν είναι αρκετός. Εμείς θα πρέπει να είμαστε η κραυγή των μαζών για απελευθέρωση»[xviii] (η υπογράμμιση δική μας). 



 Γ2.5.4 Η τοποθέτηση Μπορντίγκα για το φασισμό

Ο Μπορντίγκα αναλύει με μια διαφορετική λογική το φασισμό σε σχέση με τους Ζηνόβιεφ και Ράντεκ, παρά το γεγονός ότι κάποιες από τις παρατηρήσεις του δεν είναι λανθασμένες. Όσον αφορά στην κοινωνική του βάση επισημαίνει: «[…] Ο φασισμός βασίστηκε στη γενικότερη κατάσταση. τη σταθερά αυξανόμενη δυσαρέσκεια όλων των μικροαστικών στρωμάτων, των μικρών εμπόρων, των μικροϊδιοκτητών γης, των απολυμένων στρατιωτών και των πρώην αξιωματικών οι οποίοι έπειτα από το ρόλο που έπαιξαν στον πόλεμο ένιωθαν απογοητευμένοι με την παρούσα κατάστασή τους. Όλα αυτά τα στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν, οργανώθηκαν και σχηματοποιήθηκαν ως συστατικά στοιχεία του φασισμού […]»[xix].

Υποστηρίζει ότι ο φασισμός έχει τρεις πυλώνες: την αστική τάξη, τα μεσαία στρώματα και το κράτος[xx]. Εξηγεί, ακόμη, με ποιο μηχανισμό και για ποιο λόγο η αστική τάξη στράφηκε προς τα μεσαία στρώματα: «Προκειμένου να δημιουργηθεί μια παράνομη αντιδραστική οργάνωση δίπλα στο κράτος, οι δυνάμεις που πρέπει να στρατολογηθούν είναι διαφορετικές από αυτές που θα έβρισκε η υψηλή άρχουσα τάξη στο δικό της κοινωνικό περίγυρο. Αυτό επιτεύχθηκε με τη στροφή στα συμφέροντα της μεσαίας τάξης προκειμένου να την κερδίσουν. Αυτός είναι ο στόχος του φασισμού και πρέπει να παραδεχτούμε ότι επετεύχθη […] Στρατολόγησε δυνάμεις από τα στρώματα τα οποία είναι κοντά στο προλεταριάτο ανάμεσα σε αυτούς τους δυσαρεστημένους από τον πόλεμο, τους μικροαστούς, τους αστούς μεσαίου επιπέδου, εμπόρους, και πάνω από όλα τους νέους αστούς διανοούμενους. Συμπαρασυρόμενοι με το φασισμό όλοι αυτοί, βρήκαν ξανά την ενέργεια να ανυψωθούν ηθικά και να ενδυθούν το μανδύα της καταπολέμησης του προλεταριακού κινήματος, προβάλλοντας έναν υπέρμετρο πατριωτισμό για τα συμφέροντα του ιταλικού ιμπεριαλισμού. Αυτά τα στρώματα παρείχαν στο φασισμό σημαντικό αριθμό υποστηρικτών και τον βοήθησαν να οργανωθεί στρατιωτικά […]»[xxi].[1]

        Επίσης, απαντά στο Ζηνόβιεφ όταν λέει πως «[…] Είναι λάθος να συμπεράνουμε ότι ο φασισμός είναι κίνημα των αγροτιστών. Στην πραγματικότητα είναι ένα μεγάλο και ενιαίο κίνημα της άρχουσας τάξης ικανό να μετατρέψει σε πλεονέκτημά του όλα τα επιμέρους τοπικά συμφέροντα διαφόρων ομάδων αγροτιστών  και βιομηχάνων […] »[xxii].

Η διαφοροποίηση του Μπορντίγκα σε σχέση με την άποψη του Ζηνόβιεφ και του Ράντεκ, εμφανίζεται όταν διαπιστώνει πως «Η ανάλυσή μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο φασισμός δεν έχει προσθέσει τίποτα στην παραδοσιακή ιδεολογία και στο πρόγραμμα της αστικής πολιτικής»[xxiii]. Κι ακόμη: «Ο φασισμός δεν είναι ένα ρεύμα της αστικής δεξιάς με βάση στην αριστοκρατία, τον κλήρο, τους υψηλά ιστάμενους στρατιωτικούς και πολιτικούς αξιωματούχους που επιδιώκουν να αντικαταστήσουν τη δημοκρατία μιας αστικής κυβέρνησης και τη συνταγματική μοναρχία με το μοναρχικό δεσποτισμό. Ο φασισμός ενσωματώνει τον αντεπαναστατικό αγώνα όλων των σύμμαχων αστικών δυνάμεων και για αυτό το λόγο σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούται απαραιτήτως να καταστρέψει τους δημ0κρατικούς θεσμούς […]»[xxiv].

Έτσι, ο φασισμός για τον Μπορντίγκα δεν αποτελεί μιαν ιδιαίτερη πολιτική κατάσταση. Ούτε λίγο ούτε πολύ δεν είναι παρά άλλη μια παραλλαγή της αστικής διαχείρισης. Και όχι μόνο αυτό. Ο φασισμός δε βάζει καν ως στόχο την κατάργηση της αστικής δημοκρατίας! Οι επιπτώσεις μιας τέτοιας θεώρησης είναι τόσο φανερές όσο και καταστρεπτικές. Ο φασισμός αν δεν είναι κάτι ιδιαίτερο, δεν απαιτεί και ιδιαίτερη πολιτική αντιμετώπιση. Δε συνδέεται με κανένα ΕΜ, δε χρειάζονται κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες για την αντιμετώπισή του. Προφανώς μια τέτοια αντίληψη δεν έχει καμία σχέση με την πολιτική που ΕΜ και την πολιτική που θεσπίστηκε από την ΚΔ στο 7ο συνέδριό της όπως θα δούμε στο σχετικό κεφάλαιο. Πολύ περισσότερο δεν έχει σχέση με το λενινισμό και το διαλεκτικό τρόπο σκέψης.



Γ2.5.5 Το συνέδριο για το φασισμό

Στις Θέσεις για την τακτική της ΚΔ εκτιμάται ότι «Η επιθετική πολιτική της μπουρζουαζίας εναντίον του προλεταριάτου, όπως αυτή εκδηλώνεται με τον πιο ολοφάνερο τρόπο στο διεθνή φασισμό, βρίσκεται σε στενότατη σχέση με την επίθεση του κεφαλαίου στο οικονομικό επίπεδο»[xxv]. Ως αιτία εμφάνισης του φασισμού το ντοκουμέντο διαπιστώνει πως η αυξανόμενη εξαθλίωση του προλεταριάτου αλλά και των μεσαίων στρωμάτων επιταχύνει την επαναστατικοποίησή τους και για αυτό είναι απαραίτητη (για τους αστούς) η εγκαθίδρυση μιας λευκής τρομοκρατίας για την επιβολή της πολιτικής του κεφαλαίου[xxvi]. Θεωρούμε πως αυτή η εκτίμηση είναι κάπως πρόχειρη, αφού βλέπει μια ευθεία αντιστοίχηση ανάμεσα στην εξαθλίωση και την επαναστατικοποίηση των μαζών, ενώ παράλληλα η εμφάνιση του φασισμού δεν είχε ως μόνη αιτία την επιβολή της τρομοκρατίας στις μάζες, αλλά σχετιζόταν και με ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις στο διεθνές προσκήνιο.

        Στο ίδιο κείμενο εντοπίζεται το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ιταλικού φασισμού που είναι η επιδίωξή του να αποκτήσει μαζική κοινωνική βάση, ενώ επισημαίνεται ότι ο φασιστικός κίνδυνος εξαπλώνεται και σε άλλες χώρες όπως η Τσεχοσλοβακία, η Ουγγαρία, οι βαλκανικές χώρες, η Πολωνία, η Γερμανία, η Αυστρία, η Νορβηγία και η Αμερική[xxvii].

        Η αντιμετώπιση του φασισμού συνδέεται με την τακτική του ΕΜ: «Ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα των κομμουνιστικών κομμάτων είναι να οργανώσουν την αντίσταση εναντίον του διεθνούς φασισμού, να τεθούν επικεφαλής όλου του προλεταριάτου στην πάλη εναντίον των φασιστικών συμμοριών και να εφαρμόσουν ενεργητικά, και σ’ αυτό επίσης το πεδίο, την τακτική του ΕΜ. Οι παράνομες μέθοδοι είναι εδώ εντελώς απαραίτητες»[xxviii].         Επιπλέον, το σχετικό ντοκουμέντο κάνει μια παρατήρηση κρίσιμης σημασίας: «Η παραφροσύνη όμως του φασισμού είναι το τελευταίο ατού της μπουρζουαζίας. Η ξεκάθαρη κυριαρχία των Λευκοφρουρών στρέφεται κατά γενικό τρόπο εναντίον των ίδιων των βάσεων της αστικής δημοκρατίας […]»[xxix]. Μια τέτοια εκτίμηση δείχνει πως απόψεις όπως αυτές που εξέφρασε ο Μπορντίγκα (ο φασισμός δεν είναι παρά μια μορφή της αστικής δημοκρατίας) δεν μπόρεσαν να επιβληθούν. Η σχέση φασισμού και αστικής δημοκρατίας είναι, όπως θα δούμε και στα επόμενα κεφάλαια, θεμελιώδες ζήτημα για τη χάραξη μιας επαναστατικής τακτικής από την πλευρά των κομμουνιστικών κομμάτων.

Το ΕΜ σε σχέση με την αντιμετώπιση του φασισμού απασχόλησε το συνέδριο ειδικά και για την περίπτωση της Ιταλίας. Σε ειδικό κείμενο για το ιταλικό ζήτημα αποφασίστηκε να γίνει δεκτό στους κόλπους της ΚΔ το Σοσιαλιστικό Κόμμα, αφού είχε ακολουθήσει μια πορεία ριζοσπαστικοποίησης (αποκλεισμός των ρεφορμιστών, εισαγωγή στο πρόγραμμά του της ένοπλης εξέγερσης και της δικτατορίας του προλεταριάτου). Η ΚΔ προχωρά ακόμη ένα βήμα αφού αποφασίζει τη συγχώνευση του Κομμουνιστικού με το Σοσιαλιστικό Κόμμα που θα πραγματοποιούνταν με τη βοήθεια μιας οργανωτικής επιτροπής[xxx]. Στη συνένωση των δυο κομμάτων δημιούργησε προβλήματα ο Μπορντίγκα, ο οποίος όμως απομακρύνθηκε από την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος με την παρέμβαση της ΚΔ και στη θέση του προωθήθηκε ο Γκράμσι. Κατόπιν αυτής της αλλαγής η συνένωση των δυο κομμάτων επετεύχθη[xxxi].

Εν τέλει την ίδια την πολιτική του ΕΜ η ΚΔ τη συνέδεε ολοένα και στενότερα με τα καθήκοντα της υπεράσπισης των πανδημοκρατικών πολιτικών απαιτήσεων και με τις καθημερινές ανάγκες των εργαζομένων. Σύμφωνα με τον Κ. Παβέρα, αντιπρόσωπο του ΚΚ Ιταλίας στο 4ο συνέδριο, ο Λένιν στη συνάντησή του με τους Ιταλούς Κομμουνιστές είπε: «Η εργατική τάξη αγωνίζεται πάντα για να κατακτήσει και να υπερασπίσει τα δημοκρατικά δικαιώματα, ακόμη κι όταν αυτά  είναι περιορισμένα από την αστική εξουσία. Και όταν τα χάνει, αγωνίζεται να τα ανακτήσει και μαζί με αυτό αναζητεί συμμάχους»[xxxii].










[i]. Βλέπε χαρακτηριστικά 3η Διεθνής, Τα τέσσερα πρώτα συνέδρια, Θέσεις για την κομμουνιστική δράση μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, σελ. 264, εκδ. Εργατική Πάλη, 2007.


[ii]. Για το κίνημα των ADP βλέπε χαρακτηριστικά Beham Tom, Arditi del Popolo, η ιστορία της πρώτης αντιφασιστικής οργάνωσης και η αποτρέψιμη άνοδος του Μπενίτο Μουσολίνι, εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2012.


[iii]. Ό.π., σελ. 88.


[iv]. Ό.π., σελ. 144.


[v]. Ό.π., σελ. 96.


[vi]. Γκράμσι Αντόνιο, «Ενάντια στον τρόμο», Σπάρτακος, σελ. 17, τ. 112, Ιούνιος, 2013.


[vii]. Βλέπε αναλυτικότερα Beham Tom, Arditi del Popolo, η ιστορία της πρώτης αντιφασιστικής οργάνωσης και η αποτρέψιμη άνοδος του Μπενίτο Μουσολίνι, σελ. 103-104, εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2012.


[viii]. Ό.π., σελ. 140-157.


[ix]. Αναφέρεται στο: Beham Tom, Arditi del Popolo, Η ιστορία της πρώτης αντιφασιστικής οργάνωσης και η αποτρέψιμη άνοδος του Μπενίτο Μουσολίνι, εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, σελ. 156-157, 2012.


[x]. Toward the United Front, Proceedings of the Fourth Congress of the Communist International, 1922, edited and translated by John Riddell, σελ.121, εκδ. Haymarket Books, 2012, Καναδάς.


[xi]. Ό.π., σελ. 122.


[xii]. Ό.π., σελ. 280.


[xiii]. Αναφέρεται στο: Πουλαντζάς Νίκος, Φασισμός και Δικτατορία, Η Τρίτη Διεθνής αντιμέτωπη στο φασισμό, σελ. 110, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, εκδ. Θεμέλιο, 2006.


[xiv]. Toward the United Front, Proceedings of the Fourth Congress of the Communist International, 1922, edited and translated by John Riddell, σελ. 383, εκδ. Haymarket Books, 2012, Καναδάς.


[xv]. Ό.π., σελ. 386-387.


[xvi]. Toward the United Front, Proceedings of the Fourth Congress of the Communist International, 1922, edited and translated by John Riddell, σελ. 389, εκδ. Haymarket Books, 2012, Καναδάς.


[xvii]. Toward the United Front, Proceedings of the Fourth Congress of the Communist International, 1922, edited and translated by John Riddell, σελ. 388, εκδ. Haymarket Books, 2012, Καναδάς.


[xviii]. Ό.π., σελ. 389-390.


[xix]. Ό.π., σελ. 408.


[xx]. Βλέπε χαρακτηριστικά ό.π., σελ. 413.


[xxi]. Ό.π., σελ. 413.


[xxii]. Ό.π., σελ. 410.


[xxiii]. Ό.π., σελ. 413.


[xxiv]. Ό.π., σελ. 414.


[xxv]. 3η Διεθνής, Τα τέσσερα πρώτα συνέδρια, Θέσεις για την κομμουνιστική δράση μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, σελ. 391, εκδ. Εργατική Πάλη, 2007.


[xxvi]. Ό.π., σελ. 391-392.


[xxvii]. Ό.π., σελ. 392.


[xxviii]. Ό.π., σελ. 392.


[xxix]. Ό.π., σελ. 392.


[xxx]. Ό.π., σελ. 483-484.


[xxxi]. Βλέπε αναλυτικότερα Σασούν Ντόναλντ, Εκατό χρόνια σοσιαλισμού, Α΄ Ανάπτυξη και σταθεροποίηση, σελ. 165, εκδ. Καστανιώτη, 2001.


[xxxii]. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς, σελ. 172-173, εκδ. ΣΕ, χ.χ.